“Ὅλα γιά καλό” τοῦ Γιάννη Μακριδάκη, τοῦ Τάσου Γέροντα

 Γιάννης Μακριδάκης “Ὅλα γιά καλό”, ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἑστία, Φεβρουάριος 2017. Ὅπως πάντα, πολύ προσεγμένη ἔκδοση, μέ πολύ καλό χαρτί, εὐχάριστη γραμματοσειρά, κανένα λάθος. Στό ἐξὠφυλλο μιά γνωστή φωτογραφία ἀπό τό δράμα τῶν προσφύγων πού φτάνουν στήν Ἑλλάδα.

Ἡ ἱστορία διαδραματίζεται σέ κάποιο ελληνικό νησί τόν Δεκέμβριο τοῦ 2015. Εἶναι ἀπό αὐτά πού δέχονται πολλούς πρόσφυγες ἀπό τήν Τουρκία. Δέν γνωρίζω ἄν τά τοπωνύμια πού ἀναφέρει ὁ Μακριδάκης ὄντως ὑπάρχουν σέ κάποιο νησί. Ἕνας νεκρός μαροκινός καί ἕνα ζευγάρι κούρδων πού ἐπιβίωσαν δίνουν ἀφορμή νά ξεδιπλωθεῖ τό μυθιστόρημα. Ὁ Δημοσθένης, ἕνας νεαρός ντόπιος, μέ τή βοήθεια τῆς ΚΑτρίν, ἐπισκέπτριας τοῦ νησιοῦ καί κατά τό ἥμισυ ἑλληνίδας, στήνουν σέ ἕναν ἐγκαταλειμμένο χῶρο πού κάποτε φιλοξενοῦσε λεπρούς, ἕνα μαγειρεῖο γιά νά ἑτοιμάζουν φαγητό, τό ὁποῖο οἱ ἴδιοι μοιράζουν στούς πρόσφυγες πού ὑπάρχουν στό νησί. Ἡ συνάντηση τῆς Κατρίν μέ τόν Μιχάλη, τόν μισότρελο ἐρημίτη τοῦ χωριοῦ, τοῦ ὁποίου τόν θάνατο μαθαίνουμε ἀπό τίς πρῶτες γραμμές τοῦ βιβλίου, καθώς καί μιά γέννα δίνουν τό ἔναυσμα νά ξυπνήσουν παλιές ἱστορίες, νά “ζωντανέψουν” πεθαμένοι, νά ἀποκαλυφθοῦν μυστικά. Οἱ έκπλήξεις εἶναι συνεχεῖς, οἱ ἀνατροπές ἀπρόβλεπτες, τό τέλος, μετά τά προηγηθέντα, γαλήνιο. Δέν θέλω νά πῶ τόποτα περισσότερο γιά τήν ἱστορία, ἐπειδή δέν θέλω νά χαλάσω τή μαγεία τῆς ἐξέλιξης.
Χαρακτηριστικό αὐτοῦ τοῦ μυθιστορήματος εἶναι οἱ συνεχεῖς μεταπηδήσεις στόν χρόνο. Ἐκεῖ πού περιγράφει κάτι, ἀναφέρεται σέ συμβάν τοῦ παρελθόντος. Μέ πολύ ὄμορφο καί σαφή τρόπο ἀνοίγει μεγάλη παρένθεση καί περιγράφει τό γεγονός τοῦ παρελθόντος. Ἀπό κεῖ μπορεῖ ἤ νά ἐπιστρέψει στό τώρα ἤ νά συνεχίσει μέ κάποιο ἄλλο συμβάν τοῦ παρελθόντος. Καί ὅλα αὐτά τά χρονικά ἅλματα γίνονται ἀπολύτως φυσικά, χωρίς νά μπερδεύουν τόν ἀναγνώστη.
Ἐξαιρετική εἶναι, ὅπως πάντα, ἡ χρήση τῆς γλώσσας. Ἡ ἀνάγνωση ρέει ἰδιαίτερα εὐχάριστα. Εἶναι σάν νά ἀκούω κάποιον νά τά διηγεῖται. Ἄλλοτε χαλαρά, ἄλλοτε μέ βιάση, ἄλλοτε χαρούμενα, ἄλλοτε πονεμένα.
Ἡ γλώσσα εἶναι ἁπλή, ἐμπλουτισμένη μέ στοιχεῖα νησιωτικῆς ντοπιολαλιᾶς. Οἱ λέξεις εἶναι πολύ προσεκτικά ἐπιλεγμένες ὥστε, χωρίς νά εἶναι ἐξεζητημένες, νά πλουτίζουν τίς προτάσεις. Ἀναφέρω μερικά παραδείγματα:
“οἱ σκέψεις τοῦ χάρου οἱ ἄχαρες”
“ἔκανε μεγάλη προσπάθεια νά γράψει ἕνα χαμόγελο στό πρόσωπό της”
Ἐνδιαφέρουσα ἡ σκηνή, στήν ὁποία μέσα στή φούρια νυχτερινῶν δραματικῶν γεγονότων, ὁ Δημοσθένης κάνει ἕνα πολύ ἔξυπνο λογοπαίγνιο μέ τό “χασομερῶ”.
Ὁ Μακριδάκης εἶναι λυρικός στίς περιγραφές τῶν τοπίων καί τῆς φύσης, λεπτομερής στίς περιγραφές τῶν ἀνθρώπων καί συγκλονιστικός στίς περιγραφές τῶν συναισθημάτων. Καί φυσικά πάντα ὑπάρχει χῶρος γιά τήν παράδοση. Ἔθιμα, δοξασίες, προκαταλήψεις ξυπνοῦν τίς μνῆμες τῶν παλιῶν καί διδάσκουν σέ ὅσους νέους θέλουν νά μάθουν.

Σᾶς μιλάω γιά ἕνα μυθιστόρημα πού καταλαμβάνει 220 σελίδες. Τό διάβασα πρακτικά σέ μία μέρα. Βούρκωσα πολλές φορές, δάκρυσα σέ μερικές σκηνές, κάποιες φορές ἐπανέλαβα αὐτό πού εἶχα φωνάξει ὅταν διάβασα τήν ἅλωση τῆς Κωσταντίας, “ΑΣΤΟΔΙΑΛΟΡΕΜΑΚΡΙΔΑΚΗ”.
Σᾶς μιλάω γιά τόν Μακριδάκη στά καλύτερά του.

Πηγή

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>