Αντί Στεφάνου: Αναγνωστική απόκριση από Γιάννη Βασαλάκη

Αντί στεφάνου
by Giannis MakridakisΓιάννης Μακριδάκης

13423438

Yiannis Vasalakis‘s review

Sep 05, 2016
really liked it
Τον Γιάννη Μακριδάκη τον γνώρισα όταν έπεσε στα χέρια μου οΑνάμισης ντενεκές, και τον αγάπησα διαβάζοντας τη νουβέλα τουΗ δεξιά τσέπη του ράσου. Έπειτα από αυτό το βιβλίο του έγινα πιστός του αναγνώστης. Ο τρόπος που αφηγείται είναι αγνός και αυθεντικός. Δεν απευθύνεται μόνο στην αναγνωστική ελίτ αλλά και στη μεγάλη μάζα των αναγνωστών, χωρίς διόλου να ευτελίζει το κείμενο του. Για μένα αυτό είναι ένα από τα μυστικά της πραγματικά καλής λογοτεχνίας.Αν κανείς παρακολουθεί -όπως εγώ- τακτικά τον συγγραφέα όχι μόνο μέσω των βιβλίων του (εκδίδει σχεδόν ανελλιπώς ένα το χρόνο από το 2006) αλλά και μέσω των αναρτήσεών του στο μπλογκ του ή στα social media, διαβάζοντας το «Αντί Στεφάνου» θα διαπιστώσει ευθύς αμέσως ότι ο σαραντάρης Στέφανος, ο ήρωας της νουβέλας του, είναι ο ίδιος. Όπως κι ο Μακριδάκης, ο Στέφανος είναι ένας άνθρωπος που παράτησε αυτό που ξεκίνησε να σπουδάζει για να ασχοληθεί με τη φυσική καλλιέργεια ενός μικρού κτήματος στο νησί του τον απόλυτα φυσικό τρόπο ζωής. Ο «εναλλακτικός», όπως θα έλεγαν πολλοί, βίος του και η απέχθειά του προς την σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία τον φέρνει αντιμέτωπο με τη δυσπιστία (στην καλύτερη περίπτωση) και τον χλευασμό (στη χειρότερη) της μεγαλύτερης μερίδας των συντοπιτών του.

description

Η Πάτρα, η μάνα του Στέφανου, επονομαζόμενη και Ξυλαγγούρω, ανησυχώντας για το τι θα απογίνει ο γιος της όταν αυτή θα έχει πεθάνει, βάζει μέσο και κανονίζει ο Στέφανος να πάρει τη θέση του νεκροθάφτη του χωριού. Ήσυχη πλέον ότι ο γιος της δεν θα μείνει ξεκρέμαστος, πεθαίνει: «Έγειρε το κεφάλι της αριστερά σαν λαβωμένο πουλάκι, όπως καθόταν στο κατώφλι του σπιτιού της το απόγευμα της Δευτέρας 19ης Μαΐου, και ξεψύχησε ήσυχα. Σαν να αποκοιμήθηκε γλυκά κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο». Είχε δε στα χείλη της «ένα απολύτως εμφανές όσο και αινιγματικό μειδίαμα». Ίσως να ήξερε όσα θα ακολουθήσουν. Διότι η πρώτη -και τελευταία- κηδεία που αναλαμβάνει ο γιος της να τελέσει είναι αυτή της μητέρας του. Και προκαλεί σούσουρο στο χωριό όταν όχι μόνο αυθαίρετα την θάβει στην φτωχική πλευρά του νεκροταφείου, αντί για «πρώτο τραπέζι πίστα» όπως είχε αποφασιστεί από τον πλούσιο αδελφό της, αλλά και όταν αποφασίζει, αντί στεφάνου, να φυτέψει πάνω στον τάφο ένα μποστάνι με… ξυλαγγουριές, αγνοώντας επιδεικτικά το μαρμάρινο μαυσωλείο που προορίζεται για εκείνην. Και όχι μόνο αυτό: κοπρίζει τακτικά το μποστανάκι με λίπασμα βιολογικότατο, τα δικά του αφοδεύματα, ώστε να μεγαλώσουν τα φυτά, να καρπίσουν και να διανείμει τα ξυλαγγουράκια στο μνημόσυνό της.

Όλα αυτά δοσμένα με μπρίο και μαύρο χιούμορ σε μία γλώσσα «ελαφριάς» καθαρεύουσας, εμπλουτισμένης με πολλές λαϊκές και χιώτικες εκφράσεις, που από τη μία θυμίζει Παπαδιαμάντη και από την άλλη «καθαρευουσιάνικου» τύπου αναφορά επίσημου οργάνου της τάξεως των αρχών του προηγούμενου αιώνα (αλήθεια, θυμάται κανείς την «Αστυνομική διαταγή 1907 της Ματαράγκας Καρδίτσας» ;) . Όπως αποκαλύπτεται στην πορεία, αφηγητής της ιστορίας είναι ο Αμφίαρτος, ο ξενομερίτης θεολόγος του γυμνασίου του νησιού με το εκπληκτικής προέλευσης παρατσούκλι (όχι, δεν κάνω σπόιλερ), ο οποίος μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου, προορίζεται να αναλάβει τη θέση του νεκροθάφτη, αντί Στεφάνου. Διττή λοιπόν η σημασία του τίτλου :-)

description

Δεν ξέρεις αν πρέπει να κλάψεις ή να γελάσεις. Διότι, κάτω από τις μακάβρια αστείες καταστάσεις που περιγράφονται στη φαρσοκωμωδία του «Αντί Στεφάνου», ο συγγραφέας δεν παραλείπει να πυροβολήσει ακόμη μια φορά στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία από την οποία ο ίδιος προσπαθεί να κρατά αποστάσεις. Δείχνει για ακόμη μια φορά τις οικολογικές του ευαισθησίες, κάνει το κλασικό «μακριδάκειο κήρυγμα» για την φυσική διατροφή, περιγράφει το καρναβάλι των προκαταλήψεων και του κονφορμισμού της κάθε κοινότητας και των μελών της. Από τα πυρά του φυσικά δεν γλιτώνει η επίσημη Εκκλησία και το εμπόριο του θανάτου από τους παπάδες που συντηρούν μία –κατά τον ίδιο- χωρίς κανένα νόημα παράδοση. Και δίνει και πάλι μπόλικη (βιολογική) τροφή για σκέψη.

Το εύρημα με τη γλώσσα το βρήκα πανέξυπνο. Αν ήταν μεγαλύτερο το βιβλίο ίσως να με κούραζε συνεχόμενη η χρήση της. Είναι όμως τόσο μικρό (140 σελίδες), όσο πρέπει για να παραμένει το κείμενο απολαυστικό. Δεν φεύγει «μονοκοπανιά» ωστόσο· η απόλαυση βρίσκεται στο να το διαβάζει κανείς λίγο-λίγο.

Ο Μακριδάκης είναι ένας από τους ωραιότερους σύγχρονους έλληνες αφηγητές. Πέρα από την εκκεντρικότητά του -ίσως και γι αυτήν ακριβώς- πραγματικά χαίρομαι κάθε νέο του πόνημα. Δεν θέλει πολλή προσπάθεια να φανταστεί κανείς μια ταινία με τον ίδιο στον ρόλο του Στέφανου. Αλλά πάλι, αυτό το έχω ξαναπει για τη «Δεξιά τσέπη του ράσου» και τον μοναχό Βικέντιο. Δεν θα ήταν άσχημο κάποια στιγμή να το αποφάσιζε. Αν δεχτεί βέβαια να απομακρυνθεί για λίγο από το κτήμα του στη Βολισσό της Χίου ;-)

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>