30 101605 2012
TheBo ΟΙΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΚΕΣΣΕΛΙΔΕΣ’ΓΉΣΙ-IFO
Βιβλιομανία
Τέσσερις
πεζογράφοι
Η ανανέωση της
της αφήγησης προσφέρει
έναν διαφορετικό αέρα στη
νεοελληνική πεζογραφία.
I ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΚΕΣ φουσκονεριές
-όλοι το ξέρουμε- έχουν
φέρει τα πράγματα στο μη
περαιτέρω καθώς, οσάκις μας
δείχνουν ένα πεζογράφημα
(μυθιστορηματικής υφής…),
η απάντηση είναι αναμενόμενη: έχω μπουχτίσει,
δεν θα πάρω! Ορισμένα αξιώματα της πεζογραφικής
τέχνης καλό θα ήταν να τα είχαν
εγκολπωθεί σι φιλόδοξες πένες που, έχοντας
-κατά κανόνα- συνταυτίσει την πεζογραφία με
την πεζολογία, τελικά μετρούν το βιβλίο με
τον πήχη και το βάρος του με τον αριθμό των
σελίδων. Βέβαια, εφόσον δεν υπάρχει αμαρτία
χωρίς κάποια δικαιολογία, οι πεζογράφοι προτίμησαν
τον πεζό λόγο, αψηφώντας την πολυχαΐδεμένη
ποίηση, η οποία εμπνέει μεγάλη
εκτίμηση στη νεοελληνική κοινή γνώμη, παρά
το γεγονός ότι η πλειονότητα των ποιητών και
στιχοπλόκων είναι μια πλειοψηφία που -φευσπανίως
ανέρχεται στην περιπόθητη εξουσία.
Εντούτοις, δεν λείπουν οι συγγραφικές προσπάθειες
όπου διηγηματογράφοι και ντροπαλοί
μυθιστοριογράφοι ανανεώνουν την αίσθηση της
αφήγησης και -αν μη τι άλλο- προσφέρουν διαφορετικό
αέρα στα αφηγήματά τους. Η λίγη
πείρα που διαθέτει ο καθένας μας φαίνεται πως
φτάνει για να διακρίνουμε μια μαστορική εκτός
κοινών κανόνων, αίσθηση ζωής που ανανεώνει
την κοινή οπτική, μια υστερική κυριολεκτικά
απόπειρα που πασχίζει να σπάσει τον κοινό καθρέφτη.
ΑΡΧΙΖΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗ
που ήδη έχει δώσει πειστικά δείγματα
γραφής (ειδικά με τη Δεξιά τσέπη του ράσου),
μπορούμε, κρίνοντας τη νουβέλα To ζουμί του
πετεινού (Εστία), να εντοπίσουμε κάποια κόπωση
στο στυλ και συνάμα μια επιστροφή σε
εγγυημένες γλωσσικές συνήθειες. Η ιστορία
είναι απλή: ένας νησιώτης «άντρας γερός, παλιό
σκαρί» τα βάζει με την οικονομική «κρίση»,
καταλήγοντας στο θριαμβευτικό συμπέρασμα
ότι από μόνη της η γη μπορεί να μας ζήσει.
Βέβαια, το ζητούμενο δεν είναι η αλήθεια του
συμπεράσματος, όσο τα μέσα διά των οποίων ο
Μακριδάκης απλώνει τις φτερούγες της νουβέλας
του και εξαντλεί το στυλ του.
Δεν νομίζουμε ότι οι λογοτεχνικοί του προσανατολισμοί
είναι άσχετοι με τη Χίο. Ο επαρχιώτικος
ορίζοντας μπορεί να βοηθάει την ομαλή ενηλικίωση,
ωστόσο η μικρή κοινότητα στερείται τη
διαφορετική πνοή που έχει η μεγάλη πόλη, το
ήθος απαρχαιώνεται χωρίς να επιδέχεται εύκολα
ανανεώσεις και καινοτομίες, με αποτέλεσμα η
χρονική επανάληψη να στρέφεται κατά κανόνα
προς το παρελθόν. Οπότε και ο πεζογράφος,
όσο προικισμένος και αν είναι, ψιλοκλέβει το
υλικό του από τα δεδομένα και πρόσφορα. Έτσι
έχουμε έναν Μακριδάκη που διατηρεί τη μαστορική
του αφήγηση, υποστηρίζοντας όμως έναν
«άγριο», με άλλα λόγια, άνθρωπο παλιάς κοπής,
που θυμίζει πολλές μορφές της ηθογραφίας και
της πάλαι ποτέ πεζογραφίας.
«… Τα κουκιά είναι η πιο καλή τροφή για τον
άνθρωπο και για τα ζώα, δώσε στο ζο κουκιά
να φα, και δέκα η ώρα το πρωί, άμαν έβγει ο
ήλιος, το τρίχωμα θα το βλέπεις και θα λαμποκοπά,
άμα γυαλίζει το τρίχωμα του ζου, είναι
υγιές, τέτοια τους έλεγε, περνούσε an’ όλα τα
τραπέζια έτσι και καταστάλαζε σε ‘κείνο που
είχε τη γνώμη πως πίνουνε πιο πολύ, τους ήξερε
πια σχεδόν όλους τους πελάτες του, αν και
τελευταία καταφτάνανε κι άλλοι πολλοί, είχε
βγάλει όνομα τρανό το μαγαζί στα γύρω μέρη,
τους προτιμούσε ο κόσμος. Παράδεισο το λέγανε
το μούρκι του Παναγή οι πιο παλιοί από
δαύτους και του ‘χε απομείνει το όνομα…».

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>