Κριτική στο diavazontas.gr

Γράφει η Κατερίνα Μαλακατέ

Λογοτεχνία στην πιο αυθεντική μορφή της γράφει ο Γιάννης Μακριδάκης. Γραφιάς από κείνους τους παραμυθάδες, που εκκινούν από την ιστορία και τον χαρακτήρα κι όχι γιατί θέλουν να κάνουν «λογοτεχνική πρωτοπορία», καταλήγει να το κάνει κι αυτό, αλλά όχι φτιαχτά, κατασκευασμένα· η όποια λογοτεχνικότητα πηγάζει από την καρδιά της αφήγησης. Ήρωας του ο Στέφανος, ένας άντρας που παράτησε την Ιατρική για να αφοσιωθεί στην καλλιέργεια της γης με φυσικούς τρόπους, που γύρισε πίσω, που χλευάζεται ως μισότρελος από το χωριό του. Λίγο πριν πεθάνει η μητέρα του- η οποία έχει έναν αδελφό που πλούτισε στην Αμερική, τον Σιλβέστρο- βάζει λυτούς και δεμένους για να πάρει ο Στέφανος τη θέση του νεκροθάφτη και να μην είναι ξεκρέμαστος όταν εκείνη θα χει φύγει. Η μοίρα το φέρνει έτσι που η πρώτη και μοναδική κηδεία που θα κάνει ο Στέφανος θα είναι της ίδιας του της μάνας. Θα επιλέξει να ανοίξει τον τάφο της στην «φτωχή» πλευρά του νεκροταφείου- δίπλα στα δυο άπορα γεροντάκια που φρόντιζε- και θα επιφέρει, για άλλη μια φορά, την μήνι του Αμερικάνου Σιλβέστρου που είχε κρυφά κανονίσει να στείλει μάρμαρα για οικογενειακό τάφο στην καλύτερη θέση του κοιμητηρίου. Αλλά τα πράγματα ανάμεσα στους χωριανούς- τον παπά, την παντοπώλισσα, τον ταβερνιάρη, τον θείο του- και τον Στέφανο θα φτάσουν σε οριακό σημείο όταν αποφασίσει πάνω από τον τάφο της μάνας του να στήσει μποστάνι. Το πρωτοποριακό στην αφήγηση του Μακριδάκη είναι ο αφηγητής του. Επιλέγει την ιστορία να μας την πει, με στερημένο και «λόγιο» τρόπο, ο καθηγητής των θρησκευτικών του χωριού. Ο τρόπος που ιστορεί ο καθηγητής είναι στιλιζαρισμένος αλλά όχι εχθρικός. Προσπαθεί να είναι αντικειμενικός με την κατάσταση αλλά δεν είναι. Κι αυτό τον καθιστά εξίσου πρωταγωνιστή με τον Στέφανο. «Εκείνη λοιπόν τη θανατοβραδιά της άνοιξης ισχυρίστηκε δημόσια ότι η απελθούσα μεθόδευε ενεργά το τελευταίο διάστημα μέσω του Αμερικανού αδελφού της Σιλβέστρου, ο οποίος ήταν τακτικός και μέγας χορηγός του Προδρόμου κι ο λόγος του περνούσε, την απομάκρυνση του Ευταξία από το πόστο του και την τοποθέτηση του μοναχογιού της ως νεκροθάφτη, ώστε να εξασφαλίσει αυτός, ο επί πολλά έτη άνεργος και κάπως ανισόρροπος, όπως πιστοποιούσαν σχεδόν όλοι οι κάτοικοι της νήσου κάποιο υποτυπώδες έστω εισόδημα για να μπορεί να ζήσει όταν εκείνη μία των ημερών θα έφευγε από τη ζωή και θα έμενε μόνος κι έρημος δίχως κανέναν πόρο, ούτε πλέον αυτή την πενιχρή της σύνταξη, δεδομένη βέβαια και της εξαιρετικά βεβαρημένης σχέσης του με τον εύπορο θείο του, τον Σιλβέστρο» Ο Γιάννης Μακριδάκης δεν φοβάται να περιγράψει την ελληνική επαρχία όπως είναι- ζει εξάλλου στη Χίο – χωρίς ωραιοποιήσεις, ούτε αλλότριες αφηγήσεις. Οι ήρωες του είναι γνήσιοι, δεν τους μισεί, δεν τους φοβάται, τους κοιτάζει κατάματα με όλες τις μικρότητες και τις μικροπρέπειες τους. Θίγονται εδώ θέματα μεγάλα όπως η θρησκεία, η οικολογία και η χορτοφαγία, η ανικανότητα των παιδιών να απαγκιστρωθούν από την αγία ελληνική οικογένεια, η παθογένεια της κλειστής κοινωνίας που δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει παρά να τρώει τις σάρκες της. Το «βλάσφημο» κομμάτι της ιστορίας το χρησιμοποιεί τόσο όσο, ίσα για να δώσει στην πλοκή ένα μεγαλύτερο βάρος. Και τελικά λέει την αλήθειά του, με περικοκλάδες, όπως ένας καθηγητής θρησκευτικών μόνο θα μπορούσε. «Αντί Στεφάνου», Γιάννης Μακριδάκης, εκδ. Εστία, 2015, σελ. 144

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>