“Αντί Στεφάνου”, του Τάσου Γέροντα

Ἡ πρώτη μου ἐπαφή μέ ἔργο τοῦ συγγραφέα Μακριδάκη ἔγινε τό 2009. Εἶχα βρεθεῖ σέ γνωστό βιβλιοπωλεῖο τῆς Θεσσαλονίκης (καί ὄχι μόνο), τό ὁποῖο ἐκτιμῶ ἐπειδή τά παιδιά πού δουλεύουν ἐκεῖ γνωρίζουν καί ἀγαποῦν τό βιβλίο. Περιδιαβαίνοντας τούς διαδρόμους εἶδα ἕνα λεπτό βιβλίο μέ τόν ἀσυνήθιστο τίτλο «Ἡ δεξιά τσέπη τοῦ ράσου» ἀπό τίς πολύ καλές ἐκδόσεις Ἑστία. Αὐτά πού διάβασα στό ὀπισθόφυλλο μέ ἔπεισαν νά ἀποκτήσω τό βιβλίο. Ἡ ἀνάγνωσή του ἦταν μιά ἀποκάλυψη γιά μένα! Ξαναδιάβασα τό βιογραφικό τοῦ συγγραφέα γιά νά βεβαιωθῶ πώς εἶχα δεῖ καλά. Ἕνα παιδί γεννημένο τό 1971 ἔγραφε σάν τόν Παπαδιαμάντη! Δύο χρόνια ἀργότερα, πάλι τυχαῖα, βρέθηκε μπροστά μου τό βιβλίο του «Ἡ ἅλωση τῆς Κωσταντίας». Τί νά σᾶς πρωτοπῶ γιά τό βιβλίο αὐτό; Μόνον τοῦτο: ἀπορροφημένος τό διάβαζα μέχρι πού ἔφτασα μερικές σελίδες πρίν τό τέλος. Ἐκεῖ διάβασα κάτι καί αὐθόρμητα ἔκλεισα μέ πάταγο τό βιβλίο φωνάζοντας βουρκωμένος ΑΣΤΟΔΙΑΛΟΡΕΜΑΚΡΙΔΑΚΗ. Δέν ἐξηγῶ περαιτέρω. Ὅσοι ἔχετε διαβάσει τό βιβλίο, μέ καταλαβαίνετε. Οἱ ὑπόλοιποι, ὅταν τό διαβάσετε, θά μέ καταλάβετε.

Τό χαρακτηριστικό τῆς γραφῆς τοῦ Μακριδάκη εἶναι πώς εὔκολα μπορεῖ νά σέ ὁδηγήσει σέ μία κατάσταση ὅπου μονώνεσαι ἔναντι τῶν ἐξωτερικῶν ἐρεθισμάτων καί «βιώνεις»τό ἔργο. Ἐγώ προσωπικά «ἀκούω» τά δρώμενα, τίς ἀφηγήσεις, τούς διαλόγους. Ἔτσι ἡ ἑκάστοτε γλῶσσα πού χρησιμοποιεῖ ὁ Μακριδάκης μοιάζει ἀπολύτως ταιριαστή μέ τό μέρος πού ἔχω μεταφερθεῖ. Γι’ αὐτό καί ἡ ἐξαντλητικά μακροπερίοδος γραφή στό «Λαγοῦ μαλλί» δέν κουράζει, ἀλλά βοηθάει περισσότερο νά βιώσω τόν καϋμό, τό πνεῦμα τῶν ναυτικῶν.

Ἐννοεῖται πώς μετά τήν Κωσταντία ἄρχισα νά ἀγοράζω ὅλα τά προηγούμενα βιβλία τοῦ Μακριδάκη, παράλληλα μέ τά ἑπόμενα. Καί κάθε φορά ζοῦσα τό ἴδιο φαινόμενο: μεταφορά στό ἐκεῖ καί στὀ τότε, συμμετοχή στά δρώμενα μέ τήν ἐσωτερική ἀκοή.

Κάπως ἔτσι ἔφτασα νά ἔχω τά βιβλία τοῦ Μακριδάκη σέ ξεχωριστό ράφι τῆς βιβλιοθήκης, μαζί μέ τούς ἄλλους δύο σύγχρονους πού ἐξίσου θαυμάζω καί διαβάζω ἀνελλιπῶς: τόν Ἰσίδωρο Ζουργό καί τόν Γιῶργο Σκαμπαρδώνη.

Τελευταῖο του πόνημα τό «ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ». Ἐπίτηδες μέ κεφαλαῖα γράμματα. Ἐπειδή τό ΣΤΕΦΑΝΟΥ μπορεῖ νά ἀναφέρεται στόν πρωταγωνιστή Στέφανο ἀλλά καί σέ στεφάνι κηδείας. Στή νουβέλα αὐτή ὁ πρωταγωνιστής Στέφανος εἶναι ἕνας 45χρονος ἄνεργος, ἀνύπαντρος νησιώτης, ὁ ὁποῖος, χάρη στίς μεθοδεύσεις τοῦ πλούσιου θείου ἀπό τήν Ἀμερική, καταλαμβάνει τή θέση τοῦ νεκροθάφτη στό νησί. Πρῶτος καί τελευταῖος πελάτης, ὅπως ἀπό τήν πρώτη παράγραφο μαθαίνουμε, εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Στέφανου. Αὐτός ὁ θάνατος φέρνει στήν ἐπιφάνεια παλιές ἀλλά ὄχι ξεχασμένες ἱστορίες τῆς μικρῆς κοινωνίας. Μεγάλο μέρος τοῦ βιβλίου εἶναι ψόγος τῆς μικροψυχίας τῆς κοινωνίας. Ψόγος ἄλλοτε εὐθύς, ὠμός καί ἄλλοτε συγκαλυμμένος. Ἡ γραφή, οἱ περιγραφές τοῦ πρώτου και μεγαλύτερου μέρους τοῦ βιβλίου μᾶς ἀποκαλύπτουν, μᾶς ἀποδεικνύουν πόσο εὔκολοι εἴμαστε στή χλεύη τοῦ διαφορετικοῦ, ἐν προκειμένῳ τοῦ Στέφανου. Μόνο στό δεύτερο μέρος (ὅπου καί μαθαίνουμε ποιός εἶναι ὁ ἀφηγητής) ὁδηγούμαστε καί σέ μιά ἐναλλακτική θεώρηση τοῦ διαφορετικοῦ. Ἐπίσης οἱ περιγραφές τῆς σύγκρουσης τοῦ «διαφορετικοῦ» Στέφανου μέ τίς «παραδόσεις» τοῦ χωριοῦ (κοινωνικές, θρησκευτικές) μᾶς παροτρύνουν νά σκεφτοῦμε καί ἴσως νά ἀναθεωρήσουμε τίς ἀπόψεις μας γιά τίς συγκρούσεις αὐτές στή σημερινή κοινωνία. Εἰδικά οἱ ἰδέες τοῦ Στέφανου γιά τήν φροντίδα καί τή χρήση τοῦ μητρικοῦ τάφου ἔρχονται σέ ἄμεση καί εὐθεία σύγκρουση μέ τά προφανῆ πού πιστεύουμε.

Νά σᾶς πῶ δύο σημεῖα πού μοῦ ἄρεσαν: ἡ φράση «χειλέων ἀσεβῶν πλήν ὅμως ὄχι ἀλάλων» χρησιμοποιήθηκε πολύ εὔστοχα γιά νά δείξει πώς στήν περίπτωση τῆς μάνας τοῦ Στέφανου οἱ ἀσεβεῖς μόνον ἄλαλοι δέν ἔμειναν. Τό δεύτερο εἶναι ὁ καλυμμένος ἐπαρχιώτικος ρατσισμός ὅπως ἀποκαλύπτεται στήν ἀναφορά στούς Ἀλβανούς.

Στό βιβλίο αὐτό ὁ Μακριδάκης χρησιμοποιεῖ τήν ἁπλή καθαρεύουσα, μέ στοιχεῖα ἄλλοτε καθημερινοῦ λόγου («νά πάει καλά ἡ δουλειά καί νά στεριώσει») καί ἄλλοτε λόγια («ἐν συγχύσει διατελῶν»). Χρησιμοποιεῖ πάλι μακροπερίοδο λόγο, στόν ὁποῖο εἶναι πολύ καλός, μέ πολλές δευτερεύουσες προτάσεις. Βέβαια, τόσο ὁ μακροπερίοδος λόγος ὅσο καί ἡ καθαρεύουσα ἀπαιτοῦν τήν μέγιστη δυνατή προσοχή τοῦ ἀναγνώστη ὥστε νά μήν χαθεῖ ἡ παραμικρή λέξη ἀπό τήν πλούσια νουβέλα.

Ὅσοι ἔχουν διδαχθεῖ τήν καθαρεύουσα καί τήν θυμοῦνται, θά διαπιστώσουν πώς ἐδῶ δέν εἶναι πάντα σωστή ἡ χρήση της. Ἄραγε ὀφείλεται σέ ἐλλιπῆ γνώση τοῦ Μακριδάκη, ὁ ὁποῖος λόγῳ ἡλικίας δέν τήν ἔχει διδαχθεῖ ἤ ἔγινε ἐπί τούτου, γιά νά χλευαστεῖ ἀκριβῶς ἡ χρήση της; Προσωπικά τείνω πρός τό δεύτερο, δεδομένης τῆς μέχρι τώρα πολύ σωστῆς χρήσης τῆς κάθε λαλιᾶς πού ἔχει χρησιμοποιήσει ὁ Μακριδάκης. Τό ἀποδεικνύει ἄλλωστε μέ τίς ἀπολαυστικές περιγραφές τοῦ κουτσομπολιοῦ. Γιά σκεφτεῖτε το λίγο: κάτι τόσο ἁπλό καί καθημερινό ὅπως τό κουτσομπολιό νά τό περιγράψεις στήν καθαρεύουσα! Δέν εἶναι τόσο εὔκολο ὅσο φαντάζει.

Σ’ αὐτό τό βιβλίο ὅμως, περισσότερο ἴσως καί ἀπό τή δεξιά τσέπη τοῦ ράσου, θεωρῶ ἐπιβεβλημένη τή χρήση τοῦ πολυτονικοῦ καί μειονέκτημα τό ὅτι δέν ἔγινε. Ἡ ἐκτεταμένη χρήση τῆς δοτικῆς χάνει μέρος τῆς ὀμρφιᾶς της λόγῳ τῆς ἀπουσίας τῆς ὑπογεγραμμένης. (βλ. Σελίδες 16 καί 34).

Διαβάστε κάποιους παραλληλισμούς. 45 ἐτῶν ὁ Στέφανος, παράτησε τίς σπουδές στήν ἰατρική καί ἀσχολεῖται μέ τούς ἀγρούς, εἶναι ὀπαδός τῆς βιολογικῆς καλλιέργειας καί τοῦ σεβασμοῦ πρός τήν γῆ καί τά γενήματά της. 44 ἐτῶν ὁ Μακριδάκης, παράτησε τό ἐπάγγελμα τού μαθηματικοῦ (ἄν ποτε τό ἄσκησε) καί ἀσχολεῖται μέ τούς ἀγρούς καί εἶναι ὑπέρμαχος τῆς βιολογικῆς καλλιέργειας. Πολλές οἱ ὁμοιότητες γιά νά εἶναι τυχαῖες. Εὔκολα παρασυρόμαστε νά ταὐτίσουμε τόν ἥρωα μέ τόν συγγραφέα. Κι ὅμως δέν εἶναι ἔτσι! Ὁ Μακριδάκης, ἀντίθετα μέ τόν Στέφανο, εἶναι μαχητής. Ἀντίθετα μέ τόν Στέφανο, ὄχι μόνο δέν ὑφίσταται ἀδιαμαρτύρητα τήν περιφρόνηση τοῦ περίγυροῦ του ἀλλά μαχεται γιά τίς ἀπόψεις του. Δέν εἶναι ἕνας μοναχικός σιωπηλός καλλιεργητής ἀλλά ἕνας δραστήριος πολίτης μέ διατυπωμένες καί καλά τεκμηριωμένες ἀπόψεις. Ἄρα, χωρίς νά ἀποκλείσουμε τό ἐνδεχόμενο νά ἔχει δώσει στόν Στέφανο κάποια ἀπό τά χαρακτηριστικά του, σίγουρα μποροῦμε νά ἀποκλείσουμε τήν ταύτισή τους.

stefanou.jpg

Κι αὐτό τό βιβλίο, ὅπως ὅλα τά προηγούμενα τοῦ Μακριδάκη, εἶναι ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἑστία. Πολύ προσεγμένη ἔκδοση, ὄμορφο ἐξώφυλλο, καλό χαρτί, καλή γραμματοσειρά, ἀλλά μέ μία ἀβλεψία! Τούς ξέφυγε κάτι στήν σελιδοποίηση πού μέ δυσκόλεψε μέχρι νά τό ἀντιληφθῶ. Ἡ σελίδα 124 πρέπει νά διαβαστεῖ πρίν ἀπό τήν 123.

 

Πηγή

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>