Γιώργος Κωστακιώτης: Από τη δυστοπία στη ρήξη. Ο αποκλεισµός και η αποµόνωση του ατόµου στο έργο του Γιάννη Μακριδάκη

Γιώργος Κωστακιώτης

Πηγή

Στην ανάλυσή µας αυτή, ακολουθώντας τους πρωταγωνιστές στο διακείµενο του Γιάννη Μακριδάκη, θα προσπαθήσουµε καταρχήν να διερευνήσουµε τους µηχανισµούς µέσα από τους οποίους ο ήρωας αποκλείεται – ηθεληµένα ή όχι – από το κοινωνικό σύνολο για να αποµονωθεί σ’ένα κόσµο απόλυτης δυστυχίας. Κατόπιν θα µελετήσουµε τους τρόπους που οι πρωταγωνιστές επιστρατεύουν αναζητώντας διέξοδα ελευθερίας, ερχόµενοι σε διαρκή σύγκρουση µε τον κόσµο τους. Είναι αλήθεια ότι σε όλο το έργο του Μακριδάκη, είτε πρόκειται για τα πρώτα µυθιστορήµατα όπως το Ήλιος µε δόντια1 ή το Ανάµισης Ντενεκές2 όπου η δράση εξελίσσεται στο πρώτο µισό του 20ου αιώνα και το ιστορικό στοιχείο είναι έντονο, είτε για τις τελευταίες νουβέλες όπως Το Ζουµί του Πετεινού3 ή Το Μάτι του Θεού4 όπου γίνεται προσπάθεια να δωθεί η σύγχρονη πραγµατικότητα µε έµφαση στις κοινωνικές επιπτώσεις ως αποτέλεσµα της οικονοµικής κρίσης, τα κεντρικά πρόσωπα αδυνατούν να ζήσουν αρµονικά µε το κοινωνικό σύνολο. Οι ήρωες βρίσκονται διαρκώς έξω από το κόσµο – έξω από την δεδοµένη κοινωνική πραγµατικότητα που τους περιβάλλει, µετατρέποντας τον εαυτό τους σε περιθωριακές υπάρξεις. Δεν χρησιµοποιούµε τον όρο «περιθώριο» αρνητικά αλλά µε την κυριολεκτική του σηµασία για να τον αντιπαραθέσουµε στο «κέντρο». Έτσι για παράδειγµα στο Ανάµισης Ντενεκές ο Γιώργης Πέτικας που «Από παιδί ακόµα [ο Γιώργης] ήτανε διαφορετικός. Δεν µπορούσαν να τον καταλάβουν, και όλοι τον έπαιρναν για λοξό…» 5 , «Οι πιότεροι εκεί µέσα [στο βάθος του καφενείου] τον θεωρούσαν αλλοπαρµένο, αλαφροΐσκιοτο από µικρό»6 παίρνει κυριολεκτικά τα βουνά για να γλιτώσει από τη δικαιωσύνη µετά το φόνο που διέπραξε προκειµένου να πραγµατοποιήσει τον µεγάλο έρωτα. Εδώ η περιθωριοποίηση είναι συνειδητή απόφαση του ήρωα αλλά παράλληλα και επιβεβληµένη για να αποφύγει τις επιπτώσεις της παραβίασης του νόµου. Ο ήρωας βγαίνει από την κοινωνία και αρχίζει µια άλλη ζωή µακριά από τον κόσµο. Αντίθετα στη νουβέλα Η Δεξιά τσέπη του ράσου7 , ο Βικέντιος ζει έξω από την κοινωνία αλλά στα πλαίσια του µοναχικού βίου σε µοναστήρι του νησιού. Ενώ στο µυθιστόρηµα Ήλιος µε δόντια, ο Κωνσταντής αν και συνεχίζει να µένει τυπικά µέσα στην πόλη, ουσιαστικά βρίσκεται έξω απ’αυτή και λόγω της οµοφυλοφιλίας του και λόγω της ανάµειξής του στην αντίσταση (αν και στο τέλος µαθαίνουµε ότι ήταν και έξω από την αντίσταση, αλλά αυτό δεν το γνωρίζει ο ήρωας). Το ίδιο και στο έργο Η Άλωση της Κωνσταντίας8 , η Ρωµιά ζει στην Κωνσταντινούπολη αλλά όχι στον κόσµο της τούρκικης µεγαλούπολης. Στις νουβέλες Λαγού µαλλί9 και Το Ζουµί του πετεινού πρόκειται µάλλον για απόκλειρους της ζωής. Αυτό που ονοµάζουµε «περιθωριοποίση» αφορά ανθρώπους-θύµατα που δεν µπόρεσαν, δεν πρόλαβαν ή δεν έστω θέλησαν να ακολουθήσουν τις τελευταίες οικονοµικό-κοινωνικές αλλαγές που έφερε η κρίση µετά το 2010. Ο πρώτος ήδη πεθαµένος, ο δεύτερος αποτραβηγµένος στο αγρόκτηµά του µακριά από τη πόλη. 1 (Μακριδάκης 2010) 2 (Μακριδάκης 2008) 3 (Μακριδάκης 2012) 4 (Μακριδάκης 2013) 5 (Μακριδάκης 2008, 34) 6 (Μακριδάκης 2008, 49) 7 (Μακριδάκης 2009) 8 (Μακριδάκης 2011) 9 (Μακριδάκης, Λαγού µαλλί, 2010) 2 Όσο για τον Πεπόνα, τον ήρωα της πιο πρόσφατης νουβέλας Το Μάτι του Θεού, αν και ζεί στο χωριό, φαίνεται αποκοµµένος από τον υπόλοιπο κόσµο ακολουθώντας συνειδητά τους αργούς ρυθµούς της φύσης και των ζώων. Αποδόµηση Ο ήρωας του Μακριδάκη δεν ικανοποιείται µε την κοινωνία, δεν συµφωνεί και τελικά δεν αποδέχεται τους κανόνες της. Η εξουσία κάθε φορά, µε όποιο τρόπο κι αν εκφράζεται, είτε πρόκειται για τις τοπικές αρχές, για την αστυνοµία και για τους πολιτικούς στα πρώτα έργα είτε για τις κυβερνήσεις στις τελευταίες νουβέλες, δεν φτάνει µέχρι τον πολίτη. Κατά συνέπεια ο πολίτης αρνείται την εξουσία αυτή, το κενό της οποίας ο συγγραφέας έρχεται να καλύψει µε την «προσωπική κλήση» του ήρωα του την οποία και µετατρέπει σε κεντρικό µοτίβο του έργου του: Το άτοµο καλείται να υπηρετήσει τα µεγάλα ιδεώδη και να φέρει το βάρος της ευθύνης. Πχ. Την υποταγή στο µεγάλο έρωτα, τον αγώνα κατά της γερµανικής κατοχής, την αντίσταση στην οικονοµική υποδούλωση κλπ. Παράλληλα, µε τον µηχανισµό αυτό, οι πρωταγωνιστές επιδιώκουν να αναγνωριστούν στα µάτια των συγχρόνων τους γενόµενοι την ίδια στιγµή αποδεκτοί και από τον ίδιο τους τον ευατό. Εποµένως δεν πρέπει να δούµε (µόνο) τον τρόπο µε τον οποίο εµφανίζεται ο ήρωας στον κόσµο και στον συγγραφέα αλλά (και) πώς ο κόσµος εµφανίζεται στον ίδιο τον ήρωα και πως ο ήρωας εµφανίζεται στον ίδιο τον εαυτό του. Ο αφηγητής του Μακριδάκη λειτουργεί σαν ένα είδος απόλυτης συνείδησης, φαινοµενικά απρόσωπης, που µετατρέποντας τον ήρωα σε ποµπό της διήγησης τον καθιστά καθόλα υπεύθυνο των πραξεών του και των επιλογών του. Ο ήρωας παύει να συµπίπτει µε τον (πρώτο) εαυτό του, γιατί η αυθεντική ζωή της προσωπικότητας που αναζητά συµβαίνει στο σηµείο της «µη σύµπτωσης» και της αντιφατικότητας10. Έτσι ο συγγραφέας τον βγάζει από τη θέση του θύµατος, του θύµατος ενός κόσµου που του ξεφεύγει, του θύµατος της µοίρας ή της Ιστορίας στην οποία τον είχε βάλει η Γενιά του 3011. Για την (σύγχρονη) λογοτεχνία το πρόσωπο δεν κλείνεται στο «γεγονός» ή στη λειτουργία µιας δράσης µέσα σ’ένα σύστηµα ιστορικών συµβάντων12. Ο ήρωας βλέπει ότι η «ουτοπία» δεν λειτουργεί και απορίπτει την πραγµατικότητα σαν ψεύτικη, σαν αδύνατη να του εξασφαλίσει τις ιδανικές συνθήκες διαβιώσης. Η «ουτοπία» ως ιδανικός ή εξιδανικευµένος τόπος του παρόντος καταργείται: ο τόπος γίνεται ου-τόπος. Τα υποκείµενα µε τις επιλογές τους, συνειδητές ή όχι, επιβεβληµένες ή όχι, αρνούνται τον τόπο. Ο «τόπος» γίνεται «α-τόπος». Ο Rolan Barthes χρησιµοποιεί τον όρο «atopie» σαν απάντηση- δίεξοδο του ατόµου στην καθήλωση13. Όταν καταργείται ο τόπος, καταργείται και ο χρόνος, το παρόν δεν µπορεί να βιωθεί14, οι ήρωες αρνούνται το παρόν. Εκφράζοντας αυτή τη διαφωνία, πραγµατοποιώντας δηλαδή την άρνηση, οι πρωταγωνιστές αποµονώνονται σταδιακά. Ωστόσο φαίνεται πως στις περιπτώσεις που εξετάζουµε ο συγγραφέας οδηγεί τους ήρωές του ακόµη πιο µακριά. Όπως σηµειώνει η Τζίνα Πολίτη, «ο κάθε ήρωας είναι πάσχον σώµα και πάσχουσα συνείδηση που αντιπαλεύει την εννοιολογική οργάνωση και την προσδιορισµένη κοσµοαντίληψη µέσα στην οποία ο χρόνος της ιστορίας εγκλωβίζει την τροχιά της υπαρξής του», έτσι η α-τοπία στο διακείµενο του Μακριδάκη µετατρέπεται µε τη σειρά της σε «δυστοπία». Ο συγγραφέας κλείνει τον ήρωα του σ’ένα κόσµο απόλυτης µοναξιάς όπου η ζωή γίνεται ανυπόφορη, το άτοµο αδυνατεί να υπάρξει αυτόνοµα-αυτεξούσια, η προσωπικότητά του συνθλίβεται. Η µόνη διέξοδος είναι η ρήξη, η απότοµη διακοπή, η ριζική άρνηση της 10 Η Τζ. Πολίτη αντιπαραθέτοντας τον ήρωα του Τερζάκη µε τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι, επαναπροσδιορίζει τη θέση του ήρωα µέσα στο κείµενο. (Πολίτη, 2001, 94 και όλο το κεφ., 93-103) 11 (βλ. Θεοτοκάς 1996, 177: «είµαι ένα αποσπόρι της Ιστορίας») 12 (Πολίτη 2001, 241) 13 (Barthes 1995, 54) 14 (Blanchot (1955) 2007, 25-28) 3 δυστυχίας. Η ρήξη – µε τις οποιεδήποτε συνέπειες – επιβάλλεται από τον συγγραφέα σαν µοναδική λύση και λειτουργεί για τους ήρωες σαν προσπάθεια να σβήσει από την µνήµη τους το βίωµα της δυστοπίας. Από τη στιγµή αυτή θα µπει σε λειτουργία ένας µηχανισµός αντίστασης-αντίδρασης µέσα από τον οποίο το άτοµο του Μακριδάκη θα προσπαθήσει να δραπετεύσει από αυτό τον κόσµο στον οποίο έχει οδηγηθεί. Αν και σε κάθε περίπτωση αυτή η ρήξη του ήρωα µε τον κόσµο της αποµόνωσής του θα πραγµατοποιηθεί µε διαφορετικό τρόπο ωστόσο ο βίαιος τρόπος µε τον οποίο θα σηµειωθεί η «πράξη», επαναλαµβάνεται σταθερά. Ο συγγραφέας εκπλήσσοντας όχι µόνο τον αναγνώστη αλλά και τον ίδιο του τον ήρωα αλλάζει άρδην την έκβαση της διήγησης. Έστι ο Πέτσικας στο Ανάµισης Ντενεκές, µπροστά στην αναπάντεχη ενέδρα της αστυνοµίας «αναγκάζεται» να πυροβολήσει και να πράξει έτσι τον δεύτερο φόνο, ο Κωνσταντής στο Ήλιος µε δόντια, µπροστά στον βοµβαρδισµό της Χίου τρελένεται, ο Σίµος πεθαίνει στο Λαγού µαλλί, ο Παναγής στο Ζουµί του πετεινού, σπάζει την τηλεόραση. Ενώ στο µυθιστόρηµα Η Άλωση της Κωνσταντίας προκειµένου να «σωθεί» η Ρωµιά, παγώνει η ροή της διήγησης µε την αποκάληψη ότι η ιστορία του πολυσέλιδου γράµµατος δεν είναι η αλήθεια, αλλά µόνο το προσχέδιο ενός σεναρίου. Χώρος (φυσικός και λογοτεχνικός) Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουµε παράλληλα ότι ο αποκλεισµός του ήρωα πραγµατοποιείται και συµβολικά, µέσα από τον φυσικό χώρο στον οποίο τοποθετείται η δράση της µυθιστορίας. Το απάτητο βουνό και οι σπηλιές για τον πρώτο όπου η αστυνοµία αδυνατεί να φτάσει και ο νόµος δεν µπορεί να επιβληθεί, το µοναστήρι µε την απόλυτη µοναξιά που «ήτανε φρούριο απόρθητο»15 και οδηγεί σε απόγνωση για τον δεύτερο, ο ξεπεσµένος οικισµός του Κάστρου στην περιφέρεια της πόλης της Χίου, τα σπίτια των Ρωµιών της Κωνσταντινούπολης ή ακόµη το αποµακρισµένο αγρόκτηµα στην άκρη του νησιού για τους άλλους και τέλος ο ίδιος ο τάφος που συµβολικά λειτουργεί ως ο κατεξοχήν χώρος αποκλεισµού και αποµόνωσης, επιβεβαιώνουν την απόλυτη άρνηση-απόρριψη της κοινωνίας. Έτσι η γεωγραφία έρχεται να στιγµατίσει το πρόσωπο και τις επιλογές και να οριοθετήσει πραγµατικά τον εξωβελισµό του. Με άλλα λόγια η οργανωµένη κοινωνία όπως λειτουργεί µέσα στον πραγµατικό-φυσικό χώρο, µε τους νόµους και τις αρχές της, τα πρότυπα και τα στερεότυπά της, την πολιτική και την οικονοµία της αµφισβητείται συνεχώς από τους πρωταγωνιστές του Μακριδάκη και τελικά παύει να ισχύει. Αν θεωρήσουµε τα έργα του Μακριδάκη όχι µόνο παράλληλα16, δηλαδή σαν µια σειρά ηρώων που δρουν ο καθένας χωριστά στο χώρο του και στην εποχή του, αλλά σαν συνέχεια όπου ο κάθε ήρωας υπάρχει µέσα από τα βιώµατα του προηγούµενου, µπορούµε να παρατηρήσουµε µια σαφή εξέλιξη και να διακρίνουµε την ωρίµανση του ατόµου όσο αφορά τη στάση του απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Ο συγγραφέας καταφεύγει σ’ένα δοµικό εγκιβωτισµό στοιχείων του ψυχισµού των πρωταγωνιστών του που λειτουργεί σαν µια διαδοχική σειρά δυνατοτήτων των οποίων το άθροισµα καθιστά δυνατή την σύσταση του ήρωα – στον ενικό – µέσα από την προοπτική όλου του µέχρι τώρα έργου. Η φυγή του ήρωα πάνω στα βουνά, πίσω από τα τείχη του µοναστηριού ή στην περιφέρεια της πόλης οδηγεί στον θάνατο. Ο καπετάν Σίµος στη νουβέλα Λαγού µαλλί είναι νεκρός – άλλωστε το έργο ολόκληρο δεν είναι άλλο από την τελετή της κηδείας. Ο συγγραφέας φαίνεται να καταφεύγει σ’αυτό το τέχνασµα για να δανειστεί το κύρος του θανάτου προκειµένου να επικυρώσει την αφήγησή του17. Έτσι ο µέχρι τώρα ήρωας του Μακριδάκη, ο παλιός άνθρωπος, ακολουθώντας το σεφερικό πρότυπο «Είµαστε ο σπόρος 15 (Μακριδάκης 2009, 22) 16 (Barthes 1977, 14-15) 17 (Πολίτη 2001, 233) 4 που πεθαίνει»18, πεθαίνει για να µπορέσει να ξαναζήσει, να ξαναγεννηθεί (για να µην πούµε «αναστηθεί»). Έτσι µε το επόµενο µυθιστόρηµα, µέσα στο δωµάτιο της Κωνσταντίας, ξαναβρίσκουµε το άτοµο έτοιµο να αναλάβει και πάλι δράση. Γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο στο έργο αυτό, ο συγγραφέας ο ίδιος ανατρέπει την ιστορία διαψεύδοντας την πλοκή µετατρέποντας την σε σενάριο, αποτρέποντας έτσι συµβολικά την «άλωση» της ηρωΐδας του. Έτσι στη συνέχεια, στο Ζουµί του πετεινού ο ήρωας είναι στην πρώτη γραµµή µάχης, αµφισβήτησης, επανάστασης απέναντι στην κοινωνία της κρίσης. Το σπάσιµο της τηλεόρασης19 την ώρα που στο δελτίο ειδήσεων ανακοινώνονται διάφορα οικονοµικά µέτρα, λειτουργεί ως η κατ’εξοχήν ρήξη µε την πραγµατικότητα. Το άτοµο δεν επιτρέπει περαιτέρω αποκλεισµό, απόρριψη, αποµόνωση. Η πράξη του σηµατοδοτεί την κάθαρση που πραγµατοποιείται µέσα από τον χειµαρώδη λόγο του κειµένου. Η σχέση του ατόµου µε την κοινωνία φαίνεται να αποκαθίσταται έτσι µε το τελευταίο έργο, Το Μάτι του Θεού, όπου η καλλιέργεια της γης γίνεται σύβολο ζωής και ισορροπίας απένατι στην πολιτικο-οικονοµική πραγµατικότητα. Ο ήρωας αν και παραµένει πάντα κριτικός απέναντι απένατι στους άλλους και επιφυλακτικός στις προθέσεις τους, αναγνωρίζει τις ευθύνες του (βόλεψε το παιδί του µε τη βοήθεια της κυβέρνησης) και αποδέχεται τις επιπτώσεις (περικοπή µισθού και λιτότητα). Σαν δείγµα πολιτικής (στην κυριολεξία) ωριµότητας πρέπει να θεωρηθεί και η συνειδητή του απόφαση να ασκήσει το εκλογικό του δικαιώµα στις πιο κρίσιµες και στις πιο αµφιλεγόµενες εκλογές των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα. Γίνεται έτσι και ο ίδιος δηµιουργός της κοινωνίας στην οποία ζει. Η ψηφοφορία γίνεται η πράξη που συµβολικά τον βγάζει από το περιθώριο. Άλλωστε και η κατασκευή του σκιάχτρου του κήπου του που πραγµατοποιείται καθόλη την διάρκεια της αφήγησης πρέπει να ιδωθεί σαν παραλλαγή της δηµιουργίας του ανθρώπου στη Γένεση της Παλαιάς Διαθήκης και σε αντιδιαστολή µε την κηδεία που ήδη έλαβε χώρα. Με την πράξη αυτή της δηµιουργίας, ο Μακριδάκης επιβεβαιώνει την νέα δυναµική στην οποία τοποθετεί τον ήρωά του. Η Γλώσσα Αφού η ουτοπία δεν λειτουργεί και το παρόν ακυρώνεται, µε τη σειρά του ο λόγος γίνεται αδύνατος20. Το ψυχολογικό πρόσωπο µετατρέπεται σε γλωσσολογικό. Οι ήρωες του συγγραφέα δεν ορίζονται µόνο µέσα από τις προθέσεις, τις διαθέσεις και εν τέλη µέσα από τις πράξεις τους αλλά και από τη θέση τους µέσα στο λόγο. Τον λόγο που τους δίνει ο συγγραφέας. Η γραφή του Μακριδάκη ακολουθεί ακριβώς αυτές τις διακυµάνσεις για να εκφράσει µε ακρίβεια τον κόσµο των πρωταγωνιστών µετατρέποντας τον ίδιο τον λόγο της µυθοπλασίας σε εικόνα. Ο συγγραφέας υποβάλλει τα πρόσωπα της δράσης του όχι µόνο στους νόµους της ψυχολογίας αλλά και στους κανόνες της σύνταξης και της γραµµατικής για να επιχειρήσει κατόπιν να τους καταργήσει όταν η ψυχική κατάσταση του ήρωα του τους ξεπερνάει21. Όταν η ύπαρξη του ατόµου παγιδεύεται σ’ένα χώρο δυστοπίας, ο λόγος γίνεται αδύνατος, το άτοµο συνθλίβεται. «Πας να κουβεντιάσεις κάτι σοβαρό και χάνεις τα λόγια σου» 22, θα πει χαρακτηριστικά ο Πεπόνας µε µια δόση ειρώνιας αλλά και σαρκασµού. Ο τοπικός-διαλεκτικός χαρακτήρας που αναβιώνει µε επιδεξιότητα το ιδίωµα της Χίου στο Ανάµισης Ντενεκές, µεταφέρει τον αναγνώστη όχι µόνο στην Ελλάδα των αρχών του 20ου αιώνα αλλά στα αποµακρισµένα και ορεινά χωριά του νησιού τονίζοντας έτσι την απόσταση από το κέντρο, από την εξουσία. Η φράση είναι µικροπερίοδος, οι προτάσεις πλούσιες, συχνά ελλειπτικές, π.χ.: «Ενδιαφέρουσα πτυχή. Η σιωπή του Πελινναίου.»23. Η ίδια τεχνική επιστρατεύεται, ίσως περισσότερο επιφανειακά, στην Άλωση της Κωνσταντίας όπου 18 (Σεφέρης 1992, 246) 19 (Μακριδάκης 2012, 45) 20 (Barthes 1995, 76) 21 (Βarthes 1977, 37) 22 (Μακριδάκης 2013, 22) 23 (Μακριδάκης 2008, 117) 5 οι πολίτικοι ιδιωµατισµοί επιβεβαιώνουν την αποξένωση της ηρωίδας. Στο Ήλιος µε δόντια, οι συχνές επαναλήψεις εκφράσεων καθώς και τα πισωγυρίσµατα στην αφήγηση περιγράφουν την αµηχανία του πρωταγωνιστή δίνοντας το ψυχολογικό αδιέξοδο και την δυσκολία αν όχι την αδυναµία επικοινωνίας. Προοδευτικά οι ήρωες κλείνονται σ’ένα κόσµο δικό τους υψώνοντας τοίχους που καθιστούν τον διάλογο προβληµατικό. Στη νουβέλα Λαγού µαλλί, µια χειµαρώδης περιγραφή-αφήγηση όπου η πρωτοπρόσωπη γραφή διακόπτεται σύνεχεια από την νεκρώσιµη ακολουθία επαναφέρει τον αναγνώστη συστηµατικά στην πραγµατικότητα µιας ζωής που δεν µπορεί πια να υπάρξει. Σιγά σιγά οι παράγραφοι καταργούνται για να µετατραπεί το έργο στο Ζούµι του πετεινού σ’ένα µονοκόµµατο µονοπερίοδο κείµενο χωρίς αρχή και τέλος. Πρόκειται για µια σειρά προτάσεων, σύνθετων και επαυξηµένων. Η οργή του πρωταγωνιστή εµποδίζει ακόµη και αυτήν την αναπνοή του αναγνώστη που επιτυγχάνεται µε την παντελή έλλειψη στήξης. Οι τελείες µετριούνται κυριολεκτικά στα δάχτυλα. Μόνο µε το τελευταίο έργο Το Μάτι του Θεού, όπου ο Πεπόνας φαίνεται να ξαναβρίσκει µια ισορροπία ανάµεσα στον κόσµο της φύσης και τις επιταγές της κοινωνίας της κρίσης, ο λόγος του Μακριδάκη ξαναϋποτάσσεται στους κανόνες της στήξης. Αν και οι παράγραφοι δε διακρίνονται, ούτε οι ιδέες ξεκαθαρίζονται πραγµατικά, η φράση ξαναγίνεται µικροπερίοδος µε σύντοµες προτάσεις. Γλώσσα και µορφή λειτουργούν σαν ένα φίλτρο, που διυλίζει την εµπειρία της ζωής από τα «φυσικά στοιχεία», για να τη µεταµορφώσει σε εµπειρία αισθητική. Κατ’αυτόν τον τρόπο ο αναγνώστης βρίσκεται σε διαρκή επαφή µε µια γλώσσα της οποίας η µορφή εκφράζει την εµπειρία του ήρωα24 και µέσα από την οποία η εµπειρία του ήρωα γίνεται εµπειρία του αναγνώστη. Συµπέρασµα Τα έργα του Μακριδάκη συνθέτουν µια κοινωνία σαν ένα τερατώδη λαβύρινθο αδιεξόδων. Τα πρόσωπα αιχµαλωτίζονται σ’ένα χώρο απόλυτης δυστυχίας θεωρώντας το κοινωνικό και πολιτικό ή ακόµη και το οικονοµικό σύστηµα – για τις τελευταίες τουλάχιστον νουβέλες – αρνητικά. Καθε προσπάθεια φυγής οδηγεί στην περιθωριοποίηση, στον αποκλεισµό, σ’ένα τόπο όπου η οδύνη είναι αβάσταχτη. Παρά τις διαφορές της επιφάνειας που ορίζουν τον κερµατισµένο χωρόχρονο του βίου των διαφορετικών χαρακτήρων, στο σύνολο του έργο του ο Μακριδάκης φαίνεται να επιδιώκει µια αδιαίρετη δοµή για να βοηθήσει τον ήρωα του να αποδεχτεί τον κόσµο του και παράλληλα να γίνει αποδεχτός απ’αυτόν25. Η ρήξη που επιχειρεί ο συγγραφέας αν και δηµιουργεί την αίσθηση της διακοπής και της ασυνέχειας, λειτουργεί στην πραγµατικότητα σαν η έσχατη προσπάθεια συνέχειας, επιβίωσης συνειδητής και υπεύθυνης. Θα επαναλάβουµε την Τζίνα Πολίτη, «Τα τραύµατα του παρελθόντος µένουν ανοιχτά, η λογοτεχνία είναι αυτή που έρχεται και τα επουλώνει.»26. Μπορούµε λοιπόν να πούµε ότι η ασυνέχεια αυτή ουσιαστικά υπoκαθιστά την συνέχεια και µπορεί ως τέτοια να θεωρηθεί ως το κέντρο βάρους µιας λογοτεχνίας που επιδιώκει να ξαναβιώσει την αλήθεια της ζωής µέσα από την διαδικασία της ρήξης αναζητώντας διέξοδα ή έστω προτείνοντας λύσεις, γεγονός που φέρνει τον αναγνώστη, µαζί µε τον ήρωα, στο προσκήνιο. Βιβλιογραφία Βαγενάς, Νάσος: Ο Ποιητής και ο χορευτής. Αθήνα: Κέδρος 1979. Βarthes, Roland: Roland Barthes par Roland Barthes. Paris : Seuil (1975) 1995. 24 (Βαγενάς 1979, 84) 25 Πρβλ. τα πρόσωπα στο έργο της Ρέας Γαλανάκη. (Πολίτη 2001, 235-236) 26 (Πολίτη 2001, 241) 6 Barthes, Roland: « Analyse structurale des récits ». Στο Poétique du récit. Paris: Seuil 1977. Blanchot, Maurice: L’Espace littéraire. Paris: Gallimard/Folio-essais (1955) 2007. Θεοτοκάς, Γιώργος: Λεωνής. Αθήνα: Εστία (1940) 1996. Μακριδάκης, Γιάννης: Ανάµισης ντενεκές. Αθήνα: Εστία 2008. Μακριδάκης, Γιάννης: Η Δεξιά τσέπη του ράσου. Αθήνα: Εστία 2009. Μακριδάκης, Γιάννης: Ήλιος µε δόντια. Αθήνα: Εστία 2010. Μακριδάκης, Γιάννης: Λαγού µαλλί. Αθήνα: Εστία 2010. Μακριδάκης, Γιάννης: Η Άλωση της Κωνσταντίας. Αθήνα: Εστία 2011. Μακριδάκης, Γιάννης: Το Ζουµί του πετεινού. Αθήνα Εστία 2012. Μακριδάκης, Γιάννης: Το Μάτι του Θεού. Αθήνα: Εστία 2013. Πολίτη, Τζίνα: Η Ανεξακρίβωτη σκηνή. Αθήνα: Άγρα 2001. Σεφέρης, Γιώργος: Ποιήµατα. Αθήνα: Ίκαρος (1972) 1992.

Be Sociable, Share!

One thought on “Γιώργος Κωστακιώτης: Από τη δυστοπία στη ρήξη. Ο αποκλεισµός και η αποµόνωση του ατόµου στο έργο του Γιάννη Μακριδάκη

  1. Pingback: Reading Greece: Yiannis Makridakis on Literature, Social Activism and a Natural Living | Γιάννης Μακριδάκης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>