Κριτική από Μάρη Θεοδοσοπούλου (Ελευθεροτυπία)

Ο αγαθός ρασοφόρος

Από τη Μ. Θεοδοσοπούλου

Γιάννης Μακριδάκης

Η δεξιά τσέπη του ράσου

Εκδόσεις της Εστίας, σ. 144, 10 ευρώ

Τα ζώα παραμένουν ανάμεσα στα αγαπημένα θέματα της ελληνικής διηγηματογραφίας. Στις προτιμήσεις, μάλιστα, των τελευταίων χρόνων, έρχονται αμέσως μετά τους οικονομικούς μετανάστες. Καθόλου παράξενο, αφού τα περισσότερα διηγήματα γράφονται κατόπιν παραγγελίας και οι παραγγελιοδότες κινούνται σύμφωνα με τις επικρατούσες οικολογικές και κοινωνικές ευαισθησίες. Το 2009 έχει προκηρυχθεί και σχετικός διαγωνισμός με θέμα τα ζώα, που θα οδηγήσει σε μια ακόμη «ζωολογική» συλλογή διηγημάτων. Το είδος του ζώου δεν προσδιορίζεται. Στα διηγήματα, πάντως, που γράφονται εξ ιδίας βουλήσεως, κυριαρχούν τα κατοικίδια, δηλαδή το δίδυμο του σκύλου και της γάτας. Ενα, ακόμη, επακόλουθο της αυξημένης ζωοφιλίας που επιδεικνύουν οι κάτοικοι των πόλεων. Γι’ αυτό, άλλωστε, και το θέμα τους δεν είναι η αφοσίωση των ζωντανών στο αφεντικό τους, όπως στην παλαιά «Ιστορία ενός σκύλου» του Ροΐδη, αλλά η εξανθρωπισμένη παρουσία τους ως δεκανίκι μοναχικής διαβίωσης. Αντίστοιχα, αλλάζει και η διάθεση του αφηγητή, η οποία εμφανίζεται συχνότερα βαρύθυμη παρά ιλαρή. Αυτά τα μάλλον λιμνάζοντα νερά της φιλοζωικής λογοτεχνίας έρχεται να ταράξει η έμπλεη τρυφερότητας νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη. Εκτός των άλλων, προβάλλει και σαν ένας ετεροχρονισμένος αντίλογος στην κτηνωδία των ανθρώπων, που αποτύπωσε πριν από σχεδόν 120 χρόνια ο Μητσάκης στα «Θεάματα του Ψυρρή».

Είναι το δεύτερο βιβλίο του Μακριδάκη, δέκα μόλις μήνες μετά το πρώτο, «Ανάμισης ντενεκές». Μυθιστόρημα έχει χαρακτηριστεί το προηγούμενο, νουβέλα το πρόσφατο, ακολουθώντας μάλλον την εύκολη ταξινόμηση σύμφωνα με την έκταση του κειμένου. Ουσιαστικά, όμως, πρόκειται για ένα μικρό αλλά άρτιο μυθιστόρημα, που τοποθετείται κι αυτό στη γενέτειρα και τόπο κατοικίας του συγγραφέα, τη Χίο. Πιο συγκεκριμένα, το θέμα του καινούργιου του βιβλίου τοποθετείται στο μοναστήρι της Παναγιάς του Ακρωτηρίου, στα βόρεια ενός νησιού, το οποίο δεν κατονομάζεται. Ωστόσο, παρά την κρυπτική αναφορά στο μοναστήρι, η ειδυλλιακή περιοχή γύρω από αυτό, όταν, μάλιστα, την περιγράφει ένας Χιώτης, παραπέμπει στη Μονή της Παναγίας του Μυρσινιδίου, λίγο βορειότερα από την κωμόπολη του Βροντάδου. Το μοναστήρι είναι χτισμένο στην άκρη του βράχου και βλέπει προς τις απέναντι μικρασιατικές ακτές, ακριβώς όπως γλαφυρά και εν εκτάσει περιγράφεται στο βιβλίο. Υστερα, όντας ο συγγραφέας και ιστορικός του νησιού, δεν μπορεί να απαλλαγεί ολωσδιόλου από τα πραγματολογικά στοιχεία. Λ.χ., στον τελευταίο ηγούμενο του μοναστηριού δίνει το όνομα Χριστόφορος, κάτι σαν φόρο τιμής στον άνθρωπο που ίδρυσε τη Μονή πριν από έναν και πλέον αιώνα, τον αρχιμανδρίτη Χριστόροφο Σερεμέζη. Ενώ, σ’ ένα άλλο σημείο, προσδιορίζει πως το 1985 υπήρχαν εκεί εννέα μοναχοί, ακριβώς όσους καταγράφει και ο μοναστηριακός οδηγός του Ευβοέα Σπύρου Κοκκίνη, που είχε εκδοθεί λίγα χρόνια νωρίτερα. Από αυτήν την άποψη, πιστεύουμε πως το μυθιστόρημα αποτελεί μια εξαίρετη διαφήμιση της Χίου, ενόψει και των καλοκαιρινών διακοπών. Εξάλλου, το δωδέκατο και τελευταίο κεφάλαιο το γράφει, σε πρώτο πρόσωπο, ένας νεαρός τουρίστας, που, την πρώτη μέρα των διακοπών του, μετά το μπάνιο του στην παρακείμενη παραλία, ανηφορίζει προς το μοναστηριακό συγκρότημα.

Κατά τ’ άλλα, ο Μακριδάκης, αυτή τη φορά, δεν στηρίζεται σε ιστορικά αρχεία και ντοκουμέντα εποχής όπως στο προηγούμενο, όπου αποπειράται να ανασυστήσει ένα φονικό, πατώντας στα χνάρια του τελευταίου μυθιστορήματος της Ρέας Γαλανάκη. Εδώ, εμπιστεύεται τη φαντασία του, που αποδεικνύεται ιδιαίτερα γόνιμη. Κατ’ αρχήν, ξεκινάει με έναν παραπλανητικό τίτλο, δημιουργώντας την πρώτη ανατροπή. Ο αναγνώστης, παρασυρμένος από την τσέπη ενός ράσου, και δη τη δεξιά, περιμένει να διαβάσει για οικονομικές και άλλες ατασθαλίες πονηρών ρασοφόρων, ενώ στο πρόσωπο του μοναχού Βικέντιου, του τελευταίου καλόγερου που απέμεινε στο Μυρσινίδι, τού αποκαλύπτεται ο αγαθότερος των ανθρώπων. Ως επιλογή, το όνομα Βικέντιος παραξενεύει, καθώς δείχνει φορτισμένο λογιοσύνη, θυμίζοντας μεταξύ πλείστων άλλων τον κεφαλονίτη μοναχό Βικέντιο Δαμοδό. Ωστόσο, ο ήρωας του Μακριδάκη μόλις που τέλειωσε το σχολείο, αφού, στα δεκαεπτά του, αποφάσισε, από ενδιάθετη ροπή, να ασπαστεί τον μοναχισμό. Γενικώς, λέγεται πως η καλογερική είναι βαριά. Γι’ αυτόν, όμως, αποδείχτηκε ακόμη βαρύτερη, καθώς του έτυχε αυστηρός ηγούμενος. Παρ’ όλα αυτά, είκοσι τρία χρόνια παρθενίας και βασανισμών δεν τον έκαμψαν. Ολα τα υπέμεινε αγόγγυστα, εκτός από τη μοναξιά των τελευταίων ετών, αφότου πέθανε και το τελευταίο μέλος της αδελφότητας.

Πάντως, το μόνο που έχει στη δεξιά τσέπη του ράσου του είναι εξήντα φουντούκια. Να τρώει ένα κάθε πρωί, για να μετράει τον χρόνο. Οχι της σαρακοστής, όπως οι άλλοι μοναχοί, αλλά της κυοφορίας της σκυλίτσας του. Με τη σκυλίτσα και το ραδιόφωνο διασκεδάζει τη μοναξιά του και με αυτά τα δύο έστησε ο συγγραφέας τη νουβέλα του. Το εύρημα του Μακριδάκη είναι η σύμπτωση του θανάτου του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστόδουλου, ξημερώματα 28ης Ιανουαρίου 2008, όπως ανακοίνωσε το ραδιόφωνο, και της σκυλίτσας πάνω στη γέννα. Σε έντεκα ημέρες απλώνεται η μυθοπλασία, όσες μεσολάβησαν από τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου μέχρι την ανακοίνωση του διαδόχου του. Ουσιαστικά, όμως, η αφήγηση περιορίζεται στις επτά πρώτες ημέρες, συμπλέκοντας όσα συμβαίνουν στο χιώτικο μοναστήρι με τα τεκταινόμενα στην Εκκλησία της Ελλάδος: Τρεις οι επικρατέστεροι διάδοχοι του Αρχιεπισκόπου, τρία τα ορφανά κουτάβια που χαροπαλεύουν. Την ημέρα που η αρχιεπισκοπική σορός εκτίθεται για προσκύνημα, πεθαίνει το θηλυκό κουτάβι. Την ημέρα της κηδείας του Αρχιεπισκόπου, πεθαίνει το ένα από τα δύο αρσενικά. Την ημέρα της εκλογής του Ιερώνυμου, το τρίτο κουτάβι ανοίγει τα μάτια του και βαφτίζεται προς τιμήν του Ρώνυ.

Το πανελλήνιο πένθος συνυπάρχει με την προσωπική αγωνία του μοναχού. Εδώ, όμως, δεν χωράει καμία συσχέτιση με τον εγωκεντρικό ατομικισμό των ανθρώπων του οποιουδήποτε άστεως, που αδιαφορούν για τα συλλογικά δεινά. Ο μοναχός του Μακριδάκη, όπως και κάθε άλλος μοναχός, είναι διά βίου αφιερωμένος στον Χριστό. Αυτός, επιπλέον, πιστεύει πως τα ζωντανά έχουν ψυχή και πως πεθαίνοντας πηγαίνουν στον ουρανό. Γι’ αυτό και κάνει τελετουργικά την ταφή της σκυλίτσας, παραβαίνοντας τους κανόνες της Εκκλησίας. Δεν αφήνει, μάλιστα, τον νησιώτη να την πετάξει στη θάλασσα, ούτε την εγκαταλείπει ως θνησιμαίο στο έλεος της φύσης, όπως εκείνοι οι αγροίκοι «Το ψοφίμι» του Παπαδιαμάντη. Αλλωστε, χάρη στη σκυλίτσα είδε κι αυτός ο στερημένος, από κοντά, τα θαύματα της αναπαραγωγής και της γέννας.

Στη σκυλίτσα έχει δώσει το θηλυκότατο υποκοριστικό Σίσσυ, ενώ οι σκέψεις του γι’ αυτήν και τα κουτάβια της πλημμυρίζουν από χαϊδευτικά υποκοριστικά. Τριτοπρόσωπη η αφήγηση, με χωνεμένες τις στιχομυθίες, επικεντρώνεται στον μοναχό. Μέσα από τη δική του προοπτική, η συνεχής προσωποποίηση της φύσης δημιουργεί την εντύπωση πως ο καλόγερος σαν να ευλογεί τον κόσμο και τα πλάσματα του Θεού να πληθαίνουν. Ο Μακριδάκης χρησιμοποιεί ελάχιστα τη χιώτικη ντοπιολαλιά. Συναντάμε μόνο μερικές σκόρπιες λέξεις και τα πολλά σύνθετα ουσιαστικά. Προτιμά μια χυμώδη δημοτική, που αποτυπώνει τη γλυκύτητα των συναισθημάτων. Λες και δεν πρόκειται για σκυλίτσα αλλά για αγαπημένη σύντροφο, που πεθαίνει πάνω στη γέννα κι εκείνος αγωνιά για την επιβίωση του βρέφους. Ταυτόχρονα, όμως, η αφήγηση διατηρεί παιγνιώδη διάθεση. Ενώ φαίνεται να κυριολεκτεί περιγράφοντας τα φανερά, με μια δευτερεύουσα ή λανθάνουσα σημασία των λέξεων παραπέμπει σε όσα κρυφά συμβαίνουν πίσω από τις πόρτες ή στο πονηρό μυαλό των ανθρώπων.

Ο συγγραφέας διανθίζει τους ελεγειακούς τόνους με ειρωνικούς απόηχους, κυρίως όταν περιγράφει τη στάση των πιστών που επισκέπτονται το μοναστήρι, για να προσκυνήσουν την Παναγία, για να εξορκίσουν αρρώστια, για αγιασμό του καινούριου αυτοκινήτου ή και για να ανάψουν ένα κερί προς ανάπαυση του θανόντος Αρχιεπισκόπου. Με δεξιοτεχνία κατορθώνει να δείξει την αμφιταλάντευση ανάμεσα στη θρησκευτική πίστη και την εκκοσμίκευσή της, καθώς το παραδοσιακό προσπαθεί να συνυπάρξει με τους κρατούντες σήμερα τρόπους διαβίωσης. Εκείνο, πάντως, που τον διαφοροποιεί από άλλους συγγραφείς, είναι πως, ούτε στιγμή, δεν ενδίδει στη σάτιρα. Στο λεπτό και παρα-παρεξηγημένο θέμα του μοναχισμού φαίνεται να κρατάει ασφαλείς αποστάσεις διακριτικότητας.

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>