Αναγνωστική απόκριση PROUST & KRAKEN

«Τον Μιχάλη τον πήρε ο αέρας. Είχε σταθεί προς νερού του άκρη-άκρη στην πιο ψηλή αναβαθμίδα του βουνού, έξω από το καλύβι του και πήγε από κάτω. Έτσι συνήθιζε, να στέκει εκεί, στο χείλος της πεζούλας και να κορδώνεται, για να βγάλει το πουλί του όσο μπορούσε πιο μπρος. Σαν τόξο ινδιάνικο γινότανε το κορμί του από το τέντωμα. Έβαζε και το δεξί του χέρι στο νεφρό και έσπρωχνε κάπως κι από κει. Με το αριστερό διεύθυνε το βέλος, ανάλογα με τον άνεμο, για να στέλνει το κάτουρο κατευθείαν στην αποκατινή εμασιά. Όλα αυτά επειδή δεν ήθελε να πιτσιλάει τα πόδια του και να βρομάνε τα μπατζάκια του ύστερα κατρουλίλα. Μα εκείνο το απόγευμα έπεσε και αυτός. Δεν ήτανε πολύ ψηλά, σκάρτα δυο μέτρα μόνο, αλλά την πήρε βολικά. Χτύπησε το κεφάλι του απάνω σε μια κοτρόνα που είχε κυλήσει απ’ τη μισογκρέμια ξερολιθιά και έμεινε επί τόπου. Ξαίμαξε ώσπου ν’ ανεβώ.»

Το πρώτο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη που διάβασα ήταν «Η δεξιά τσέπη του ράσου». Είχα εντυπωσιαστεί με την τρυφερή αυτή και ευαίσθητη νουβέλα. Φυσικά, όπως κάνω πάντα με τα βιβλία που λατρεύω, πίεσα τους πάντες να σπεύσουν να το διαβάσουν (δεν είχα τότε το blog, για να γίνει αυτό σε μεγαλύτερη κλίμακα!), ενώ και εγώ με τη σειρά μου αγόρασα αμέσως το «Ανάμισης ντενεκές», το οποίο ομολογώ ότι δεν έχω διαβάσει ακόμα (είναι μια κάποια διαταραχή που έχω: κρατάω βιβλία αγαπημένων συγγραφέων στην άκρη για καιρό, ώστε να έχω απόθεμα σε περίπτωση λογοτεχνικής ξηρασίας). Το «Ήλιος με δόντια» είναι ένα ακόμη από τα πιο λατρεμένα μου βιβλία από Έλληνα συγγραφέα, ενώ και η «Άλωση της Κωνσταντίας» έχει χαραχτεί βαθιά στη μνήμη μου. Θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω και για άλλα βιβλία του Μακριδάκη, αλλά εν προκειμένω προτεραιότητα πρέπει δικαίως να δοθεί στο τελευταίο του μυθιστόρημα, το «Όλα για καλό», που εκδόθηκε πρόσφατα από την Εστία (όπως και όλα τα βιβλία του) και το οποίο με συνεπήρε, όπως ο άνεμος τον Μιχάλη στην αρχή του βιβλίου.
Ο εξηντάχρονος Μιχάλης (πρώην μοναχός Νικηφόρος), αν και νεκρός από τις πρώτες γραμμές του βιβλίου, είναι ο βασικός πρωταγωνιστής της γεμάτης ανατροπές νέας ιστορίας του Μακριδάκη, αφού η ζωή του, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας με συνεχή flash-back, έχει ορίσει τις ζωές των άλλων δύο πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, του τριανταοχτάχρονου Δημοσθένη και της κατά δέκα χρόνια νεότερής του Κατρίν με τρόπο απρόσμενο. Θα διαβάσετε στο βιβλίο με ποιον τρόπο, γιατί ένα από τα πράγματα που κυρίως στο δεύτερο μέρος θα λατρέψετε είναι αυτές ακριβώς οι ανατροπές στην πλοκή, που θα σας αφήσουν άφωνους και με μάτια βουρκωμένα.Λίγα μόνο ακόμα λόγια για την ιστορία χωρίς spoilers:

Βρισκόμαστε στη Χίο και είναι χειμώνας του 2015. Το νησί κατακλύζεται από πρόσφυγες, πτώματα ξεβράζονται στις ακτές και ο Δημοσθένης μαζί με λίγους κατοίκους του χωριού φτιάχνουν σε ένα παλιό νοσοκομείο που πια δεν χρησιμοποιείται και στο οποίο κάποτε νοσηλεύονταν άνθρωποι με λέπρα («σπιτάλι» αναφέρεται στο βιβλίο, νεολογισμός από το «hospital») μία αυτοσχέδια κουζίνα, για να φτιάχνουν στους πρόσφυγες της γύρω περιοχής φαγητό. Τους βοηθάει μια Ελληνογερμανίδα, η Κατρίν, η οποία επισκέφθηκε το νησί αφενός για να γίνει εθελόντρια, αφετέρου για να δει τον τόπο καταγωγής της και να μάθει πράγματα για την οικογένειά της, τα οποία και εμείς μαθαίνουμε σταδιακά. Πέραν των τριών αυτών ηρώων, βρίσκουμε και άλλους πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες, κυρίως ηλικιωμένους, που με καλοσύνη, ανθρωπιά και αυταπάρνηση βοηθούν τον κόσμο που καταφθάνει από τα παράλια της Μικράς Ασίας, όπως την κυρα-Στάσα, την κυρα-Καλή και τον καπτα-Φώταρο, ενώ είναι πολλοί ακόμα οι χαρακτήρες που ξεπλέκουν το κουβάρι της αφήγησης, ξεπηδώντας από το παρελθόν, όπως η Γιασεμώ, ο Ιωακείμ και η Εμμανουέλα, για να κλείσουν ανοιχτά κεφάλαια του αφηγηματικού παρόντος. Φυσικά, βρίσκουμε και άλλους χαρακτήρες που πιστεύουν ακράδαντα ότι μέσω των προσφύγων υπάρχει σχέδιο εξισλαμισμού της ελληνικής κοινωνίας, ενώ αναφορές γίνονται και σε πλιατσικολόγους που σαν πειρατές περιμένουν στις ακτές τους πρόσφυγες, για να πάρουν τις μηχανές απ’ τις βάρκες που τους μεταφέρουν, πριν καταφθάσουν οι αρχές.
Με μια γέννηση ξεκινάει ο Μακριδάκης το μυθιστόρημά του, αλλά και με δύο θανάτους, αυτόν του Μιχάλη και τον θάνατο ενός πρόσφυγα, του Μουεζίν, το πτώμα του οποίου βρίσκει στην ακτή ο Δημοσθένης, ζωσμένο με δεκαπέντε χιλιάδες δολάρια. Μια χαρά λοιπόν και δυο λύπες αποτελούν τις αφορμές, για να ξεδιπλωθούν ιστορίες που ανατρέχουν μέχρι την εποχή που οι Έλληνες έφευγαν ως πρόσφυγες στη Συρία. Μας το θυμίζει αυτό το τελευταίο με ωραίο τρόπο ο συγγραφέας, για να μην ξεχνιόμαστε (που το έχουμε εύκολο σαν λαός).
Ως φόντο, λοιπόν, της ιστορίας του ο Μακριδάκης χρησιμοποιεί την προσφυγική κρίση και σαν εμπειρότατος συγγραφέας καταφέρνει χωρίς μελοδραματισμούς και ηθικολογίες να μας μιλήσει για τους πρόσφυγες, μέσα από την ιστορία των Κούρδων Καχραμάν και Γιασμίν, που εκείνο το χειμώνα του 2015, μέσα στο παλιό νοσοκομείο που κάποτε στοίβαζε τους λεπρούς του νησιού, η μαμή του χωριού ξεγέννησε την τελευταία. Φυσικά ο τόπος όπου η Γιασμίν γεννάει το μικρό της γιό, η «Σπιναλόγκα» της Χίου, καθόλου τυχαία δεν είναι για την πλοκή, αφού ο φόβος για τη συγκεκριμένη αρρώστια και ο κοινωνικός στιγματισμός ακόμα βασιλεύουν, ενώ στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα «δένουν» με το φόβο για τους πρόσφυγες. Παρ’ όλα αυτά, όπως συνεχώς μας θυμίζει ο συγγραφέας, καλά και κακά γίνονται πάντα μόνο για καλό! Ακόμα και τα μυστικά που αποκαλύφθηκαν και άλλαξαν για πάντα τις ζωές των πρωταγωνιστών.«Έτσι, δεν έμαθε η Κατρίν εκείνο το πρωί τίποτα για τη θητεία του Μιχάλη. Δεν ήτανε γραφτό της να μάθει εγκαίρως φαίνεται. Έμαθε όμως το βράδυ, μετά το τραπέζι το γιορτερό, μετά και από το κλάμα που έριξε. Τότε έμαθα πολλά και εγώ για λόγου της, πολλά και απίστευτα. Και την άλλη μέρα, πριν απ’ το άλλο τραπέζι, το νεκρικό, έμαθα ακόμα πιο πολλά και ακόμα πιο απίστευτα, και το παράλλο πρωί, μετά από την εκκλησιά, έμαθα το πιο συγκλονιστικό, που αυτό δεν το ήξερε εκείνη. Ούτε της το φανέρωσα όμως ποτέ. Της το κράτησα κρυφό ώσπου έφυγε. Ούτε στον Μιχάλη είπα βέβαια τίποτα παραπάνω για την Κατρίν τις δυο μέρες που έζησε και τον ξαναείδα μετά την επίσκεψή μας. Δεν με ρώτησε βέβαια κιόλας τίποτα γι’ αυτήν. Σαν να μην την είχε γνωρίσει καθόλου ή να την είχε σβήσει απ’ τη μνήμη του. Μα και να με ρωτούσε, δεν ήξερα τίποτα τότε για να του πω. Αφού όλα μετά τον θάνατό του φανερωθήκανε. Σαν να ανοίξαμε το σεντούκι και να πετούσαμε έξω ένα-ένα τα υφάσματα· φτάσαμε μέχρι και τις φασκιές μας. Δεν έμεινε κρυπτόν υπό τον ήλιον ουδέν. Τότε τα μάθαμε όλοι μας όλα.»

Με τρόπο μοναδικό ο Μακριδάκης ενώνει τις προσωπικές ιστορίες των πρωταγωνιστών με την ιστορία των προγόνων τους, την σύγχρονη ιστορία του νησιού, την προσφυγική κρίση, με την παλαιότερη ιστορία του και το κεφάλαιο της λέπρας και της αντιμετώπισης των χανσενικών από τις κοινωνίες. Όλα αυτά με μια γνώριμη σε εμάς τους νησιώτες λαϊκή γλώσσα μπολιασμένη με τη νησιώτικη ντοπιολαλιά, όπως μας έχει, άλλωστε, συνηθίσει ο συγγραφέας στα βιβλία του. Το δε διακριτικό του χιούμορ είναι παρόν και σε αυτό το βιβλίο.

Ένα ακόμα εξαιρετικό βιβλίο από έναν εξαιρετικό συγγραφέα. Συγκλονιστική και απολύτως ταιριαστή με την ιστορία η φωτογραφία του εξωφύλλου. Πάντα προσεγμένες οι εκδόσεις της Εστίας.
Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>