Γρανάδα (Διήγημα δημοσιευμένο στο μπλογκ στις 14/10/2016)

Στεκόμουν μπροστά στον διευθυντή και είχα ανοίξει τα μάτια μου διάπλατα. Δεν είχα πολλά πάρε δώσε με τράπεζες και δεν ήξερα τα χούγια τους. Ιδίως τα τελευταία, μετά από τα λεγόμενα κάπιταλ κοντρόλς και φοβόμουνα ότι είχε έρθει η ώρα μου να τα μάθω κι εγώ από πρώτο χέρι και να πνιγώ αβοήθητος στα βουρκιασμένα τους ύδατα. Φάνηκε όμως απρόσμενα τότε ο Ναύαρχος και με έσωσε. Μου έριξε ένα σωσίβιο και πιάστηκα με τη μία, δίχως πολλές – πολλές ερωτήσεις και ανασκαλέματα, μη τυχόν και χαλάσει το πράμα.

Είχα πάει πρωί πρωί στην τράπεζα για να διεκπεραιώσω μία απλή, όπως νόμιζα στην αρχή υπόθεση, αλλά στην πορεία της με είχανε ζώσει τα φίδια, κρατούσα μικρό καλάθι για την επιθυμητή έκβασή της και προετοιμαζόμουνα αποβραδίς ψυχικά για το αδιέξοδο που ίσως θα ανέτελλε το πρωί εξαιτίας της. Διότι μ’ έβαλαν σε υποψίες κάποιοι φίλοι, που ήτανε γνώστες καλοί των καπιταλιστικών συνηθειών της εποχής μας. Μου είχανε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Δεν μπορείς να κάνεις αλλαγές δικαιούχων, ούτε να κλείσεις τραπεζικό λογαριασμό, ούτε να ανοίξεις καινούριο αν δεν είναι τακτικής μισθοδοσίας, αυτοί είναι περιορισμοί που ισχύουν από τα κάπιταλ κοντρόλς ρε άσχετε, πού ζεις ρε παιδάκι μου εσύ τόσα χρόνια. Έτσι μου είχανε πει και ήμουνα αγχωμένος. Λόγω που το προηγούμενο ακριβώς απόγευμα, πληροφορήθηκα ότι χρειάζομαι επειγόντως έναν τραπεζικό λογαριασμό στον οποίον να είναι το όνομά μου πρώτο στη σειρά των δικαιούχων και συνειδητοποίησα τότε ότι αν και έχω διανύσει κοντά μισόν αιώνα ζωής, ο μοναδικός μου λογαριασμός δεν πληροί αυτή την ανούσια, όπως θα πίστευα  μέχρι χθες, προϋπόθεση. Δεν είχε περάσει όμως ποτέ απ’ τον νου μου η σκέψη ότι έχει κάποια σημασία η σειρά με την οποία είναι γραμμένα τα ονόματα στην πρώτη σελίδα του βιβλιαρίου που χρησιμοποιώ για τις συναλλαγές μου, γι’ αυτό και δεν είχα σκεφτεί καν αν είναι ανούσια ή όχι. Χτες όμως αναγκάστηκα να το σκεφτώ. Και συμπέρανα ότι τίποτα τελικά δεν είναι ανούσιο, πόσω μάλλον αθώο, ιδίως όταν έχει σχέση με τους ναούς του καπιταλισμού.

Στεκόμουνα λοιπόν μπροστά στον διευθυντή ασάλευτος, λες και αν κουνιόμουν ή αν έλεγα καμιά λέξη παραπάνω θα δυσχέραινα τη θέση μου. Του είχα πει μόνον ό,τι ακριβώς ήθελα. Συν έναν μικρό πρόλογο, που τον έκανα για να τονίσω το απολύτως αθώον του αιτήματός μου και για να μην του μείνει ουδεμία αμφιβολία γι’ αυτό. Είχα κερδίσει χρόνο στο σχολείο και μπήκα στο πανεπιστήμιο στα δεκαεφτά και μισό κύριε διευθυντά, του είπα και αυτός με κοιτούσε σαν να είμαι κάποιος καθυστερημένος που μπήκα στο γραφείο του για να ζητήσω ελεημοσύνη. Του έτεινα τότε το βιβλιάριο για να καταλάβει ότι κάποια υπόθεση έχω και να με ακούσει ως το τέλος. Η μάνα μου τότε άνοιξε αυτόν τον τραπεζικό λογαριασμό, του είπα στα γρήγορα και έβαλε πρώτο όνομα το δικό της και μετά το δικό μου. Άφησα το βιβλιάριο πάνω στο γραφείο του και συνέχισα. Τώρα όμως χρειάζομαι επειγόντως έναν λογαριασμό που να είμαι πρώτο όνομα εγώ, για να μου καταθέσουν μια αμοιβή από τον πολιτιστικό οργανισμό του δήμου για το εργαστήρι λογοτεχνίας που κάνω κάθε βδομάδα. Ο διευθυντής γλύκανε. Πήρε στα χέρια του το βιβλιάριό μου και κοίταξε τα ονόματα. Άρχισε να πατάει τα πλήκτρα του υπολογιστή του. Μα έχετε ήδη έναν τραπεζικό λογαριασμό με πρώτο όνομα το δικό σας, μου είπε και ξανακοιτάζοντας στην οθόνη του υπολογιστή διάβασε: Μακριδάκης Ιωάννης, Κουφουδάκης Ιωάννης οι συνδικαιούχοι. Είναι βέβαια μηδενικός ο λογαριασμός αλλά υπάρχει.

Ο «κύριος Γιάννης» Κουφουδάκης, ο επονομαζόμενος Ναύαρχος έχει πνιγεί από χρόνια. Ένα πρωί στη Μπέλα Βίστα, που πήγε για μπάνιο ενώ είχε φάει πιο πριν την αγαπημένη του τυρόπιτα. Έπαθε καρδιακή προσβολή μόλις μπήκε στη θάλασσα και πάει αυτός, να ‘ταν κι άλλος. Τον θάψαμε άκρη άκρη στο ταπεινό νεκροταφείο της Παναγιάς της Αγιοδεκτινής, που δέχεται τους Αγίους και δέχτηκε στις αγκάλες της και τον άγιον εκείνον άνθρωπο. Στην κηδεία του πήγαμε πεντέξι ανομάτοι όλοι κι όλοι, εγώ, η Στάθια και άλλοι τρεις τέσσερις, αλλά παρέστη και ο λιμενάρχης με τη μεγάλη του στολή, την επίσημη. Ήρθε με το τζιπ της υπηρεσίας και με σοφέρ έναν ένστολο υπαξιωματικό για να αποδώσει τις δέουσες τιμές στον νεκρό. Τον «κύριο Γιάννη» τον Ναύαρχο.

Τον είχα γνωρίσει πριν από είκοσι σχεδόν χρόνια. Ήτανε ο τρελός της πόλης. Φορούσε συνήθως κοστούμια ή μία στολή Ναυάρχου με διάφορα ψεύτικα παράσημα στο πέτο και τριγυρνούσε στους δρόμους περιποιημένος και πεντακάθαρος πάντοτε. Δεν πείραζε κανέναν, μόνο τον πείραζαν κάποιοι αδιαφόρετοι για να γελάνε μαζί του. Διότι συστηνόταν με ύφος σοβαρόν ως Ναύαρχος Χίου, Ψαρών, Οινουσσών και πασών των Θαλασσών και είχε ένα μόνιμο κόλλημα με την Αργεντινή. Συνεχώς προγραμμάτιζε ένα ταξίδι για εκεί, αλλά ποτέ του δεν πήγε. Για την ακρίβεια, από την Αργεντινή είχε έρθει κάποτε, για να μείνει μόνιμα στο νησί. Τότε που σκοτώθηκε εκεί, σε τροχαίο δυστύχημα η κοπέλα με την οποίαν ήταν ερωτευμένος. Έχασε το μυαλό του από τον αβάσταχτο πόνο και άρχισε να λέει και να κάνει λολάδες. Τον έβγαλαν στη σύνταξη πριν την ώρα του από το πολεμικό ναυτικό της Αργεντινής, όπου υπηρετούσε ως μόνιμος, αγνώστου βαθμού, υπαξιωματικός. Έκτοτε αναγορεύτηκε μόνος του Ναύαρχος και συνέχισε να πορεύεται στη ζωή με αυτόν τον βαθμό. Ήρθε πίσω στο νησί και ζούσε σε ένα σπίτι στο κέντρο της πόλης μονήρης, με την σύνταξη που ελάμβανε αδιαλείπτως κάθε μήνα από την άλλη άκρη του κόσμου. Έως ότου η Αργεντινή πτώχευσε. Και ο Ναύαρχος άρχισε να τα βγάζει πέρα πολύ δύσκολα. Τον πήρε η κάτω βόλτα για την ακρίβεια. Η στολή Ναυάρχου κουρελιάστηκε, τα κοστούμια του βρόμισαν. Οι αδιαφόρετοι και οι κακοί που τον τσιγκλούσαν για να γελούν πλήθυναν, ένας ψυχίατρος τον έστειλε στο Δαφνί και τον πλακώσανε στα φαρμάκια. Κάναμε ενέργειες οι λιγοστοί του φίλοι και τον γυρίσαμε πίσω. Πήγε ο Λεωνίδας και τον ξανάφερε. Από τότε τον είχαμε στον νου μας περισσότερο και τον φροντίζαμε όσο μπορούσαμε και όσο μας επέτρεπε εκείνος. Διότι ήταν περήφανος και δεν δεχότανε τίποτα απολύτως. Ζούσε στο ερειπωμένο πια σπίτι του, δίχως ανέσεις, δίχως ηλεκτρικό, δίχως θέρμανση. Κάτι χειμωνιάτικα πρωινά που είχε κρύο πολύ, ερχότανε στο γραφείο του Πελινναίου και καθόταν στον καναπέ όσην ώρα εγώ δούλευα. Δεν έβγαζε άχνα. Χρήματα δεν έπαιρνε ποτέ από κανέναν, όσο κι αν τα είχε ανάγκη. Η σύνταξή του, όποτε ερχόταν πια από την Αργεντινή, είχε κατέβει στα 50 ευρώ και το βοήθημα της Πρόνοιας ήταν κι αυτό λίγα ευρώ κάθε δίμηνο. Γυρνούσε ο «κύριος Γιάννης» στους δρόμους και δεν θύμιζε σε τίποτα τον Ναύαρχο του πρόσφατου παρελθόντος. Μόνον όταν ερχότανε πότε πότε στο κέφι και τραγουδούσε τις άριες, ιδίως την Γρανάδα που του άρεσε πιο πολύ, έλαμπε η μούρη του και αναγάλιαζε η ψυχή μας να τον ακούμε. Ήταν υψίφωνος ο «κύριος Γιάννης», ένας τενόρος εξαίρετος, με ταμπεραμέντο αργεντίνικο και σταματούσε όλη η ζωή και οι δραστηριότητες τριγύρω, μαζευόντουσαν οι περαστικοί και τον χαζεύανε εκστασιασμένοι όποτε άρχιζε να τραγουδάει τις άριες. Ιδίως την Γρανάδα.

Ένα πρωί, στα τέλη του 2003 ήτανε, τον είδα να περπατάει στην αγορά. Ήμουν ερωτευμένος με την Στάθια, την είχα πρωτογνωρίσει τότε. Έκανε το διδακτορικό της στο νησί και συνήθιζε να πηγαίνει κάθε πρωί στο αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης του Κοραή να διαβάζει. Καλημέρα σας κύριε Γιάννη, του είπα, θέλω την βοήθειά σας. Καλημέρα σας κύριε Γιάννη, μου είπε, βεβαίως, ό,τι θέλετε, τι μπορώ να κάνω για σας; Έτσι μιλούσαμε πάντοτε μεταξύ μας, στον πληθυντικό του σεβασμού και της επισημότητος. Θέλω, του λέω, να έρθετε μαζί μου και να πάμε να κάνουμε καντάδα σε ένα κορίτσι. Βεβαίως, μου ξαναλέει, πότε θέλετε; Τώρα, του λέω. Πάμε, μου λέει, αν είμαστε έτοιμοι. Ανοίξαμε το βήμα μας και φτάσαμε, μπρος εγώ και πίσω εκείνος στη Βιβλιοθήκη. Μπήκαμε και κατευθυνθήκαμε προς το αναγνωστήριο, όπου η Στάθια μελετούσε μόνη της, δεν υπήρχε άλλος κανένας εκεί. Οι υπάλληλοι μας είδαν και κάπως ταράχτηκαν, τους έγνεψα όμως να μην ανησυχούν. Φτάσαμε. Σταθήκαμε εμπρός στο κορίτσι που μελετούσε και μόλις σήκωσε τα μάτια της και μας είδε, έδωσα με το χέρι το σύνθημα σαν μαέστρος και άρχισε ο τενόρος μου στητός σαν παγώνι να ερμηνεύει έξω φωνή την Γρανάδα! Μαζεύτηκαν όλοι οι υπάλληλοι της Βιβλιοθήκης τριγύρω μας και απολάμβαναν εκστασιασμένοι αυτό που συνέβαινε. Η Στάθια είχε βουρκώσει.

Λίγο καιρό αργότερα, επειδή η κατάσταση του «κυρίου Γιάννη» επιδεινωνόταν, γύρισα φίλους και γνωστούς και έκανα έναν έρανο για τον Ναύαρχο. Μάζεψα αρκετά χρήματα, περί τα χίλια ευρώ. Ήξερα φυσικά ότι δεν θα πάρει ποτέ του λεφτά, ούτε καν από μένα. Δεν τον άφηνε η περηφάνεια του να λάβει βοήθημα. Πήγα λοιπόν στην τράπεζα και άνοιξα έναν λογαριασμό στο όνομά μου και στο δικό του και κατόπιν ζήτησα από τον τότε διευθυντή, όποτε έρχεται ο Ναύαρχος για να λάβει την πενιχρή του σύνταξη, να του δίνουν και συμπλήρωμα από τον καινούριο αυτόν λογαριασμό και να του λένε ότι έγινε μια αύξηση στην σύνταξή του και αυτά τα χρήματα είναι αναδρομικά από την Αργεντινή. Αυτό και γινόταν έκτοτε και ο «κύριος Γιάννης» λοιπόν είχε τα χρειαζούμενα να πορεύεται. Όποτε άδειαζε ο λογαριασμός, ξανάβγαινα στη γύρα για έρανο και του μάζευα κάμποσα ακόμα “αναδρομικά”, τα κατέθετα στο κοινό μας βιβλιάριο. Μια μέρα με είδε στον δρόμο. Δεν ήμουν στα πολύ καλά μου και δεν τον είχα αντιληφθεί. Καλημέρα σας κύριε Γιάννη, μου είπε πρώτος. Καλημέρα σας κύριε Γιάννη, του είπα κι εγώ ξαφνιασμένος και έκανα να χαμογελάσω. Τι έχετε, με ρώτησε, δεν σας βλέπω καλά. Προτού προλάβω να απαντήσω, έβγαλε από την τσέπη του ένα δεκάευρο και το τύλιξε διακριτικά στη φούχτα του. Μήπως έχετε οικονομικό πρόβλημα, με ρώτησε κάπως συνωμοτικά, μήπως μπορώ να σας βοηθήσω, ψιθύρισε. Αφέθηκα τότε σε ένα γέλιο ανακουφιστικό. Όχι κύριε Γιάννη, του είπα, σας ευχαριστώ πολύ για την πρόθεσή σας, δεν έχω οικονομικό πρόβλημα, μια χαρά είμαι. Αποχαιρετιστήκαμε με τον γνώριμο τρόπο μας. Γεια σας κύριε Γιάννη ο ένας, γεια σας κύριε Γιάννη ο άλλος και τραβήξαμε ο καθένας τον δρόμο του. Ήταν η δεύτερη φορά που προσφέρθηκε να με βοηθήσει. Την πρώτη, τότε με το κορίτσι, πετύχαμε διάνα.

Σήμερα, στην τράπεζα ήταν η τρίτη. Ήρθε να με βοηθήσει πάλι κι ας έχουν περάσει περί τα δέκα χρόνια από τότε που πνίγηκε. Μα ήδη έχετε έναν αριθμό λογαριασμού, στον οποίον είστε πρώτο όνομα εσείς, Μακριδάκης Ιωάννης, Κουφουδάκης Ιωάννης οι δικαιούχοι. Τα λόγια του διευθυντή ηχούσαν μέσα στ’ αυτιά μου ξανά και ξανά όσην ώρα στεκόμουν εμπρός του, αλλά ο νους μου ταξίδευε στην Γρανάδα. Είστε καλά, θέλετε ένα ποτήρι νερό, καθίστε αν θέλετε, μου είπε κάπως θορυβημένος ο διευθυντής και συνήλθα. Τον ευχαρίστησα χαμογελώντας πικρά μέσα από τις αναμνήσεις μου, πήρα το βιβλιάριό μου και τον αριθμό του κοινού μας λογαριασμού με τον Ναύαρχο, τον οποίον μου έγραψε ο διευθυντής σε ένα χαρτί και βγήκα από το γραφείο του. Πήγα στο γκισέ να κανονίσω τα τυπικά του νέου μου, παλαιού βιβλιαρίου. Εκεί ο υπάλληλος με πληροφόρησε ότι δεν ισχύει τίποτα από όσα μου είχαν πει οι γνώστες του καπιταλισμού φίλοι μου χθες, τα περί περιορισμών στις αλλαγές στη σειρά ονομάτων των δικαιούχων του βιβλιαρίου και τα λοιπά που με άγχωσαν και με έκαναν να τρέξω πρωί πρωί και να χωθώ στο γραφείο του διευθυντή αντί να πάω κατευθείαν στο ταμείο και να κάνω τη δουλειά μου. Ήταν όλα μια πλάνη τελικά. Ήταν μια αφορμή για μνημόσυνο στον «κύριο Γιάννη» και στη ζωή μου που έφυγε.

 

Ακούστε εδώ: Luciano Pavaroti, Γρανάδα

 

Σημείωση: Στη μνήμη του “κυρίου Γιάννη” του Ναύαρχου έχω αφιερώσει το βιβλίο Ήλιος με δόντια, εκδ. Εστία, 2010

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>