Συνέντευξη στον Παν. Σκορδά (Εμπρός Λέσβου 20/11/16)

Ο σπουδαίος Χιώτης πεζογράφος Γιάννης Μακριδάκης, έρχεται στη Μυτιλήνη για το νέο του βιβλίο και μιλά στο «Ε»

«Ό,τι γράφω και ό,τι κάνω, το οφείλω στο νησί μου, τη Χίο»

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016 | Παναγιώτης Σκορδάς | Βιβλία

Γεννήθηκε στη Χίο το 1971. Σπούδασε Μαθηματικά, εργάστηκε ως μαθηματικός αλλά τον κέρδισε η έρευνα για το παρελθόν του γενέθλιου τόπου του. Το περιοδικό «Πελινναίο» που ίδρυσε και υποδειγματικά διηύθυνε, είναι από τα καλύτερα στο είδος του. Το 2008 πρωτοεμφανίζεται στα λογοτεχνικά μας πράγματα με το μυθιστόρημα «Ανάμισης ντενεκές» και αμέσως κάνει εντύπωση και δέχεται θετικότατες κριτικές.

Ακολούθησαν άλλα οκτώ βιβλία (μυθιστορήματα και νουβέλες, όλα από τις εκδόσεις «Εστία»), που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σημαντικότερους πεζογράφους μας. Το 2011 άφησε τις πόλεις και μετακόμισε για μόνιμη διαμονή στη Βολισσό της ΒΔ Χίου. Εκεί, στράφηκε προς τη φυσική καλλιέργεια της γης και έγινε παρατηρητής της αργής, αβίαστης, φυσικής ανάπτυξης.Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου του «Η πρώτη φλέβα», θα βρεθεί στη Μυτιλήνη προσκεκλημένος του βιβλιοπωλείου «Book & Art», για λογοτεχνική, πολιτική και φιλοσοφική συζήτηση.

 

Τα παιδικά σας χρόνια και ο τόπος που ζείτε, σας καθόρισαν ως άνθρωπο;

«Τα παιδικά μας χρόνια είναι η πατρίδα μας. Τότε δομούμαστε ως χαρακτήρες, από εκεί πηγάζουνε όλα και εκεί επιστρέφουμε πάντα. Ο τόπος μέσα από τον οποίο μαθαίνουμε τον κόσμο γύρω μας όταν είμαστε παιδιά, είναι πολύ σημαντικό στοιχείο. Αν είναι δε και ένα νησί, όπως τα νησιά μας του Β. Αιγαίου, που ήτανε ανέκαθεν αυτόνομα, πλούσια σε εικόνες, σε φυσικό κεφάλαιο και πόρους, τόποι με βαριά ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και ενέργεια, τότε διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο στην προσωπικότητα και στο έργο του κάθε ανθρώπου που έχει ζήσει εκεί τα παιδικά του χρόνια και που δεν τον άλλαξε η ζωή στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Προσωπικά είμαι σίγουρος ότι αν δεν είχα μεγαλώσει και ζήσει στη Χίο, δεν θα έγραφα αυτά που γράφω, αλλά κάποια άλλα, και δεν θα έκανα αυτά που έχω κάνει, αλλά κάτι άλλο».

Για ποιους λόγους αποφασίσατε να εγκαταλείψετε την αστική ζωή της Χίου και να απομονωθείτε σ’ ένα μικρό πέτρινο σπιτάκι στη Βολισσό;

«Έκλεισε ο κύκλος μου, νομίζω, στον αστικό βίο. Από ανυποψίαστος καταναλωτής, έγινα σιγά – σιγά υποψιασμένος παραγωγός και διαχειριστής των φυσικών πόρων γύρω μου. Ένιωσα την ανάγκη να συμβιώσω με τα άλλα φυσικά πλάσματα, να πάω κοντά στη γη και να πάρω στα χέρια μου τα βασικά και πιο σημαντικά της ζωής μας, αυτά που απαξιώσαμε και αφήσαμε πίσω από τη στιγμή που “αναπτυχθήκαμε”, με αποτέλεσμα κάποια, όπως το νερό, τον άνεμο και τη γη, να τα διεκδικούν, αλλά και κάποια άλλα, όπως τους σπόρους, να τα λυμαίνονται ήδη οι πολυεθνικές και οι κερδοσκόποι, οι εκπρόσωποι της ελίτ του παγκοσμιοποιημένου καταναλωτικού καπιταλισμού, που έχουν στόχο να καταστρέψουν τις πατρίδες των ανθρώπων της γης, με μόνη επιδίωξή τους το πρόσκαιρο οικονομικό κέρδος».

Τι σας ώθησε να δημιουργήσετε το περιοδικό «Πελινναίο» και το «Κέντρο Χιακών Μελετών» και γιατί διακόψατε την κυκλοφορία του περιοδικού;

«Το “ΚΧΜ Πελινναίο” ξεκίνησε από μια ανάγκη μου προσωπική. Να μάθω ουσιαστικά τον τόπο μου. Μετά ενθουσιαζόμουνα με τα όσα μάθαινα και ήθελα να τα διαχέω στην κοινωνία, να τα μαθαίνουν και άλλοι άνθρωποι. Ανάγκη μάθησης και επικοινωνίας με βάση τη Χίο, ήταν το “Πελινναίο” και έκανε σπουδαία πρωτογενή ερευνητική δουλειά για 15 χρόνια. Μετά ο κύκλος έκλεισε. Προσωπικά με γοήτευσε και με συνεπήρε η λογοτεχνία».

 

Να ξαναβρούμε τις αρχέγονες αξίες…

 

Αντιγράφω από ένα άρθρο σας: «Η σύγχρονη επανάσταση είναι η επανάστΗση του αξιακού μας συστήματος». Για ποιες ακριβώς αξίες μιλάτε;

«Μιλώ για τις πρωτογενείς, τις αρχέγονες αξίες. Για τις αξίες του αυθύπαρκτου οικοσυστήματος, τους νόμους και τους ρυθμούς του οποίου ακολουθούμε μοιραία, ως πλάσματά του, και όχι για τις ευτελείς αξίες του καπιταλισμού, ενός δηλαδή τεχνητού και ατελούς συστήματος που επινοήσαμε. Παλιά, τον καιρό που τα νησιά μας ήταν αυτάρκη και δεν περιμένανε να ζήσουνε από τον τουρισμό που θα έφερνε χρήματα και από διανοίξεις δρόμων που θα φέρουν μεροκάματα, οι άνθρωποι λέγανε ότι ήτανε πλούσιοι, ότι τα είχανε όλα, μόνο λεφτά δεν είχανε. Ο πλούτος αυτός υπάρχει ακόμα αλλά τον έχουμε απαξιώσει. Ο πλούτος ενός τόπου είναι οι φυσικοί του πόροι. Όσο πιο γρήγορα κατανοήσουμε ότι πρέπει να ξεφύγουμε πια από αυτή την παρωχημένη έννοια της ανάπτυξης του γιγαντισμού, της καταστροφής, της εξαφάνισης των ειδών, της απομύζησης των φυσικών πόρων, της ρύπανσης και της μόλυνσης του πλανήτη και να κάνουμε στροφή προς την σμίκρυνση, την αποανάπτυξη, τον σεβασμό στη βιοποικιλότητα και στον συνάνθρωπό μας, τόσο πιο ευτυχείς και με ευημερία θα ζήσουμε, αλλά κυρίως θα ετοιμάσουμε έναν άλλο κόσμο, με άλλο αξιακό σύστημα, για να ζήσουν ευτυχή τα παιδιά μας, οι εκπρόσωποι της ανθρωπότητας μετά από μας».

Ποια είναι για σας τα πλεονεκτήματα των νησιών στα οποία αξίζει να πιστέψουν οι κάτοικοι, να τα προστατεύσουν και να τα προβάλλουν;

«Τα πλεονεκτήματα των νησιών είναι, όπως είπα και πιο πάνω, το φυσικό τους και το πολιτισμικό τους κεφάλαιο, οι πλούσιοι φυσικοί πόροι, η άυλη πολιτιστική κληρονομιά, αυτό είναι ο πλούτος μας. Πρέπει να τον σεβαστούμε και να τον παραδώσουμε παρακάτω, στους επόμενους ανθρώπους. Πρέπει να ζυγίζουμε καλά την κάθε μας κίνηση, να μην καταστρέφουμε τον τόπο μας με “επενδύσεις” που υπηρετούν την “ανάπτυξη” του γιγαντισμού, να σεβόμαστε την κλίμακα του τόπου και κάθε είδος ζωής που συνυπάρχει μαζί μας πάνω του».

Πριν χρόνια είχατε πει ότι η κρίση μακροπρόθεσμα θα κάνει καλό στην Ελλάδα, αφού θα λειτουργήσει ως format και θα πιάσουμε από την αρχή. Εξακολουθείτε να πιστεύετε τα παραπάνω;

«Στην ελληνική κοινωνία συντελείται τα τελευταία χρόνια, μια μεγαλειώδης επανάσταση. Αυτά που σας έχω πει παραπάνω, πριν από δέκα χρόνια οι άνθρωποι δεν τα άκουγαν καν. Τώρα υπάρχει ένας ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων και μάλιστα νέων, που έχουν συνειδητοποιήσει την ευτέλεια της ζωής εντός του καταναλωτισμού και έχουν ήδη επαναστήσει τη ζωή τους αλλιώς, με γνώμονα τις πραγματικές αξίες. Το φορμάτ έχει γίνει πράξη από πολλούς και γίνεται από ολοένα και περισσότερους. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλον το δυτικό “ανεπτυγμένο” κόσμο, που βιώνει πια τα τραγικά για τη ζωή του, αποτελέσματα της “ανάπτυξης” και στρέφεται αλλού. Το μεγάλο ερώτημα τώρα είναι αν θα προλάβουμε να στρίψουμε ως ανθρωπότητα προς τις αξίες ή θα μας προλάβει ο Τρίτος Πόλεμος».

 

Η δύναμη της τέχνης…

 

Έχετε πει πολλές φορές ότι θα χαρακτηρίζατε τη λογοτεχνία σας, πολιτική, με την έννοια ότι κρύβει μέσα της μια συγκεκριμένη ιδεολογία και μια στάση ζωής. Πιστεύετε ότι η τέχνη έχει τη δύναμη να αλλάξει τον άνθρωπο και την κοινωνία;

«Η λογοτεχνία μου είναι πολιτική, γιατί πραγματεύεται τη στάση ζωής των ηρώων της κάθε ιστορίας και προσπαθεί να δείχνει άλλες οπτικές. Αυτό κάνει η τέχνη. Δείχνει άλλες οπτικές στον άνθρωπο. Η τέχνη έχει τη δύναμη να κάνει θαύματα, αρκεί να βρει κατάλληλες συνθήκες. Είναι σαν τον σπόρο που πέφτει και θέλει να βρει εύφορη γη και νεράκι για να φυτρώσει. Προσωπικά, έχω την τύχη να μαθαίνω πολύ συχνά για σποράκια που έριξα και φύτρωσαν σε ψυχές ανθρώπων και αυτό με κάνει πολύ χαρούμενο».

 

Βλέπετε τα βιβλία σας ως κρίκους μιας αλυσίδας, που ο ένας επικοινωνεί με τον άλλο και όλα μαζί έχουν έναν κοινό παρονομαστή; Εάν ναι, ποιος είναι αυτός ο ιστός που τα κυκλώνει και τα ενώνει;

«Τα βιβλία μου, έχουν κοινά στοιχεία. Κυρίως τη λοξή οπτική, τη δημιουργία χαρακτήρων που είναι κάπως λοξοί σε σχέση με την κοινωνία γύρω τους. Επίσης την προβολή κάποιων δίπολων, όπως π.χ. το φαίνεσθαι και η ψυχή, το προσωπικό και το συλλογικό, το τοπικό και το παγκόσμιο κ.ά.. Κάποιος άλλος κοινός τόπος είναι ότι στα περισσότερα πραγματεύομαι το θάνατο. Ως τέλος της ζωής, ως συνέχειά της, ως αφορμή για να υπάρχει η ζωή, η τέχνη, τα πάντα».

 

Βιβλία και επικοινωνία…

 

Υπάρχουν άνθρωποι που επισκέφτηκαν τη Χίο, επειδή διάβασαν τα βιβλία σας;

«Έρχονται πολλοί άνθρωποι στο νησί και στο χωριό και στο μικρό μου αγρό κάθε καλοκαίρι. Με χαροποιεί αυτό. Μου αρέσει. Τα βιβλία είναι ένα πολύ όμορφο μέσο επικοινωνίας και γνωριμίας με ωραίους ανθρώπους. Ελπίζω ότι τους ικανοποιεί αυτό που προσλαμβάνουν όταν έρχονται, διότι το μόνο που αξίζει, κατά τη γνώμη μου, είναι να συμβαδίζουν τα λόγια του καθενός με τις πράξεις του, ιδίως όταν έχει βήμα δημόσιο. Ελπίζω λοιπόν να τους ικανοποιώ και να φεύγουν δίχως να λένε το γνωστό που λένε συνήθως οι άνθρωποι για κάποιους συγγραφείς αγαπημένους τους: “Καλύτερα να μην τον είχα γνωρίσει!”».

 

Ποιοι συγγραφείς σάς αρέσουν και ποια βιβλία ξεχωρίζετε;

«Η πιο δύσκολη ερώτηση. Θυμάμαι τώρα πρόχειρα Καρυστιάνη, «Μικρά Αγγλία», Μάτεσης, «Η μητέρα του σκύλου», αγαπημένος Θωμάς Κοροβίνης, ένας νέος άνθρωπος που φαίνεται ότι έχει ταλέντο ο Δημοσθένης Παπαμάρκος∙ δεν είμαι σε θέση να πω πολλά και να θυμηθώ άλλους τώρα, ας με συγχωρούν αυτοί που σίγουρα έχω λησμονήσει».

 

Πηγή

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>