Αναγνωστική απόκριση από anagnostria.blogspot.com

 

Γιάννης Μακριδάκης
Η άλωση της Κωσταντίας
Εστία, 2011

Διαβάζοντας τον τελευταίο καιρό έργα του Γιάννη Μακριδάκη, νόμιζα πως δεν θα βρω καλύτερο από το εξαιρετικό “Η δεξιά τσέπη του ράσου“. Να όμως που πέφτω πάνω σε ένα άλλο δικό του, εξίσου ενδιαφέρον, εξίσου πρωτότυπο, εξίσου έργο που, παρά τη συντομία του, μπορεί αφενός να σου χαρίσει  την αναγνωστική απόλαυση και αφετέρου να σε οδηγήσει σε γόνιμο προβληματισμό. Ένα έργο που θ’ άξιζε να διαβαστεί και να προβληματίσει εμάς ειδικά στην Κύπρο.
Χρόνος, το 2005. Τόπος, η Κωνσταντινούπολη. Μια γειτονιά, το Τζιχανγκίρι, που αντικρίζει τον Βόσπορο, όπου κατοικούν κυρίως Έλληνες, αναστατώνεται από την είδηση που σαν κεραυνός πέφτει ανάμεσά τους. Ο Γιάννης με τον οποίο η Άννα, κόρη της χήρας Κωσταντίας, είχε πρόσφατα παντρευτεί, δεν ήταν Έλληνας όπως εμφανιζόταν, αλλά Τούρκος, υιοθετημένος από βρέφος και μεγαλωμένος σαν Έλληνας και χριστιανός από μια χιώτικη οικογένεια. Οι δυο νέοι είχαν γνωριστεί στην Αθήνα όπου σπούδαζαν και τώρα ζούσαν στη Χίο, πατρίδα του γαμπρού. Η είδηση αποκαλύπτεται μέσα από μια πολυσέλιδη επιστολή που ο Γιάννης στέλλει στην πενθερά του, την Κωσταντία, για να μην το μάθει από άλλους, όπως της γράφει. Εμβρόντητη εκείνη, αγανακτισμένη, εξοργισμένη, μαθαίνει με κάθε λεπτομέρεια το πότε και πώς ο Γιάννης πληροφορήθηκε και ο ίδιος την καταγωγή του. Η είδηση της φέρνει σχεδόν λιποθυμία. Μια γειτόνισσα και φίλη, η Βαγγελία, τη συντρέχει και οι δυο γυναίκες, διαβάζοντας πότε η μια και πότε η άλλη, σχολιάζοντας ενδόμυχα ή μεγαλοφώνως διεξέρχονται σε ολονυκτία την ογκώδη επιστολή. Λεπτό προς λεπτό, μέσα από τα γραφόμενα του Γιάννη μαθαίνουν όχι μόνο τη δική του ιστορία, αλλά και ολόκληρο το γενεαλογικό του δέντρο, όπως εκείνος μέσα από τις έρευνές του το έμαθε όταν, μετά από ένα τυχαίο περιστατικό πληροφορήθηκε την οθωμανική του καταγωγή.
Το ενδιαφέρον του βιβλίου δεν έγκειται μόνο στο πώς βιώνει κάποιος την αποκάλυψη ότι είναι ένας άλλος απ’ αυτό που ως τώρα νόμιζε. Ούτε μόνο στις έντονες αντιδράσεις στη σκέψη του γάμου μ’ έναν αλλόθρησκο (“τα παιδιά μας πια γονιούς δε θα ξαναδούνε άμα Οθωμανό πάρουνε, πως πεντακόσια χρόνια το βαστούμε, από τους παππούδες μας το βρήκαμε να μην παίρνουμε απ’ αυτούνους”). Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τριγύρισμα στην Πόλη, οι γειτονιές της, οι δρόμοι της, ο πεζόδρομος Ιστικλάλ, το Μπαλουκλί, το Ταξίμ, το Κουρτουλούς (Ταταύλα), το νησί Αντιγόνη, το νεκροταφείο της Ζωοδόχου Πηγής, το ξενοδοχείο Μαρμαρά, οι εκκλησιές, ο Άγιος Δημήτριος, η Αγία Τριάδα. Κι ακόμα το γύρισμα της μνήμης στο πογκρόμ του ’55, στους διωγμούς του ’64.
Η ατμόσφαιρα της Πόλης δεν δίνεται μόνο τοπικά. Δημιουργείται και με τη γλώσσα, με το πολίτικο ιδίωμα, με την αιτιατική αντί της γενικής (π.χ. τον έδωσε, τον τηλεφωνούσε, να με πει κ.λπ.), με τοποθέτηση του ρήματος κατά κανόνα στο τέλος της πρότασης, με σκόρπιες τούρκικες εκφράσεις.
Εξόχως ενδιαφέρουσα και ελκυστική η τεχνική της αφήγησης, ο τρόπος εξέλιξης της ιστορίας. Η ανάγνωση της σε πρώτο πρόσωπο επιστολής διακόπτεται συχνά από τον πλάγιο λόγο των δυο φιλενάδων, κυρίως της Κωσταντίας που σχολιάζει, ειρωνεύεται, αγανακτεί ή αμφιβάλλει για την αλήθεια των γραφομένων. Η αφήγηση είναι ρέουσα, οι παρεμβολές εμφανίζονται χωρίς προειδοποίηση, συχνά χωρίς σημεία στίξης. Ο αναγνώστης του μυθιστορήματος νιώθει να βιάζεται μαζί με τις δυο φίλες να δει πού και πώς θα καταλήξει αυτή η μακροσκελής εξιστόρηση. Εντελώς απρόοπτα, έρχεται ένα ευχάριστο, σχεδόν χιουμοριστικό τέλος. Ο συγγραφέας όμως πρόλαβε να πει αυτά που ήθελε, που νομίζω μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: “Ύστερα της έγραφε κάτι άλλα περίεργα, πως η πατρίδα είναι η παιδική ηλικία και πως κανένας και για κανένα λόγο δεν μπορεί να τη λησμονήσει, της έλεγε πως τη συνείδηση και την ταυτότητά του ο κάθε άνθρωπος την αποκτά μέσα από την κοινωνία που μεγαλώνει, πως δεν την κουβαλάει μαζί του από τη γέννα, πως οι γεννήτορες δεν είναι κατ’ ανάγκη και γονείς, της έφερνε και παραδείγματα, με λίγα λόγια, Κωσταντία μου, της έγραφε, ένα παιδί από Τούρκους γονείς που έλαχε να υιοθετηθεί από  τη βρεφική του ηλικία σε ελληνική οικογένεια, σε ελληνικό περιβάλλον, δεν μπορεί παρά μεγαλώνοντας να αισθάνεται Έλληνας και να νιώθει για τους Τούρκους όλα όσα σου περιέγραψα πιο πάνω πως ένιωθα εγώ, διότι δεν υπάρχουν μέσα του εθνικιστικά γονίδια που κοιμούνται κληρονομημένα από τους φυσικούς γονιούς του για να επαναστατήσουν από μόνα τους και να τον αναγκάσουνε με το έτσι θέλω να δει τα πράγματα αλλιώς“.
Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>