Παρελκόμενα χορτοφαγίας

 

Παρελκόμενα χορτοφαγίας

Γιάν­νης Μα­κρι­δά­κης
«Αντί Στε­φά­νου»
Εκδό­σεις  Εστίας
Φε­βρ. 2015

Τα τε­λευ­ταία χρό­νια πα­ρου­σιά­ζο­νται συ­χνό­τε­ρα νέ­οι Έλλη­νες συγ­γρα­φείς ερ­χό­με­νοι α­πό την Αγγλία ή και τις Ηνω­μέ­νες Πο­λι­τείες πα­ρά κά­τοι­κοι της ελ­λη­νι­κής ε­παρ­χίας, της Θεσ­σα­λο­νί­κης συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης. Σή­με­ρα, ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος συγ­γρα­φέ­ας που προ­βάλ­λε­ται στον Τύ­πο εί­ναι κα­τά κα­νό­να Αθη­ναίος. Από αυ­τήν την ά­πο­ψη, ο Γιάν­νης Μα­κρι­δά­κης, που γεν­νή­θη­κε στη Χίο και ε­ξα­κο­λου­θεί να κα­τοι­κεί ε­κεί, με δια­κο­πή μό­νο στα χρό­νια των σπου­δών, α­πο­τε­λεί ε­ξαί­ρε­ση. Αλλά κι αυ­τός, την α­νά­δει­ξή του την ο­φεί­λει στον Αθη­ναίο εκ­δό­τη που ε­ξα­σφά­λι­σε. Τα δυο πρώ­τα βι­βλία του, που ή­ταν το­πι­κές εκ­δό­σεις, έ­μει­ναν στην α­φά­νεια. Το πρώ­το σχο­λιά­στη­κε τέσ­σε­ρα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, ό­ταν ε­πα­νεκ­δό­θη­κε α­πό τον Αθη­ναίο εκ­δό­τη, στον ο­ποίο και έ­χει μεί­νει, μέ­χρι σή­με­ρα, πι­στός. Δεν ε­πέ­δει­ξε την κι­νη­τι­κό­τη­τα των συ­νο­μη­λί­κων του, που, μό­λις φα­νούν τα πρώ­τα ση­μεία κά­ποιας πλα­τύ­τε­ρης α­πο­δο­χής, α­πο­σκιρ­τούν α­πό τον αρ­χι­κό εκ­δο­τι­κό οί­κο, α­να­ζη­τώ­ντας άλ­λον με α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρο μη­χα­νι­σμό προώ­θη­σης στο πε­ριο­ρι­σμέ­νης μεν κλί­μα­κας αλ­λά πε­ριω­πής “σταρ σύ­στε­μ” του χώ­ρου του βι­βλίου. Υιο­θέ­τη­σε, ω­στό­σο, τους δι­κούς τους ρυθ­μούς έκ­δο­σης, που θα χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν τα­χείς, δί­νο­ντας πρό­σφα­τα και την ε­ντύ­πω­ση του ε­σπευ­σμέ­νου. Αν και κα­τά μια δια­φο­ρε­τι­κή ο­πτι­κή, α­πο­κα­λού­νται α­πλώς ε­παγ­γελ­μα­τι­κοί. Ο Μα­κρι­δά­κης, που συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους πιο πα­ρα­γω­γι­κούς, εκ­δί­δει έ­να βι­βλίο τον χρό­νο, που εί­ναι η συ­νή­θης πα­ρα­γω­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα των συγ­γρα­φέων πο­λυ­σέ­λι­δων μυ­θι­στο­ρη­μά­των, αι­σθη­μα­τι­κών και α­στυ­νο­μι­κών. Η δια­φο­ρά εί­ναι ό­τι ε­κεί­νοι δεν α­νή­κουν στη λο­γο­τε­χνι­κή εν­δο­χώ­ρα, όπου, εξαρχής, η κριτική τοποθέτησε τον Μα­κρι­δά­κη. Ου­σια­στι­κή δια­φο­ρά, αλ­λά, ως φαί­νε­ται, τό­σο λε­πτή, ώ­στε να μην γί­νε­ται α­ντι­λη­πτή α­πό τον ί­διο, αλ­λά ού­τε α­πό το σώ­μα των κρι­τών, ό­πως πα­ρου­σιά­ζε­ται σή­με­ρα, διευ­ρυ­μέ­νο με τους ε­πώ­νυ­μους και α­νώ­νυ­μους κα­τό­χους βι­βλιο­φι­λι­κών μπλο­γκ.
Ο Μα­κρι­δά­κης, με σπου­δές μα­θη­μα­τι­κού, έ­κα­νε την πρώ­τη του εμ­φά­νι­ση πριν εν­νιά χρό­νια, με βι­βλίο ε­ντασ­σό­με­νο στο χώ­ρο της Ιστο­ρίας, που α­κο­λού­θη­σε και έ­να δεύ­τε­ρο. Το πρώ­το βι­βλίο μυ­θο­πλα­σίας ή­ταν το τρί­το, το 2008. Σε ο­λό­κλη­ρη την ε­πό­με­νη ε­πτα­ε­τία εκ­δί­δει έ­να βι­βλίο μυ­θο­πλα­σίας α­νά έ­τος, με ε­ξαί­ρε­ση το 2010, που ε­ξέ­δω­σε δυο, και πέ­ρυ­σι, που δεν έ­δω­σε το εκ­δο­τι­κό πα­ρόν. Συ­νο­λι­κά, μα­ζί με το πρό­σφα­το, ο­κτώ. Εξαρ­χής, ε­ναλ­λάσ­σει τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό των πε­ζο­γρα­φι­κών του βι­βλίων. Ξε­κί­νη­σε με μυ­θι­στό­ρη­μα, α­κο­λού­θη­σε νου­βέ­λα, με­τά πά­λι μυ­θι­στό­ρη­μα και ού­τω κα­θε­ξής. Μέ­χρι το έ­βδο­μο, που το χα­ρα­κτή­ρι­σε νου­βέ­λα, ε­νώ ή­ταν η σει­ρά μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, και α­κο­λού­θη­σε το πρό­σφα­το, ε­πί­σης με τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό νου­βέ­λα. Όπως φαί­νε­ται, κρι­τή­ριο α­πο­βαί­νει ο α­ριθ­μός σε­λί­δων, ό­που το ό­ριο με­τα­ξύ νου­βέ­λας και μυ­θι­στο­ρή­μα­τος το­πο­θε­τεί­ται πε­ρί­που στις 150 σε­λί­δες. Ωστό­σο, στα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ι­διαί­τε­ρα στα δυο πρώ­τα, η ύ­παρ­ξη κά­ποιας πλο­κής και η πε­ρι­γρα­φή ε­πει­σο­δίων, στα ο­ποία ε­μπλέ­κο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρα μυ­θο­πλα­στι­κά πρό­σω­πα, αι­τιο­λο­γούν ως έ­να βαθ­μό τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό. Όπως και να έ­χει, σε αυ­τήν την τα­κτι­κό­τη­τα λαν­θά­νει έ­νας μη­χα­νι­στι­κός τρό­πος.
Το εκ πρώ­της ό­ψεως πα­ρά­δο­ξο εί­ναι ό­τι ε­νώ γέρ­νει ως συγ­γρα­φέ­ας προς τη σύ­ντο­μη φόρ­μα, δεν έ­χει δη­μο­σιεύ­σει διή­γη­μα. Τε­λι­κά, θα πρέ­πει να συ­μπε­ρά­νου­με πως το πε­ζο­γρα­φι­κό εί­δος, που ται­ριά­ζει στο συγ­γρα­φι­κό τα­μπε­ρα­μέ­ντο του εί­ναι το α­φή­γη­μα. Άλλω­στε, πριν γί­νει συγ­γρα­φέ­ας, α­σχο­λή­θη­κε με την έ­ρευ­να της Ιστο­ρίας της Χίου, ως συλ­λέ­κτης τεκ­μη­ρίων και κα­τα­γρα­φέ­ας προ­σω­πι­κών μαρ­τυ­ριών. Το πρώ­το βι­βλίο του εί­ναι συλ­λο­γή μαρ­τυ­ριών και ε­ντάσ­σε­ται στην προ­φο­ρι­κή Ιστο­ρία του νη­σιού. Από αυ­τό το ε­ρευ­νη­τι­κό α­πό­θε­μα, προέ­κυ­ψαν και τα δυο πρώ­τα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του. Πα­ρό­λο που ε­γκα­τέ­λει­ψε το στά­διο του ε­ρευ­νη­τή για ε­κεί­νο του συγ­γρα­φέα, η μα­θη­τεία του στις προ­φο­ρι­κές α­φη­γή­σεις στά­θη­κε μάλ­λον κα­θο­ρι­στι­κή. Ακό­μη και ό­ταν έ­χει μία υ­πό­θε­ση, που ε­πι­δέ­χε­ται μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή α­νά­πτυ­ξη, αυ­τός, με τον α­φη­γη­μα­τι­κό τρό­πο που υιο­θε­τεί, δη­μιουρ­γεί ε­πί­φα­ση ε­νιαίας α­φή­γη­σης.
Όπως σχο­λιά­ζα­με στην πα­ρου­σία­ση της δεύ­τε­ρης νου­βέ­λας του, ε­κεί­νο που α­πο­δυ­να­μώ­νει τη μυ­θο­πλα­στι­κή σύν­θε­ση, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το χιώ­τι­κο ι­διό­λε­κτο, εί­ναι η εν μέ­ρει κα­τάρ­γη­ση της τε­λείας και η α­πό­δο­ση μιας πο­λυε­στια­κής α­φή­γη­σης ως έ­ναν ε­νιαίο μα­κρο­πε­ρίο­δο λό­γο. Στην ε­πό­με­νη νου­βέ­λα, πε­ριό­ρι­σε α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τη χρή­ση της τε­λείας, για να την ε­πα­να­φέ­ρει ως έ­να βαθ­μό στο πρό­σφα­το. Τα ση­μεία στί­ξεως, ό­μως, προέ­κυ­ψαν λό­γω α­νά­γκης του γρα­πτού λό­γου, και α­ντί­στοι­χα, η κα­τάρ­γη­σή τους ο­ρί­ζε­ται α­πό τις α­νά­γκες της α­φή­γη­σης και ό­χι α­πό τη διά­θε­ση για μορ­φι­κούς πει­ρα­μα­τι­σμούς. Σχη­μα­το­ποιώ­ντας, αν η συγ­γρα­φή του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος α­παι­τεί το πλά­σι­μο ε­νός α­ριθ­μού χα­ρα­κτή­ρων και της νου­βέ­λας ε­νός βα­σι­κού, η α­φή­γη­ση αυ­τής της μορ­φής εί­ναι δε­μέ­νη με τον φο­ρέα της, ο ο­ποίος κα­θο­ρί­ζει την προο­πτι­κή και μέ­σω αυ­τού α­να­πτύσ­σει τις α­πό­ψεις του.
Την πε­ρίο­δο της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης, ο­ρι­σμέ­νοι συγ­γρα­φείς, α­κο­λου­θώ­ντας ξε­νό­γλωσ­σα πρό­τυ­πα, ε­πι­δό­θη­καν σε α­φη­γή­σεις με φι­λο­σο­φί­ζο­ντα χα­ρα­κτή­ρα. Σε αυ­τές α­να­μι­γνύουν με­τα­νε­ο­τε­ρι­κά δια­βά­σμα­τα, κυ­ρίως αγ­γλό­φω­νης προέ­λευ­σης, με α­κού­σμα­τα α­πό στό­μα­τα χω­ρι­κών πα­λαιό­τε­ρων ε­πο­χών. Έτσι προ­κύ­πτουν δι­δα­κτι­κής φύ­σεως βι­βλία, στα ο­ποία α­να­πτύσ­σο­νται θεω­ρίες πε­ρί του ευ ζην και τρό­ποι α­ντι­με­τώ­πι­σης των προ­βλη­μά­των σε α­το­μι­κή, κοι­νο­τι­κή ή και σε πλα­νη­τι­κή κλί­μα­κα. Πα­ρό­μοια βι­βλία δια­βά­ζο­νται α­πό έ­να πλα­τύ­τε­ρο κοι­νό, με α­πο­τέ­λε­σμα να γνω­ρί­ζουν ε­πα­νεκ­δό­σεις και τα πιο ε­πι­τυ­χη­μέ­να να φτά­νουν σε πω­λή­σεις, α­ριθ­μούς πολ­λα­πλά­σιους των χι­λίων α­ντι­τύ­πων, ό­ριο, που με­τά βίας προ­σεγ­γί­ζει έ­να πε­ζο­γρά­φη­μα. Μα­ζί με τα ε­κλαϊκευ­τι­κά α­να­γνώ­σμα­τα, τύ­που εγ­χει­ρι­δίου με συμ­βου­λές προς ε­πι­βίω­ση, αυ­τές οι σω­τη­ριο­λο­γι­κού χα­ρα­κτή­ρα α­φη­γή­σεις κα­λύ­πτουν τη ζή­τη­ση που δη­μιούρ­γη­σαν οι δυ­σκο­λίες των ση­με­ρι­νών πε­ρι­στά­σεων.
Ο Μα­κρι­δά­κης στρά­φη­κε στα μυ­θο­πλα­στι­κά πε­ζά λί­γο πριν το ξε­κί­νη­μα της κρί­σης και, αν­τλώ­ντας α­πό αυ­τήν ι­δέες, πο­ρεύε­ται. Συν­δυά­ζει ση­μα­δια­κά γε­γο­νό­τα με μυ­θο­πλα­στι­κές κα­τα­στά­σεις, που, σε με­γα­λύ­τε­ρη ή μι­κρό­τε­ρη κλί­μα­κα, πλά­θει α­πό τις ι­στο­ρίες που του α­φη­γού­νται οι συ­ντο­πί­τες του. Άλλω­στε, το σκη­νι­κό και ο χο­ρός των προ­σώ­πων πα­ρα­μέ­νουν α­μι­γώς χιώ­τι­κα. Ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των πε­ζο­γρα­φη­μά­των του εί­ναι η α­που­σία του έ­ρω­τα. Αντι­θέ­τως, ο θά­να­τος, στα πιο ε­πι­τυ­χη­μέ­να, α­πο­βαί­νει το βα­σι­κό θέ­μα. Δεν πρό­κει­ται, ω­στό­σο, για τρα­γι­κές α­πο­βιώ­σεις, ό­πως θα α­να­με­νό­ταν σε ι­στο­ρίες που ε­κτυ­λίσ­σο­νται εν και­ρώ οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης. Κα­τά κα­νό­να, ο τρό­πος και ο χρό­νος του θα­νά­του συ­νι­στούν το εύ­ρη­μα για το στή­σι­μο μίας ι­στο­ρίας με α­δό­κη­τη κα­τά­λη­ξη, κα­θώς ο συγ­γρα­φέ­ας δί­νει ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σία στην έκ­πλη­ξη του τέ­λους, την πε­ρι­βό­η­τη α­να­τρο­πή των α­να­γνω­στι­κών προσ­δο­κιών κα­τά τους θεω­ρη­τι­κούς της λο­γο­τε­χνίας. Αυ­τοί ί­σως να πρό­σθε­ταν ό­τι προοι­κο­νο­μεί το ξάφ­νια­σμα με έ­ναν τίτ­λο, που διε­γεί­ρει την πε­ριέρ­γεια. Εκεί­νο, πά­ντως, που φαί­νε­ται να τον ε­μπνέει συγ­γρα­φι­κά σε έ­ναν θά­να­το εί­ναι η νε­κρώ­σι­μη τε­λε­τή, αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα το τε­λε­τουρ­γι­κό του πέν­θους με­τά την τα­φή με την τέ­λε­ση των μνη­μο­σύ­νων. Στο πρό­σφα­το, μά­λι­στα, το νε­κρο­τα­φείο α­πο­βαί­νει ο κυ­ρίως χώ­ρος ε­κτύ­λι­ξης της ι­στο­ρίας.
Αυ­τή τη φο­ρά, δεν ξε­κι­νά­ει α­πό την τρέ­χου­σα ε­πι­και­ρό­τη­τα σε ελ­λα­δι­κό ε­πί­πε­δο, αλ­λά α­πο­φα­σί­ζει να στρα­φεί στα δι­κά του, οι­κο­λο­γι­κής φύ­σης, εν­δια­φέ­ρο­ντα και να τα προ­βάλ­λει μέ­σω και της λο­γο­τε­χνίας. Στο ε­πί­κε­ντρο βρί­σκε­ται και πά­λι η κρί­ση, αλ­λά σαν έ­να γε­νι­κό­τε­ρο πρό­βλη­μα, που α­παι­τεί ριζοσπα­στικές λύσεις. Όπως είναι η εγκατά­λειψη του κα­τα­να­λω­τι­σμού και η υιο­θέ­τη­ση φυ­σι­κού τρό­που ζωής, φυ­σι­κής δια­τρο­φής και “φυ­σι­κής καλ­λιέρ­γειας” της γης. Ξε­κι­νά­ει α­πό το πρό­τυ­πο του οι­κο­λο­γι­κού χω­ριού, με “το σπί­τι μέ­σα στο χω­ρά­φι”. Εί­ναι το α­πο­κα­λού­με­νο και “πρό­τυ­πο της Χίου”, που α­να­φέ­ρε­ται σε μια κοι­νω­νία, ό­που το 80% του πλη­θυ­σμού θα εί­ναι α­γρό­τες, με το σπί­τι τους μέ­σα στο χω­ρά­φι τους. Ως ι­δα­νι­κή έ­κτα­ση του χω­ρα­φιού ο­ρί­ζο­νται τα πέ­ντε στρέμ­μα­τα, ε­νώ, ως μαρ­ξι­στι­κή ε­πι­τα­γή, ό­λα τα χω­ρά­φια θα πρέ­πει να έ­χουν την ί­δια έ­κτα­ση. Τα βα­σι­κά πλε­ο­νε­κτή­μα­τα εί­ναι η ε­ξοι­κο­νό­μη­ση ε­νέρ­γειας και η α­ξιο­ποίη­ση των α­πορ­ριμ­μά­των, των κο­πρά­νων συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων. Αν δώ­σου­με βά­ση στην πρό­σφα­τη νου­βέ­λα, τα αν­θρώ­πι­να κό­πρα­να δεν ε­ξαι­ρού­νται, υ­πό την προϋπό­θε­ση ο α­γρό­της, α­πό μια η­λι­κία και ύ­στε­ρα, να εί­ναι χορ­το­φά­γος. Επι­στη­μο­νι­κώς, αυ­τό ει­δι­κά το ση­μείο της ό­λης σύλ­λη­ψης, αν δεν σφάλλουμε, ελέγχεται ως ανακριβές.
Όπως και να έ­χει, σε αυ­τό το βι­βλίο, ο συγ­γρα­φέ­ας γί­νε­ται αυ­το­βιο­γρα­φι­κός, κα­θώς ο κε­ντρι­κός ή­ρωας α­πο­τε­λεί, ως έ­να βαθ­μό, alter ego του. Ενδια­φέ­ρε­ται για την α­πο­α­νά­πτυ­ξη και τις “φυ­σι­κές καλ­λιέρ­γειες”, τις ο­ποίες και θέ­τει σε ε­φαρ­μο­γή στο χω­ρά­φι του. Δεν εί­ναι, ό­μως, έ­νας δια­νοού­με­νος λο­γο­τέ­χνης αλ­λά έ­χει κα­τα­λή­ξει νε­κρο­θά­φτης, που δεν ε­φαρ­μό­ζει το χιώ­τι­κο πρό­τυ­πο καλ­λιέρ­γειας της γης μό­νο στο χω­ρά­φι του, αλ­λά και στον τά­φο της άρ­τι α­πο­θα­νού­σης μη­τέ­ρας του. Ο Μα­κρι­δά­κης, α­πό την πρώ­τη του νου­βέ­λα, με την ο­ποία α­πέ­σπα­σε το εν­δια­φέ­ρον της κρι­τι­κής, εκ­πλήσ­σει με την ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του. Στην πρό­σφα­τη, ε­πέ­κτει­νε τη δρα­στη­ριό­τη­τα του  μπλό­γκερ σε ε­κεί­νη του συγ­γρα­φέα, προ­βάλ­λο­ντας τις ι­δέες του και μέ­σω της πε­ζο­γρα­φίας. Αλλά, μάλ­λον, έ­πε­σε θύ­μα υ­περ­βάλ­λου­σας πρω­το­τυ­πίας.
Το εύ­ρη­μα για την α­νά­δει­ξη της ι­δε­ο­λο­γι­κής α­ντι­πα­ρά­θε­σης των δυο τρό­πων ε­πι­βίω­σης και ευη­με­ρίας ταυ­τί­ζε­ται με τη φροντίδα της νε­κρής μη­τέ­ρας του νε­κρο­θά­φτη. Ο γιος θέ­λει έ­ναν α­πέ­ριτ­το τά­φο κο­ντά στη μά­ντρα, ό­που θά­βο­νται οι πα­ρα­κα­τια­νοί, α­ντι­θέ­τως ο με­τα­νά­στης στην Αμε­ρι­κή α­δελ­φός ε­πι­θυ­μεί έ­να μαυ­σω­λείο σε πε­ρίο­πτη θέ­ση, ό­που εν και­ρώ θα α­να­παυ­θεί και αυ­τός μα­ζί με την οι­κο­γέ­νειά του. Πρό­σφο­ρο έ­δα­φος για σά­τι­ρα η δου­λο­πρέ­πεια των ντό­πιων μέ­χρι και του ιε­ρέα α­πέ­να­ντι στον ζά­μπλου­το εξ Αμε­ρι­κής, ό­πως και η α­κα­λαι­σθη­σία αλ­λά και η βαρ­βα­ρό­τη­τα ε­κεί­νου α­πέ­να­ντι στο φυ­σι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Φω­τει­νό προ­βάλ­λει το πα­ρά­δειγ­μα του γιου, που δεν θέ­λει να πλη­γώ­νει ού­τε καν τη γη, αλ­λά και των φί­λων του, που συμ­με­ρί­ζο­νται τις και­νο­τό­μες α­πό­ψεις του. Με­τα­ξύ αυ­τών εί­ναι και ο κα­θη­γη­τής Θε­ο­λο­γίας του Γυ­μνα­σίου. Μέ­χρις ε­δώ, μέ­σα α­πό μια σά­τι­ρα νε­ο­η­θο­γρα­φι­κού τύ­που, με κά­ποιες πλα­τειά­ζου­σες ε­πα­να­λή­ψεις, πε­ρι­γρά­φο­νται, κά­πως σχη­μα­τι­κά λό­γω τρα­γε­λα­φι­κής διό­γκω­σης, νοο­τρο­πίες και στά­σεις ζωής.
Μό­νο που ο συγ­γρα­φέ­ας, στο πλά­σι­μο του νε­κρο­θά­φτη ως ου­μα­νι­στή χορ­το­φά­γου, δεν ε­ξαί­ρε­σε τους προ­σω­πι­κούς του θε­ο­λο­γι­κούς προ­βλη­μα­τι­σμούς γύ­ρω α­πό το φθαρ­τό σαρ­κίο και τις με­τα­θα­νά­τιες τύ­χες του. Πλά­θει, ό­μως, έ­ναν ή­ρωα, που τι­μά τους αρ­χέ­γο­νους τρό­πους α­ντι­με­τώ­πι­σης του ζωι­κού και φυ­τι­κού σύ­μπα­ντος. Οπό­τε, θα α­να­με­νό­ταν να σέ­βε­ται τα ιε­ρά και ό­σια μίας αρ­χέ­γο­νης κοι­νω­νίας. Όπου, υ­πε­ρά­νω πά­ντων το­πο­θε­τεί­ται η μνή­μη των νε­κρών, ο τά­φος και ο ιε­ρός τό­πος α­να­παύ­σεώς τους, το νε­κρο­τα­φείο. Η βε­βή­λω­σή τους εί­θι­σται να α­πο­δί­δε­ται σε σα­τα­νι­στές και λοι­πούς μια­ρούς. Και βε­βαίως, πέ­ραν α­πό τις ό­ποιες με­τα­νε­ο­τε­ρι­κές α­πό­ψεις, βε­βή­λω­ση συ­νι­στά το να κο­πρί­ζει ο νε­κρο­θά­φτης έ­ναν τά­φο, πό­σω μάλ­λον της μη­τέ­ρας του. Ακό­μη, κι αν δε­χτού­με πως τα κό­πρα­να του χορ­το­φά­γου, ά­νευ πε­ραι­τέ­ρω ε­πε­ξερ­γα­σίας, συ­νι­στούν λί­πα­σμα. Ύστε­ρα, το να α­πο­δέ­χε­ται την πρά­ξη ο θε­ο­λό­γος, ό­σο ι­διόρ­ρυθ­μος και αν πα­ρου­σιά­ζε­ται, το να την συ­γκα­λύ­πτει ο ιε­ρέ­ας, έ­στω και προς α­πο­τρο­πή του σκαν­δά­λου, βάλ­λουν ως μυ­θο­πλα­στι­κά ευ­ρή­μα­τα την α­λη­θο­φά­νεια της σά­τι­ρας. Όταν, βε­βαίως, η σά­τι­ρα εί­ναι το­πο­θε­τη­μέ­νη σε ρε­α­λι­στι­κά πλαί­σια. Αντι­θέ­τως, κα­θώς η σά­τι­ρα δεν γνω­ρί­ζει ιε­ρά και ό­σια, αν κι­νεί­ται στο χώ­ρο της ου­το­πίας, ό­πως ε­κεί­νες του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρίου, ό­λα μπο­ρούν να συμ­βούν. Όπως και να έ­χει, άλ­λο  με­τα­κα­τα­να­λω­τι­κή κοι­νω­νία, κι άλ­λο το αί­σθη­μα του ιε­ρού και οι η­θι­κές α­να­στο­λές. Αυ­τά βρί­σκο­νται πέ­ραν αρ­νη­σι­θεΐας και ό­ποιας άλ­λης ε­κλο­γί­κευ­σης.
Ο Μα­κρι­δά­κης, σε πα­λαιό­τε­ρη συ­νέ­ντευ­ξή του, έ­χει ε­ξο­μο­λο­γη­θεί πως τον α­πω­θούν “οι τε­λειω­μέ­νοι, του τύ­που διο­ρί­στη­κα, πα­ντρεύ­τη­κα και τε­λείω­σε η ζωή μου”. Αντι­θέ­τως, τον ελ­κύουν αυ­τοί που έ­χουν “α­νοι­κτούς λο­γα­ρια­σμούς με τη ζωή”. Που ση­μαί­νει ό­σοι θεω­ρούν ό­τι δεν έ­χουν ο­λο­κλη­ρώ­σει σχέ­δια και προο­πτι­κές. Πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­μως, θα α­να­με­νό­ταν να τον α­πα­σχο­λούν οι τε­λειω­μέ­νοι με τη λο­γο­τε­χνία. Αυ­τοί που έ­χουν βρει τη συ­ντα­γή και ξε­φουρ­νί­ζουν βι­βλία. Αν ά­φη­νε το πρό­σφα­το να κρυώ­σει, ί­σως να το πα­ράλ­λασ­σε ή και να το σέρ­βι­ρε σε έκ­δο­ση ε­κτός ε­μπο­ρίου. Προ­φα­νώς, αυ­τή εί­ναι η δι­κή μας ά­πο­ψη. Σε α­ντί­θε­ση, στα μέ­σα κοι­νω­νι­κής δι­κτύω­σης, ε­πι­κρα­τεί εν­θου­σια­σμός με­τά την “μο­νο­ρού­φι” α­νά­γνω­σή του.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

 

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου έγραψε για το βιβλίο μου Αντί Στεφάνου χθες στην εφημερίδα Εποχή. Το παραθέτω εδώ το κείμενό της κυρίως για λόγους αρχείου αλλά και για λόγους ανάδειξης του πώς εννοούν όλοι αυτοί οι τιμητές της λογοτεχνίας την κριτική.

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου είναι μία τελειωμένη κριτικός τέχνης, όπως προδίδει το παρόν της “πόνημα” και δεν με απασχολεί, ουδέποτε με απασχόλησε δηλαδή η γνώμη της πόσω μάλλον η ύπαρξή της, όπως και κανενός του είδους της. Αυτό είναι πιθανώς και το πρόβλημα. Το ότι ένας άνθρωπος που γράφει λογοτεχνία, ενώ δεν συμμετέχει στις κλίκες τους, δεν τους γνωρίζει προσωπικά, δεν τους αναγνωρίζει ρόλο, δεν γουστάρει τα βραβεία τους, δεν πηγαίνει στους χώρους πολιτισμού τους, δεν τον απασχολεί η ύπαρξή τους και δεν ανήκει σε κανένα σινάφι τους, αλλά ζει στο περιθώριο του συστήματός τους με τα φυτά και τη γη, καταφέρνει να διαβάζεται από μεγάλο αριθμό αναγνωστών και μέσω της τέχνης του να απολαμβάνει την εκτίμηση και την αγάπη των ανθρώπων.

Διαβάστε λοιπόν και καμαρώστε κριτική βιβλίου. Προσπεράστε το άγχος της να γεμίσει τη σελίδα της εφημερίδας, το οποίο καταλαμβάνει τις 4 πρώτες μεγάλες παραγράφους όπου την απασχολούν ψυχαναγκαστικά διάφορα στατιστικής φύσης ζητήματα αλλά και η εμμονή μου να μην αλλάζω εκδότη (πού ξανακούστηκε να έχεις συνέπεια και αγάπη προς τους συνεργάτες σου σε αυτή τη ζωή!) και τελειώνει με μία ασύντακτη και άνευ νοήματος πρόταση. Εκεί κάνει και μία νύξη στο πρόβλημά της. Ο Μακριδάκης πουλάει και πρέπει με κάθε τρόπο να αποδομηθεί, ας πούμε λοιπόν ότι γράφει άρλεκιν…

Ξεπεράστε κατόπιν τα ασυνάρτητα αλλά κυρίως εντελώς ανυπόστατα “πραγματολογικά στοιχεία” τα οποία προσπαθεί να παραθέσει στις επόμενες 3 παραγράφους. Για σπίτια μες στα κτήματα που πρέπει να είναι 5 στρέμματα, για το “πρότυπο της Χίου” με το 80% του πληθυσμού αγροτών και άλλα τέτοια που ισχύουν μοναχά μέσα στο θολωμένο της μυαλό. Μέχρις εδώ θα μπορούσαμε να υποθέσουμε και ότι μιλάει για κάτι άλλο, πάντως όχι για το Αντί Στεφάνου, βιβλίο του οποίου η υπόθεση δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά, ούτε καν διαδραματίζεται στη Χίο αλλά σε ένα μικρό νησί, το οποίο έχει έναν μόνον οικισμό, ένα κυκλαδονήσι θα μπορούσε να πει κάποιος. Μας έμειναν λίγες ακόμη αράδες κειμένου “κριτικής” για να ξεδιπλώσει η χαρισματική αρθρογράφος το σκεπτικό της.

Εκεί, επικεντρώνεται κάπως στα στοιχεία του βιβλίου αλλά δίχως να γνωρίζει, ούτε καν να υποψιάζεται τη φιλοσοφία της φυσικής καλλιέργειας, αρχίζει να μιλάει γενικώς για “φυσικές καλλιέργειες”, πάντα σε εισαγωγικά και προσπαθεί να αποδομήσει τη μυθοπλασία, βασισμένη στην ειρωνεία, την ηθικολογία και τον πουριτανισμό, δεν επιτρέπει δε στον συγγραφέα ούτε καν τη σάτιρα αν αυτή δεν κινείται αποκλειστικά “στον χώρο της ουτοπίας”(!!!). Στο τέλος κλείνει το πόνημά της αντικατοπτρίζοντας τον εαυτό της ως τελειωμένη κριτικός τέχνης και προδίδει τα αίτια της ζηλοφθονίας και της εμπαθούς προσωποκεντρικής αντιμετώπισης του έργου αφού θα το ήθελε να είχε εκδωθεί εκτός εμπορίου, να μην παίρνει και μερίδιο της αγοράς βιβλίου ο αγρότης που αφοδεύει τα ιερά και τα όσια της κοινωνίας μας και του συστήματός μας (!!!) Τόση απροκάλυπτη αποδόμηση ενός ανθρώπου που τους ενοχλεί επειδή έχει αναγνωστικό κοινό, δεν τόλμησε να κάνει κανείς μέχρι σήμερα. Ας περιμένουμε να δούμε τι θα ακολουθήσει…

 

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>