Μια ‘ανάγνωση’ στο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη «ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ»

Διαβάζοντας το βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη «ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ», σκέφτομαι τον δισήμαντο τίτλο του και δεν αποφασίζω αν θέλω να γράψω «αντί στεφάνου» ή «αντί Στεφάνου». Γιατί υπονοούνται και οι δύο εκδοχές. Ακόμη σκέφτομαι πόσα νοηματικά επίπεδα μπορεί να χωρέσει μια νουβέλα με λιγότερες από 130 σελίδες.
Κι όμως, στο σύγχρονο σύμπαν της ελληνικής λογοτεχνίας, που αρέσκεται στην ευκολία επιφανειακών παρατηρήσεων, έχουμε εδώ ένα μικρό «το δέμας» βιβλίο, που επιμένει να μας δείχνει τον πολυδιάστατο προβληματισμό του.
Μια σειρά αντιθέσεων και αναγκαστικών συμβιώσεων. Ανάμεσα στο σύμπαν και στον «μικρόκοσμο» της γήινης σφαίρας, την οποία κατοικούμε. Ανάμεσα στην φαντασιακή παντοδυναμία του ανθρώπου και στην αδυναμία των άλλων όντων, ταγμένων στην υπηρεσία των ορέξεών του. Ανάμεσα στο αστικό κέντρο και στην απομονωμένη ύπαιθρο. Και τέλος, σαν αποκορύφωμα των αντιτιθεμένων, η περίεργη συνύπαρξη – μέσα στον ίδιο μικρόκοσμο του ξεχασμένου από θεούς και ανθρώπους μικρού χωριού- του Στέφανου με όλους τους άλλους. Απέναντί του όλοι. Εν μέρει και με τη δική του βούληση. Σχηματικά, αν το φέρουμε στον νου μας, μοιάζει σαν να έχουμε ομόκεντρους κύκλους, σε φθίνουσα λογική, και μέσα στον καθένα απ’ αυτούς ανάπτυξη αντιθέσεων. Στο κέντρο όλων τελικά ο ήρωας. Γύρω από το πρόσωπο του Στέφανου θα χτιστεί η ιστορία. Ενός περίεργου κατοίκου του μικρού οικισμού του νησιού (όλες οι ιστορίες του συγγραφέα διαδραματίζονται στον γενέθλιο τόπο του, τη Χίο), ο οποίος ζει μακριά απ’ όλους μια ζωή πιο πολύ δεμένη με τη φύση παρά με τους ανθρώπους-βιαστές της. Μυημένος σε ολιστικές αντιλήψεις που γνώρισε στα ταξίδια του (Κίνα, Ινδία, Ιαπωνία) κι έχοντας παρατήσει τις συμβατικές ιατρικές του σπουδές, θα αφοσιωθεί στο όραμά του. Να δημιουργήσει καλλιέργειες απολύτως συμβατές με τον φυσικό χώρο, προκειμένου να διαθέσει τα προϊόντα του στους πένητες συνανθρώπους του. Να, όμως, που η ανατρεπτική διάθεση του συγγραφέα θα του αναθέσει το βαρύ καθήκον να υπηρετήσει τον τόπο του από το πόστο του νεκροθάφτη. Και μάλιστα με πρώτη του επείγουσα δουλειά να θάψει τη μητέρα του.
Ο Στέφανος, ωστόσο, έχοντας  μεγαλόπνοα σχέδια στο μυαλό του για μια ιδιόμορφη καλλιέργεια εντός νεκροταφείου, και αγνοώντας τα άλλα πραγματικά μεγαλόπνοα σχέδια του πλούσιου εξ Αμερικής θείου του, δέχεται και αναλαμβάνει να ανοίξει τον σχετικό τάφο. Μόνο που, σε αντίθεση με τις δικές του αγαθές προθέσεις, άλλα είναι τα σχέδια των υπολοίπων του χωριού. Δεν θα ταίριαζε στο ταπεινό τους νεκροταφείο ένας τεράστιος μαρμάρινος τάφος, κατόπιν ευγενικής χορηγίας του θείου, με το ανάλογο οικόσημο; Πώς να συμβιβαστούν με τον απλό σκαμμένο τάφο, τον προορισμένο να γίνει ιδιότυπος λαχανόκηπος, κατά τις βουλές του νέου νεκροθάφτη; Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Και πάντοτε το αποτέλεσμά της αποβαίνει σε βάρος του πλέον αδυνάτου. Όπως άλλωστε γίνεται με όλες τις προαναφερθείσες αντιθέσεις ξεκινώντας από τον σύμπαντα κόσμο και καταλήγοντας στον μικρόκοσμο που ζει ο Στέφανος.
Οπωσδήποτε λειτουργούν οι συμβολισμοί στη νουβέλα αυτή. Και από εκεί προκύπτει και ο προβληματισμός. Ένα κείμενο με μηνύματα που χτυπούν πολλές πόρτες; Κυρίως όχι. Και αυτό γιατί η συγγραφική δεινότητα του Γιάννη Μακριδάκη οδηγεί αλλού. Κατάφερε να κατασκευάσει ένα ζωντανό κείμενο, μακριά από διδαχές  και πιο κοντά σε μια φυσική ροή των πραγμάτων που συμβαίνουν  γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Που παρουσιάζονται με γερή δόση χιούμορ, το οποίο αποφορτίζει την πλοκή από κάποια φιλοσοφική διάθεση ( που θα ήταν ίσως αναμενόμενη) και μας κατευθύνει στην απόλυτη απόλαυση μιας ιστορίας που θα μας θυμίσει διακωμώδηση ή παρωδία της ζωής στην μικροκοινωνία του ελληνικού χωριού. Με τη συνδρομή της γλώσσας, που αποτελεί το τέλειο εύρημα του συγγραφέα. Μια γλώσσα που συνταιριάζει με την επιθυμία των κατοίκων να ανέλθουν σε επίπεδα ανώτερα των αναλογούντων στο ύψος τους, μια μικτή γλώσσα με επιλεκτική καθαρεύουσα, που αποζητά τάχα να αποκαθάρει τους φορείς της από τη συμπλεγματική τους κατωτερότητα.
Ένα απολαυστικό αφήγημα που θα μπορούσε να αποτελεί έναν ύμνο στον αγώνα κάποιων λίγων ιδεολόγων προς υπεράσπιση του φυσικού τρόπου ζωής. Δεν το κάνει, όμως, αυτό με ευθύ τρόπο -συνειδητά πιστεύω- κυρίως γιατί στοχεύει στην απόλαυση της ανάγνωσης, και μέσω αυτής στον όποιο προβληματισμό ήθελε προκύψει. Νομίζω πως αυτός είναι ο καταλληλότερος δρόμος για κάποιον που αγαπά τη γραφή και δεν τη βλέπει σαν μέσο για να ηθικολογήσει αλλά σαν αυθεντική αισθητική απόλαυση.
Τελικά η γραφή «αντί Στεφάνου» ή «αντί στεφάνου», δεν αποτελεί πρόβλημα. Ίσα ίσα εμπλουτίζει το βιβλίο με διάθεση παιγνιώδη, ακόμη από την ανάγνωση του εξωφύλλου.

(Διώνη Δημητριάδου)

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>