Κώστας Τραχανάς (Ηχώ της Άρτας)

 

Γιάννη Μακριδάκη: Το ζουμί του πετεινού

Εκδόσεις Εστία 2012 σελ. 93

Γράφει: Ο Κώστας Τραχανάς

Τα βιβλία βιώνουν και αφηγούνται την κρίση…

Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια συνολική Κρίση: δημοσιονομική, οικονομική, πολιτιστική, κοινωνική και ηθική. Η κρίση αυτή είναι  παρούσα σε κάθε επίπεδο και προβάλλεται από το προσωπικό επίπεδο στο κοινωνικό και αντίστροφα.

Η κρίση δεν είναι κάτι αόριστο, έξω από εμάς, αλλά κάτι που επηρεάζει τις ζωές μας.

Αδιέξοδο, θλίψη και κατήφεια επικρατεί παντού. Πρόσωπα άσχημα, συνοφρυωμένα. Βαριεστημένα σώματα, αδειανά στόματα, βλέμματα αφηρημένα. Τα χρώματα αλλοιωμένα και οι φωνές να γίνονται νεύματα. Η μελαγχολία μεγαλώνει. Η σιωπή έχει τη μελαγχολία της ερημιάς. Κι ο θυμός μαζί, να βλέπει το γυαλί. Και μετά οργή.

Η ελπίδα καταρρακωμένη ψάχνει στα πρόσωπα…

Όλοι οι από μηχανής θεοί εξαντλήθηκαν. Η πτώχευση ήδη χτυπάει την πόρτα της Ελλάδας.

Τον λαό τον καταδυναστεύει η τρομολαγνεία των δελτίων των οχτώ.

Τα τηλεοπτικά κανάλια πιέζουν καταστάσεις, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα δικό τους πολιτικό σκηνικό. Δίνουν ρεσιτάλ διαστρέβλωσης της πραγματικότητας. Σε κάθε χώρα υπάρχουν εκπομπές σκουπίδια. Μόνο στην Ελλάδα, όμως τα σκουπίδια εμφανίζονται ως ενημέρωση και ο παραλογισμός ως βασική κοινωνική ιδεολογία.

Τα τελευταία 20 χρόνια, ο θεόρατος αγρότης και κάπελας Παναγής,  τα έχει ζήσει σε ένα μικρό Παράδεισο. Μες στο μούρκι του παππού του στον Λειμώνα, μια κοιλάδα εύφορη της Χίου, στο ξεψύχισμα του ποταμού, δίπλα στη θάλασσα, μακριά από τον κόσμο, μια ώρα δρόμο μέσα από τα βουνά είναι η πιο κοντινή πόλη…

Όλον αυτόν τον καιρό ήτανε γελαστός, καλοδεχάμενος, σαν έπινε κι ένα δυο ρακιά στην ταβέρνα του, λαμποκοπούσε ο κόσμος ολόγυρά του όπου κάθιζε, κι όσο μεγάλωνε γινόταν ακόμα πιο αγνός.

Λίγο καιρό τώρα τον Παναγή τον έπιασε η κρίση. Η νευρική. Διότι, εντελώς τυχαία, εκεί που κάθισε σιμά σε μια παρέας να πιεί μαζί τους το ρακί του, πήρε το αυτί του μερικές κουβέντες τους για την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, οι οποίες δεν του άρεσαν καθόλου. Μιλούσαν για χρέος, για λιτότητα, για ελλείμματα του Κράτους, για χρεοκοπία, για ανεργία, για δανειστές, για εκβιασμούς της τρόικας.

Ο Παναγής είχε γουρλώσει τα μάτια του καθώς δεν καταλάβαινε πολλά – πολλά από αυτά που συζητούσαν, μα μια κουβέντα τους ήρθε και τον χτύπησε ίσια μες στην καρδιά, πως το κράτος για να μαζέψει τα βερεσέδια του θα αρχίσει να πουλάει γη και ύδωρ στους ξένους, πως όλη τη δημόσια περιουσία θα μας την πάρουνε οι δανειστές μπορεί και νησιά ολάκερα, πως άλλη λύση δεν υπάρχει αυτά υποστηρίζανε, και πως αυτό ήτανε το σχέδιο από την αρχή, να μας πάρουνε της Ελλάδα μισοτιμής οι Γερμανοί.

Η γυναίκα του η Θεοδοσία δεν είχε κανένα παράπονο από τον Παναγή, ούτε τελευταία είχε αλλάξει η ζωή τους, όπως περνούσανε έτσι και τώρα περνούσανε,  ούτε κανένα φόβο είχανε, ούτε λολάδες ποτέ του ο Παναγής  έλεγε ούτε έκανε, αλλά εκείνες τις τρείς ημέρες που τον χτύπησε η κρίση κατακέφαλα τον φοβήθηκε.

Τον έβλεπε τώρα να συγχύζεται και να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι για αυτά που έλεγε η τηλεόραση και ανατρίχιαζε η έρμη για το κακό που την βρήκε.

«Αντίς να μου λένε αυτοί για την κρίση», της έλεγε ο Παναγής, «θα τους λέω εγώ για τη γη και για την φύση».

«Τι ανεργία και ξανεργία ρε τσαμπουνάνε στον κόσμο, έλεγε προς την τηλεόραση, για έλα ρε στο μούρκι να δεις τι θα πει δουλειά, εμάθατε να καθόσαστε στις πολιτείες και να εισπράττετε τόσο χρόνια για αυτό μιλάτε για χρέη μόνο, γρεβαντωμένοι, ε γρεβαντωμένοι και θέτε τώρα να ξεπουλήσετε και τη χώρα για να ξεχρεώσετε, πάλι για να μην δουλέψετε, για να φάτε έτοιμα, αυτά που αφήκαν πίσω τους οι παλιοί, μόνο όποιος δε θε να δουλέψει πουλά τη γη, ρε ακαματόσκυλα,ε ακαματόσκυλα».

Και ξαφνικά κοκκίνισε ολάκερος, έφτυσε μια ακατανόητη βρισιά κι έπιασε μες στην αντάρα του το τασάκι, το πέταξε, πήρε την παρουσιάστρια στο δόξα πατρί κι έσπασε τη ρημάδα την τηλεόραση….

Ο Γιάννης Μακριδάκης  προτείνει μέσω του ήρωά του, του Παναγή, μια γιατρειά από την κρίση: το ζουμί του πετεινού, που σε αναζωογονεί καλύτερα από οποιοδήποτε φάρμακο.

Το βιβλίο αυτό είναι ένας ύμνος στη γη και την φύση. Ο συγγραφέας δεν ζητά επιστροφή στη φύση, αλλά μια αρμονική σχέση με την φύση και την παράδοση. Παλιότερα οι άνθρωποι δεν ήταν έτσι. Η εποχή εκείνη είχε έναν ρομαντισμό και μια αγνότητα που η τωρινή κρίση δεν έχει.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα ταξίδι και μια αναζήτηση της αληθινής ζωής.

Αυτό το ταξίδι είναι ένα ταξίδι προς τα πίσω, ίσως προς τα εκεί από όπου ξεκίνησες, σε μικρότερη ηλικία, σε άλλο τόπο, στην αρχική σου επιθυμία και ανάγκη, προς τη δημιουργικότητα, την αγνή και την απλή ζωή και την πηγή χαράς, και ίσως το μόνο που μπορεί να σταθεί απέναντι στην αγωνία, τον πανικό και τον φόβο που έρχεται από έξω.

Το έργο αυτό είναι έργο για την οργή, το θυμό και την αντίσταση, ένα έργο που θέλει να δημιουργήσει τα αισθήματα της αντίδρασης, να φωνάξει ότι δεν είναι δυνατόν να αφήσουμε τα πάντα να εξακολουθούν να συμβαίνουν ερήμην μας…

Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε Μαθηματικά. Άλλα έργα του είναι: «Ανάμισης ντενεκές», «Η δεξιά τσέπη του ράσου», «Ήλιος με δόντια»,  «Λαγού μαλλί», «Η άλωση της Κωνσταντίας».

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>