Κριτική από Ελισάβετ Κοτζιά (Καθημερινή)

Μια άδολη ψυχή

Tης Ελισαβετ Kοτζια / ekotzia@yahoo. gr

Mπορεί να το υποθέσει κανείς εύκολα: το να δημιουργήσεις στις μέρες μας μια ανθρώπινη φιγούρα σε αρμονική συμβίωση με τα πλάσματα του Θεού και ταυτόχρονα με τον ίδιο τον Πλάστη αποτελεί έναν όχι μικρό άθλο. Μια παπαδιαμαντικής εμπνεύσεως αυθεντική ανδρική μορφή; Μια φλωμπερική «απλή καρδιά» που δεν θα συνιστά επίπλαστο ιδεολόγημα υπαγορευμένο από τις σειρήνες του πανίσχυρου ισοπεδωτικού λαϊκισμού; Ναι, ακριβώς, όπως το αποδεικνύει ο Γιάννης Μακριδάκης στη νουβέλα του «Η δεξιά τσέπη του ράσου» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 143). Είναι αλήθεια πως οι πρώτες γραμμές του κειμένου κατά κάποιον τρόπο λειτουργούν απωθητικά. Ποιος ο λόγος να γράφει κανείς τόσο παλιομοδίτικα; «Η Παναγιά τ’ Ακρωτηριού ήτανε ένα μικρομονάστηρο χτισμένο στα βορινά του νησιού, ξέμακρα από το χωριό και τη Χώρα, στη λογκεμένη ποδιά του μελανού ξερόβουνου και στ’ αχείλι του κάθετου μαύρου βράχου». Υποπτος λυρισμός όσων νομίζουν πως λογοτεχνικότητα σημαίνει το να γράφεις με τον τρόπο του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα – τότε που ο συγγραφέας αισθανόταν πως ο καλλιτεχνικός λόγος βρίσκεται μακριά από την καθημερινή έκφραση και πως πρέπει να γίνεται ο ίδιος γλωσσοπλάστης. Κι ωστόσο, η αρνητική προκατάληψη πολύ γρήγορα εξαφανίζεται όταν στη σκηνή παρουσιάζεται η φιγούρα του σαραντάχρονου μοναχού Βικέντιου – ενός ανθρώπου που φτάνει ώς εμάς από το πολύ μακρινό παρελθόν, ενός μεσόκοπου άντρα που απ’ τα δεκαεπτά του έχει αποτραβηχτεί σε ένα απομονωμένο μοναστήρι της Χίου. Υφος και θέμα διαπλέκονται αρμονικά. Ταξιδεύοντας στην ελληνική ύπαιθρο, πόσες και πόσες φορές δεν συναντήσαμε τις ακατάληπτες μορφές σχετικά νέων ανθρώπων που επέλεξαν να ζήσουν περιχαρακωμένοι μέσα σε μοναστήρια, μέσα σε κοινότητες που κάποτε έσφυζαν από ζωή, αλλά που σήμερα έχουν ερημώσει; Τι είδους χαρακτήρες είναι; Από πού αντλούν τη δύναμή τους όταν απομακρύνονται από τα εγκόσμια με τις ανυπέρβλητες δυσκολίες, αλλά και τους αναρίθμητους γλυκούς πειρασμούς; Κρύβει η επιλογή τους αληθινή θρησκευτική πίστη; Ή μήπως η μοναστική τους ροπή υποκρύπτει αλλιώτικες, αθέατες απολαβές και άνομα οφέλη;

Κατ’ αρχάς, η νουβέλα του Μακριδάκη θέτει ένα πραγματικό ερώτημα. Κι έπειτα απαντά πειστικά. Ο Βικέντιος διαθέτει το χάρισμα να ζει μια ολοκληρωμένη ζωή και να την ζει με τρόπο πολύ απλό – αφιερωμένος ολόψυχα στη σκληρά απαιτητική καθημερινότητα του μοναστηριού όπου ενηλικιώθηκε ως δόκιμος· δοσμένος ολόκαρδα στην ρουτίνα της καθημερινότητας όταν αργότερα ανέλαβε ο ίδιος τα ηνία της σχεδόν εγκαταλελειμμένης μονής. Αποκλειστική συντροφιά στις αγροτικές εργασίες και στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα, η σκυλίτσα που του χάρισαν οι ντόπιοι για να ’χει παρέα.

Αλλη μια αρετή της νουβέλας του Μακριδάκη είναι ότι η απλή, ολοκληρωμένη αυτή ζωή εμμέσως αντιπαραβάλλεται με όσα ακατονόμαστα τα τελευταία χρόνια ακούμε πως συμβαίνουν στους κόλπους της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας – παράνομες χρηματικές δοσοληψίες και οξύτατες συγκρούσεις ανάμεσα σε ανυπόληπτες κλίκες εξουσιομανών κληρικών. Ο μοναχός Βικέντιος δεν είναι ένας αδιάφορος άνθρωπος. Το φορητό του ραδιοφωνάκι τον φέρνει σε επαφή με την επικαιρότητα. Ομως η δωρεά που του έχει δοθεί συνίσταται στο ότι και ξέρει και αξιολογεί, ουδέποτε όμως κρίνει. Αντιθέτως, συνδέεται βαθιά και ουσιαστικά με όσα ταπεινά τον περιβάλλουν. Την ώρα, λοιπόν, που ακούμε τα ελληνικά ΜΜΕ να πενθούν θορυβωδώς για τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου έχοντας μετατρέψει σε εμπορικό τηλεθέαμα το προσκύνημα χιλιάδων πιστών, ο μοναχός θρηνεί με καυτά δάκρυα τη δική του αναπάντεχη απώλεια. Μια απώλεια που κατά ειρωνική αντίστιξη δείχνει πολύ πιο συντριπτική και δεν είναι άλλη από τον θάνατο της λεχώνας σκυλίτσας του.

Η αφήγηση του Μακριδάκη διαθέτει το επιπρόσθετο προτέρημα της αγωνίας: Θα κατορθώσει να επιζήσει κάποιο από τα τρία μικροσκοπικά νεογέννητα; Και οι τελευταίοι επισκέπτες με τις αδιάκριτες ερωτήσεις τους θα κλέψουν εντέλει την αφύλακτη μονή; Ο Μακριδάκης εκφράζει τις πεποιθήσεις του μέσω της λογοτεχνικής δραματοποίησης χωρίς τις συνηθισμένες πομπώδεις αναλύσεις περί ελληνικότητας, ορθοδοξίας και τις αντιπαραβολές μεταξύ Δύσης και Ανατολής. «Η γαλανόλευκη κυμάτιζε στη θαλασσινή αύρα του δειλινού. Εστρεψα το νοτισμένο μου κεφάλι κατά τη θάλασσα. Ενα πλοίο με κόκκινη τσιμινιέρα ερχόταν ολοταχώς αφήνοντας πίσω του μια φαρδιά αφρογραμμή. Σε λίγο άκουσα τα τρία του μακρόσυρτα σφυρίγματα και κατόπιν την καμπάνα που χτυπούσε τ’ αντιχαιρετίσματα. Ενιωσα πολύ τυχερός. Ομορφα πράγματα».

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>