Αδερφοφάδες Κυριακές

Παρόλο που περάσαμε όλη την ημέρα μας στο κτήμα στην Περαία, συζητώντας για εξοικονόμηση φυσικών πόρων, για συνεργατικά εγχειρήματα, για κινήματα αντίστασης στην ανάπτυξη της καταστροφής, για τέχνη και άλλα τέτοια στοιχεία μετακαταναλωτικής εποχής, επιστρέφοντας το βραδάκι ζήσαμε στο πετσί μας όλο το ντελίριο της καταναλωτικής Κυριακής χθες στη Θεσσαλονίκη. Η κίνηση περιπατητών και οχημάτων τρομακτική στο κέντρο. Ψώνια, φεστιβάλ, καφέ, ποτό, μποτιλιάρισμα, βόλτες. Έτσι, για να κυκλοφορούν τα κουπόνια του χρήματος μέσω μετρητών και καρτών, ζωντανή η πόλη, ωραία η ατμόσφαιρα, δεν λέω, αν δεν ήσουν κολλημένος σε κάποια ουρά.
Η μεγάλη δικαίωση του δντ και της νεοφιλελεύθερης παγκόσμιας πραγματικότητας. Η κατανάλωση βοηθά την οικονομία. Το απόλυτο δόγμα της αυτοχειρίας της ανθρωπότητας, που κατάφερε να πείσει τον εαυτό της ότι το να καταναλώνει τη σάρκα της, είναι πρόοδος, ανάπτυξη, πολιτισμός και ελπίδα. Μέσα σε λίγα χρόνια γίνανε όλα αυτά. Κάποτε, όχι πολύ παλιά, μιλούσαμε ακόμη για αποταμίευση και άλλα τέτοια ιδανικά του χρηματοοικονομικού συστήματος της εποχής εκείνης του ρομαντικού διπολισμού ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον υπαρκτό σοσιαλισμό, εποχή που πάλι την κυβερνούσε όμως η απρονοησία για το οικοσύστημα, αφού ο ένας προσδοκούσε την καταστροφική ανάπτυξη στο όνομα των αγορών και ο άλλος δήθεν στο όνομα των λαών. Απεδείχθη ότι όλα τελικά ήταν ο ίδιος δρόμος. Έτσι έμεινε μόνος του ο ένας αδερφός, ο καπιταλισμός. Τον έφαγε τον άλλον, τον κατάπιε τον δίδυμό του και γίνανε μαζί το τέρας που λέγεται νεοφιλελευθερισμός. Ένα τέρας που καλπάζει τώρα ανεξέλεγκτο, ακόμη και τις Κυριακές, προς το τέλος του κι αυτό. Διότι θα μετεξελιχθεί σίγουρα σε κάτι άλλο προτού απομυζήσει τον πλανήτη εντελώς. Επειδή έχει προέλθει από αδελφοφάδες θα βγάλει οπωσδήποτε την τελική μορφή του τέρατος από μέσα του.
Είναι άλλωστε ολοφάνερο ότι ο νεοφιλελευθερισμός, που αποτελεί συνώνυμο της απρονοησίας, οδηγεί ολοταχώς και απολύτως στοχευμένα σε έναν υπαρκτό καπιταλιστικό νεοσοσιαλισμό, όπου τον ρόλο του κράτους-πατερούλη (θα) έχουν αναλάβει οι Αγορές, δηλαδή οι κάποιες λίγες πολυεθνικές που ροκανίζουν με την λεγόμενη ανάπτυξη και τον γιγαντισμό όλους τους φυσικούς πόρους του πλανήτη, παρέχοντας κουπόνια ηλεκτρονικού χρήματος στους ομογενοποιημένους κατ’ εμφάνιση και συνείδηση καταναλωτές – εργάτες τους, ώστε αυτοί να τα ανταλλάσσουν μεταξύ τους μέσω των τραπεζών και να διαβιούν όλοι πανομοιότυπα και ήσυχα, φυλασσόμενοι, τον βίο τους σαν σε καθεστώς μιας νέας – παλαιάς κοπής.
Το παιχνίδι αυτής της μετάλλαξης των πολιτικών και των καθεστώτων, που είχαν και έχουν κοινό παρονομαστή την απομύζηση και μόλυνση του οικοσυστήματος με ολοένα και μεγαλύτερους ρυθμούς, θα λήξει ίσως με εξόντωση από κάποια απλή γρίπη των καταναλωτών ή με κανιβαλισμό μεταξύ τους όταν θα έχουν μείνει μόνοι τους ως είδος έμβιο επί της γης.
Λίγο πριν το τέλος μπορεί να προσπαθήσει να επανεκκινηθεί το σύστημα με πόλεμο, είναι όμως αδιέξοδος κι ο πόλεμος ως “λύση”, αφού έχει γίνει πλέον ορατό το τρομακτικό ενδεχόμενο της ολικής καταστροφής με τόσα υπερόπλα, και έτσι αντί επανεκκίνησης ο πόλεμος ίσως σημάνει λήξη. Γι’ αυτό τον αποφεύγουν ακόμη όλοι οι συστημικοί κυβερνήτες, όχι επειδή είναι εκ της φύσης τους πασιφιστές.

Πρωινό Κυριακής

Κάθε φορά που τελειώνουμε τις συναντήσεις μας στα λογοτεχνικά εργαστήρια εδώ στη Θεσσαλονίκη αισθάνομαι υπέροχα. Αυτό συνέβαινε και πέρσι στη Χίο, όπου συμβαίνει ακόμη, έστω και από μακριά. Η ειλικρινής διάθεση και η από καρδιάς συμμετοχή και επικοινωνία των μελών των ομάδων είναι για μένα τιμή και χαρά μεγάλη. Καθώς και το ότι όλη την εβδομάδα ζω μέσω της γραφής τους, ανάμεσα στα συναισθήματα και τις σκέψεις τους.
Από το 1997, που ασχολούμαι αποκλειστικά με το γράψιμο, έρευνα, μελέτη, έκδοση περιοδικού στην αρχή και κατόπιν με τη λογοτεχνία, έχουν περάσει ακριβώς 20 χρόνια. Από αυτά, τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής μου τα πέρασα απομονωμένος σχεδόν μέσα σε μια βιβλιοθήκη και σε ένα κτήμα, αφοσιωμένος σε ιδέες και ιδεολογήματα, σε αλήθειες κάθε φορά καινούριες, που πάντα πίστευα μοναδικές, στον εαυτό μου και στον δικό μου τον θεό που έψαχνα για να τον βρω μέσα μου αλλά και γύρω. Έγραφα όμως λογοτεχνία μπας και θεραπευτώ, και αγαπήσω τους ανθρώπους και εμένα τον ίδιο στο τέλος.
Από πέρσι λοιπόν, με αφορμή έναν κύκλο προσωπικό που έκλεισε, αλλά και μια φευγαλέα όμορφη ψυχή που ήρθε κοντά μου και μου έδειξε με τον τρόπο της απ’ την αρχή τον κόσμο των ανθρώπων και το μέσα μου, βγήκα πάλι δειλά – δειλά αλλά αποφασιστικά στην κοινωνία, σαν τον Κωσταντή στο Ήλιος με δόντια που βγήκε από το Φρούριο, και άρχισα να νιώθω την ευτυχία που περικλείει το γενναιόδωρο δόσιμο, η ειλικρινής ανθρώπινη επαφή και το περίσσευμα ψυχής, θυμήθηκα δε ξανά και τα λόγια ενός παλαιού φίλου μου, πρώην μοναχού και ασκητή, ο οποίος είχε κάνει και αυτός 15 χρόνια απομόνωση στο μοναστήρι και στο βουνό, αλλά επανήλθε στα εγκόσμια λίγο προτού αναχωρήσω τότε εγώ, τον είχα δει σε ένα μπαρ μια νύχτα και κλάψαμε μαζί αγκαλιά, αυτός για τη χαμένη του ζωή ως την επάνοδό του κι εγώ για την αναχώρησή μου που ήταν πια αναπόφευκτη και είχε αρχίσει ήδη, παρόλο που τον άκουσα, δεν μπόρεσα να κάνω πίσω πια και έγινα ουσιαστικά καλόγερος κι εγώ στης κοινωνίας την άκρη.
Θυμήθηκα λοιπόν τώρα ξανά τα λόγια του, τα οποία έβαλα φυσικά και στο στόμα του ήρωά μου, του Μιχάλη, στο πιο θεραπευτικό για μένα βιβλίο μου, το Όλα για καλό, αυτό που νομίζω ότι με έγειανε πραγματικά, μαζί με την ψυχή που πέρασε από δίπλα μου και μου το ενέπνευσε και της το έχω αφιερωμένο στα κρυφά.
Τα είδα σήμερα πάλι τα λόγια αυτά, να τα αναπαράγει μια αναγνώστρια στην απόκρισή της για το βιβλίο αυτό. Έγραψε λοιπόν ανάμεσα στα άλλα:
“Το γνωστό αγαπημένο στυλ του Μακριδάκη…. Ξεχωρίζει η φράση: Δεκαπέντε χρόνια έψαχνα τον τρόπο να επικοινωνήσω με τον Θεό, αλλά τελικα κατάλαβα ότι το μόνο που αξίζει στη ζωή είναι να επικοινωνείς με τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ο Θεός.”

Όλα για καλό: Αναγνωστική απόκριση Lida Sarantidi

Lida Sarantidi
Βαθμολογία: ★★★★
Το γνωστό αγαπημένο στυλ του Μακριδάκη. Αυτή τη φορά όχι απλώς περιγραφικό, αλλά με ενδιαφέρουσα “σύγχρονη”πλοκή.
Ξεχωρίζει η φράση:
Δεκαπέντε χρόνια έψαχνα τον τρόπο να επικοινωνήσω με τον Θεό, αλλά τελικα κατάλαβα ότι το μόνο που αξίζει στη ζωή είναι να επικοινωνείς με τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ο Θεός.
Πολύ ενδιαφέρουσα και η περιγραφή της ζωής στη Χιου, του τρόπου αντιμετώπισης των μεταναστών. Ίσως φαίνεται λίγο πολύ καλό για να είναι αληθινό, αλλά από την άλλη είναι δεν είναι απαραίτητα κακό να εστιάζει κάνεις στα θετικά που βλέπει γύρω του..

Αντιτρομοκρατική και λογοτεχνία

Χτες βράδυ γνώρισα έναν μπάτσο της αντιτρομοκρατικής. Απ’ αυτούς με τις κουκούλες που βλέπουμε στα δελτία. Έτσι ακριβώς μου συστήθηκε. Ευτυχώς, δεν τον γνώρισα ως όργανο του κράτους που κινήθηκε εναντίον μου να με συλλάβει. Διότι του συστήθηκα κι εγώ ως πιθανός δια της λογοτεχνίας και δια της φαντασίας τρομοκράτης, αλλά με πληροφόρησε πως δεν την ενδιαφέρουν διόλου κάτι τέτοιοι σαν εμένα την υπηρεσία του, οπότε να είμαι ήσυχος. Λίγο πριν μου τα πει αυτά, μας είχε πλησιάσει και χαιρέτισε την φίλη που ήτανε μαζί μου, είδα την έκπληξη στα μάτια της, αλλά πριν προλάβω να καταλάβω το γιατί, γύρισε αμέσως σε μένα με ύφος απολογητικό εκείνος, μου έδωσε το χέρι του σε χειραψία εγκάρδια, ήταν πολύ γλυκός κι ευγενικός, μου είπε το όνομά του και μου γνωστοποίησε πως ήταν παλαιός συμμαθητής της, 20 χρόνια πριν, μην νομίζω πως της την πέφτει δηλαδή και παρεξηγηθώ και μεταμορφωθώ σε κάναν Κοεμτζή ενδεχομένως και κάνουμε καμιά ζημιά στο μαγαζί.
Μετά, μου έσκασε και το μυστικό. Μπάτσος είμαι, μου λέει, της αντιτρομοκρατικής, από αυτούς που βλέπετε με τις κουκούλες στα δελτία. Η γυναίκα μου όμως είναι καλλιτέχνις και έτσι μετά από τόσα χρόνια που είμαστε μαζί, έχω έρθει κι εγώ κάπως προς την κουλτούρα, πάλι απολογήθηκε.

Σήμερα το πρωί που πέρασα ξανά μπρος από το τουρκικό προξενείο και όπως κάθε φορά περπάτησα δίπλα στους ματατζήδες για να τους παρατηρήσω και για να ακούσω τις κουβέντες τους, μα και για να κοιτάξω μες στα μάτια έντονα κάποιον από αυτούς, όπως το συνηθίζω πού και πού, να κόψω την αντίδρασή του στο βλέμμα το ανθρώπινο, να του προκαλέσω σκίρτημα μες στην ψυχή ανεπαίσθητο και να του υπενθυμίσω ότι νιώθει και αυτός ως άνθρωπος κάτω απ’ τη στολή και όλα τα συμπράγκαλα του οργάνου εν ώρα υπηρεσίας, να τον αποδομήσω κατά κάποιον τρόπο και να τον αφοπλίσω δηλαδή εντελώς, έστω και στιγμιαία, θυμήθηκα τον χθεσινό μπάτσο της αντιτρομοκρατικής, που φοράει και κουκούλα στο κεφάλι του, και που μου είπε ότι δεν την ενδιαφέρουν διόλου την υπηρεσία του οι δια της φαντασίας και της λογοτεχνίας τρομοκράτες.

Θεσσαλονίκη

Κάθε μέρα μού συμβαίνουν σπουδαίες ανθρώπινες στιγμές επικοινωνίας και αλληλοεκτίμησης σε αυτή την πόλη, τόσο που έχω μείνει έκπληκτος από την ανοιχτωσιά, την μεγαλοψυχία, το ενδιαφέρον και την αξιοπρέπεια νέων κυρίως ανθρώπων που συναντώ ή συναναστρέφομαι ή συνεργάζομαι μαζί τους στα μέρη που συχνάζω και στα μέρη που οργανώνω τα λογοτεχνικά εργαστήρια.
Επίσης είμαι πολύ χαρούμενος από την αμεσότητα και την ετοιμότητα των πολλών “μαθητών” και “μαθητριών” μου, που ήταν σαν έτοιμοι και έτοιμες, ώριμοι και ώριμες από καιρό, να επικοινωνήσουμε, να μάθουμε μαζί, να δημιουργήσουμε, να εκθέσουμε και να εκτεθούμε, να γίνουμε ομάδα δεμένη, με αμοιβαίο σεβασμό και εκτίμηση.
Ένα και κάτι μήνα τώρα που ζω στη Θεσσαλονίκη είμαι καθημερινά πλήρης ευγνωμοσύνης για τους ανθρώπους που με περιβάλλουν.

Στιγμιότυπο πόλης

Περπατώ σε έναν όχι πολυσύχναστο δρόμο και βλέπω στο απέναντι πεζοδρόμιο μια εικόνα. Σκέφτομαι ασυναίσθητα: Μία κυρία στέκεται στη γωνία και περιμένει.
Σε μερικά δευτερόλεπτα, περνώντας από δίπλα της, ακούω να χτυπάει το κινητό της. Το βγάζει από την τσέπη της και απαντάει:
Ναι;

Στέκομαι στη γωνία και περιμένω.

Ο καταγγέλων

Μόλις είδε τους μπάτσους η Μαρία και συνειδητοποίησε γιατί είχαν έρθει, πήδηξε από τ’ παράθυρο έξαλλη. Στο ακριανό τραπέζι καθόμασταν, στη βιτρίνα του εστιατόριου και ήτανε η τζαμαρία ορθάνοιχτη, τέλη Οκτώβρη, αλλά η ζέστη ακόμη μεγάλη, σαν καλοκαιρινή ήταν η Κυριακή. Οι μπάτσοι κατάφτασαν με τρεις μηχανές, η μια πίσω απ’ την άλλη και σταμάτησαν μες στη μέση του στενού δρόμου, ακριβώς εμπρός στο τραπέζι μας. Κοιτούσαν κιόλας κατά το μέρος μας. Δεν είχαμε καταλάβει τι συνέβαινε, ψαχνόμασταν απορημένοι, ώσπου ο ένας ξεκαβάλησε και βάδισε προς την είσοδο της διπλανής πολυκατοικίας, αριστερά μας. Έσκυψε η Μαρία και έβγαλε το κεφάλι της από τη τζαμαρία. Τον είδε τότε να συνομιλεί με έναν άστεγο, που καθόταν εκεί στα σκαλιά της εισόδου, τον άκουσε κιόλας που του έλεγε με ύφος αυστηρό να φύγει από κει διότι ενοχλεί τους ενοίκους η παρουσία του και εμποδίζει την πρόσβαση στην οικοδομή. Τότε ήταν που πήδηξε η Μαρία φουντωμένη στο πεζοδρόμιο.

Την παρακολουθούσα διακριτικά. Σηκώθηκα αργά, βγήκα κι εγώ, από την πόρτα, κανονικά, και πλησίασα στην σκηνή. Ο άστεγος, ένας ταλαιπωρημένος και αναμαλλιασμένος γέροντας με μούσια είχε σηκωθεί από τα σκαλιά και παρακαλούσε τα όργανα της τάξης να τον αφήσουν ήσυχο, η Μαρία ζητούσε τον λόγο με έντονο ύφος από τον επικεφαλής και απαιτούσε να μάθει για ποιον λόγο ήρθαν έξι αστυνομικοί για έναν ακίνδυνο άνθρωπο και για ποιον κυρίως λόγο κρίνεται ως παράνομο να κάθεται κάποιος στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, ο αρχηγός τους ξεκαβαλίκεψε κι αυτός από την μεσαία μηχανή, ήρθε κοντά και προσπαθούσε να της εξηγήσει με γλώσσα υπηρεσιακή ότι είχε κάνει καταγγελία κάποιος ένοικος και ότι ο κύριος εκεί εμπόδιζε την ελεύθερη πρόσβαση στον ιδιωτικό χώρο, ένας άλλος μπάτσος πήρε το λόγο μετά, αγανακτισμένος κάπως, καβάλα συνοδηγός στην τελευταία μηχανή αυτός, και με γλώσσα πιο λαϊκή έπιασε να της λέει να μην τα βάζει μαζί τους διότι κι αυτοί ήταν υποχρεωμένοι να έρθουν αφού έγινε καταγγελία και ότι δεν είχαν καμιά όρεξη να σηκωθούν από τον καφέ και να τρέχουν σε περιστατικό, έδειξε κιόλας, για του λόγου του το αληθές, το πλαστικό ποτήρι με τον καφέ, που το βαστούσε χωμένο ανάμεσα στην κοιλιά του και στην πλάτη του οδηγού, και τον ρουφούσε στα κλεφτά πότε πότε μέσα απ’ το κράνος, η Μαρία μ’ αυτά και μ’ αυτά γινόταν ολοένα πιο έξαλλη, εγώ παρακολουθούσα από δίπλα φαινομενικά αμέτοχος και ο καταγγέλων στεκόταν στο μπαλκόνι του στον πρώτο όροφο της οικοδομής και απολάμβανε την κυριακάτικη λαϊκή απογευματινή, που είχε σκηνοθετήσει από κάτω.
Μη στεναχωριέσαι κυρία, λέει σε μια στιγμή ο άστεγος στην Μαρία, άστους κυρία, μην τους μιλάς άλλο, δεν τα βγάζεις πέρα με την αστυνομία, φεύγω, της είπε και στάθηκε παρακεί, να μην ενοχλεί την πολυκατοικία. Η Μαρία γύρισε και τον κοίταξε σχεδόν εκστασιασμένη. Μη στεναχωριέσαι κυρία, της ξαναείπε τότε εκείνος και είχε η φωνή του μια ισοπεδωμένη τρυφεράδα και ευγένεια, έτεινε το χέρι του και την προσκάλεσε να βγει από το σκηνικό, να δώσει τέλος στην ιστορία και να αφήσει τα όργανα, που είχαν ήδη καβαλήσει πάλι τις μηχανές τους, να φύγουν.
Ο άλλος, από το σκοτεινό του μπαλκόνι κοιτούσε και μάλλον θα ένιωθε ικανοποιημένος με την εξέλιξη της υπόθεσης.
Σε λίγο ησύχασε πάλι η γειτονιά, μπήκαν οι περίοικοι στα σπίτια τους,συγκεντρώθηκαν πάλι στα τραπέζια τους οι θαμώνες των γύρω μαγαζιών. Γιάννη τον λέγανε τον άνθρωπο αυτόν, τέσσερα χρόνια είμαι στον δρόμο, μου είπε, στον Άγιο Δημήτρη, έξω από την εκκλησία κοιμόμουνα, αλλά με έδιωξαν από κει οι παπάδες και τώρα κοιμάμαι όπου βρω, αλλά μη στεναχωριέστε, είπε πάλι και μου ‘ρθε να τον αγκαλιάσω αλλά δεν το ‘κανα, αύριο θα πάω στο νοσοκομείο, συνέχισε, μου είπε ένας γιατρός ότι στο ΑΧΕΠΑ τους δέχονται τους άστεγους, θα τρώω και θα κοιμάμαι εκεί από αύριο. Τον ρώτησα πώς έγινε και βγήκε στο δρόμο, αν έχει οικογένεια, μου διηγήθηκε πως πέθανε η γυναίκα του και πως η εφορία του πήρε τα πάντα διότι είχε μια επιχείρηση, πλεκτές φανέλες έφτιαχνε, αλλά χρεοκόπησε, μου είπε πως έχει δυο παιδιά στην Αμερική και πως του έστελναν κάποτε λεφτά, αλλά τώρα δεν θέλει πια να ξέρουν τίποτα γι’ αυτόν, μάλλον ντρέπεται για την κατάντια του, έτσι συμπέρανα,΄τώρα έχω να φάω από χτες, μου είπε, σήμερα όλη μέρα δεν έχω βάλει τίποτα στο στόμα μου, πού και πού κανένας φούρναρης μου δίνει ένα ψωμί. Σκέφτηκα τα μπριζολάκια με το δαμάσκηνο, το μαύρο ρύζι με τα μανιτάρια και τις σταφίδες, το κρητικό απάκι που τρώγαμε πριν λίγο και που αφήσαμε τα μισά μες στα πιάτα μας, όσην ώρα εκείνος καθόταν νηστικός πλάι μας στην είσοδο της πολυκατοικίας και δεν τον είχαμε αντιληφθεί μέχρι να έρθουν οι μπάτσοι, σκέφτηκα στιγμιαία να τον καλέσω μέσα στο εστιατόριο και να του παραγγείλω ένα πιάτο φαϊ, σκέφτηκα ύστερα ότι μου τα λέει όλα αυτά για αυτόν ακριβώς τον λόγο και ότι δε μπορεί, όλο και κάποια καβάντζα θα έχει, τον είδα ότι δεν ήτανε ασθενικός, την είχε την κοιλίτσα του, σκέφτηκα μετά ότι ήταν μεγάλη ντροπή του καλοβολεμένου ακόμη αστικού εαυτού μου να κοιτάζει τον άνθρωπο έτσι κυνικά και καχύποπτα, και ότι είναι υποκριτικό εν τέλει το ενδιαφέρον μου, ένιωθα όμως τελείως άβολα και δεν μπορούσα να αποφασίσω τι να κάνω εκείνη την ώρα και πώς να φερθώ, πώς να τον βάλω μέσα στο εστιατόριο, να καθίσει στα στριμωγμένα τραπέζια δίπλα στους άλλους θαμώνες έτσι που ήταν βρόμικος και ρυπαρός, κρεμότανε και μια μύξα πηχτή όλη εκείνη την ώρα κάτω απ’ το στόμα στα μούσια του, όχι, δεν μπορούσα να τον βάλω μέσα στο μαγαζί και να τον καθίσω στο τραπέζι μαζί μας. Γιατί δεν πας τώρα στο νοσοκομείο, βγήκε από μέσα μου τότε ανακουφιστική η ερώτηση, σαν να βρήκα επιτέλους μια λύση στο πρόβλημά μου, να βολευτεί κάπως για σήμερα έστω ο άνθρωπος, να μην αναλάβω κι εγώ την ευθύνη του. Δεν μπορώ, μου λέει, να πάω τώρα, είναι νύχτα πια και υπάρχουνε στο δρόμο σκυλιά. Πήγε αμέσως ο νους μου στα σκυλιά που γαβγίζουν τους διαφορετικούς και ένιωσα ότι φοβάται στ’ αλήθεια ο άνθρωπος, σε γαβγίζουν τα αδέσποτα, τον ρώτησα, ναι, μου λέει, με ορμάνε, ίσως με φοβούνται έτσι που είμαι, είπε και έφτιαξε με το χέρι του ένα αόριστο περίγραμμα του προσώπου του με τα μούσια και τα άλουστα μαλλιά του τα ανακατεμμένα.
Έμεινα εκεί έτσι αμίλητος για κάποιες στιγμές μπροστά του, να σκέφτομαι τι κινδύνους, που δεν μπορώ να φανταστώ, έχει η ζωή ενός άστεγου, ώσπου τον άκουσα να με ευχαριστεί που τον υποστηρίξαμε στην περιπέτειά του με την αστυνομία και να γυρνάει να φεύγει.
Τότε ήταν που σταμάτησε πίσω μου, μπρος στην είσοδο της πολυκατοικίας ο ντελιβεράς. Ξεκαβαλίκεψε κι αυτός, άνοιξε το ντουλάπι του, πήρε στα χέρια του το πακέτο με την πίτσα και προτού κατευθυνθεί στα κουδούνια, κοίταξε μια ματιά πάνω στα μπαλκόνια, ακολούθησα κι εγώ το βλέμμα του ασυναίσθητα, αλλά δεν είδα κανέναν, δεν έστεκε εκεί πια ούτε ο καταγγέλων. Ο ντελιβεράς κατευθύνθηκε προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Κοιταχτήκαμε τότε στα πεταχτά με την Μαρία στα μάτια με νόημα και προτού προλάβει ο άνθρωπος να χτυπήσει το κουδούνι, τον φώναξα, έλα, του είπα, σε περίμενα από κάτω, για να μην ανεβαίνεις, με κοίταξε με μιαν έκπληξη και κάπως χαμένος εκείνος, διάβασε ύστερα ένα όνομα στο χαρτάκι του και με ρώτησε αν είναι για μένα η παραγγελία, ίσως έτσι τον λένε τον τύπο, σκέφτηκα, και έκανε δύο τηλέφωνα, ένα στην αστυνομία κι ένα στην πιτσαρία, καταγγέλων τον άστεγο και παραγγέλων την πίτσα του, συνήλθα όμως αμέσως από τις σκέψεις μου, ναι, ναι, για μένα είναι, του απάντησα στα γρήγορα και λίγο αγχωμένος μη τυχόν και ξαναβγεί στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου ο άλλος και μου χαλάσει τη δουλειά, και τότε μου την παρέδωσε, τον πλήρωσα και πήρα το πακέτο, με ευχαρίστησε, είπε καληνύχτα και έφυγε.
Τον πρόλαβα στη γωνία τον Γιάννη. Δώσε και στα αδέσποτα, του είπα, κάνα ξεροκόμματο από τα γύρω γύρω ζυμάρια, να μη σε γαβγίζουνε πια. Γελάσαμε πικρά και οι δύο.

Φωτογραφίες Θεσσαλονίκης

Ο φίλος μου ο Θωμάς Κοροβίνης όπου συναντηθούμε βγάζει από την τσέπη του μια φωτογραφική μηχανή και τη δίνει σε κάποιον να μας απαθανατίσει να έχουμε ενθύμια και να νικάμε τον χρόνο

Χαίρε Θωμά

Εδώ με τον Παντελή Βούλγαρη, την Ιωάννα Καρυστιάνη και έναν άγνωστο σε μένα κύριο στη μέση.

Εδώ με τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη και τον Ηλία Παπαμόσχο.

Λουκάνικα Φρανκφούρτης

Η αναγνώστρια Ν.Ζ. που διάβασε το Αντί Στεφάνου και ταυτίστηκε, μου έστειλε σήμερα το παρακάτω γράμμα:

Πανσέληνος. Στην αυλή του σπιτιού μας, με κρασάκι και μεζεδάκια, κουβεντιάζουμε με τη Ρ. και το Γ. Η κουβέντα προσωπική για τις σχέσεις μας, τις συμπεριφορές μας, τη μακρόχρονη συμβίωση.
Η Ρ. (Γερμανίδα) για πολλοστή φορά φεύγει από το θέμα μας και γενικευόντας με τα “ελληνικα” της (45 χρόνια στην Ελλάδα, με Ελληνα σύζυγο) αρχίζει την επίθεση, τύπου Bild, εσείς Ελληνες δε μπορείτε συζητησετέ, δεν άκουτε ποτέ άλλο, δε διαφεύεστε παρά μόνο στον εαυτό σας”.Την προηγούμενη φορά “όλοι Ελληνες είστε ρατσιστές,πιστοδρομικοί, Κατίνες, και ουκ έστιν τέλος στους χαρακτηρισμούς, Για μιαν εισέτι φορά την παρακαλώ να μη γενικεύει, να μην είναι αφοριστική, γιατί αυτό οδηγεί σε στερεότυπα που καλλιεργούν εχθρότητες, ρατσισμό κ.λ.π.” είσαι σοβινίστ” μου λέει” -τι θα έλεγες αν χαρακτήριζα όλους τους Γερμανούς φασίστες”, “αχ, τι λες τώρα”, μου λέει, κι εκεί ζητώ να σταματήσουμε την ανεδαφική συζήτηση, που μ’έχει κουράσει η επανάληψη της. Μέσα μου όμως δούλεψε γι’άλλη μια φορά και βγήκε στ’όνειρο μου.
Ονειρο.
Είμαι σε μια κατασκήνωση και πηγαίνω στην τουαλέτα, που μοιάζει με παλιό πλυσταριό και έχει μέσα δέο λέκανες, χωρίς διαχωριστικό. Βάζω το σύρτη και καθώς ανακουφίζομαι, ακούω βροντερά χτυπήματα στην πόρτα και τη φωνή μιας Γερμανίδας “άνοιξε αμέσως, δεν επιτρέπεται να κάθεσαι τόσην ώρα. Θα περιμένεις λίγο, δεν τέλειωσα άκομα” απαντώ. Μαζί με δυο άλλες Βαλκυρίες σπάζουν την πόρτα και εισβάλλουν μέσα βρίζοντας. Η μια κάθεται στη δεύτερη λεκάνη, αφοδεύει βιαστικά και εξακολουθεί να με ψέλνει. Τελειώνω και σηκώνομαι να σκουπιστώ. Πετιέται και σκύβει να εξετάσει τα κακά μου και με ύφος ξυνό και απαξιωτικό και έκφραση αηδίας τα δείχνει. Είναι κάτι σαν καφετιά τουρτίτσα με ίχνη απο φλουδίτσες ντομάτας και πιπεριάς Φλωρίνης! Μ’αρπάζει από το μπράτσο και μου δείχνει τη δική της λεκάνη όπου κολυμπάει μιαν απόλυτα συμμετρική, κυλινδρική, κίτρινη κουράδα, κάτι σαν μεγάλο λουκάνικο Φρανκφούρτης. Με ικανοποιημένο μούτρο λέει ”να πώς πρέπει να είναι, όχι σαν τη δική σου αηδία.”
Εξαλλη ούρλιαζω. “ε, οχι ρε κωλογερμαναράδες, δε θα μας βάλετε νόρμες και στον κώλο μας, δε θα μας καταντήσετε κουραδομηχανές!
Ξύπνησα και έτρεξα στην τουαλέτα. Με ανακούφιση είδα ό,τι δεν έκανα λουκάνικο Φρανκφούρτης!