Μικέλα Χαρτουλάρη (Τα Νέα)

Η δεύτερη ταχύτητα του Μακριδάκη

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γράφει η Μικέλα Χαρτουλάρη


«Εδώ μόνο ο ακαμάτης κάθεται, όλοι οι άλλοι δουλεύουνε, ρε, εμάθατε να καθούσαστε μες στις πολιτείες και να εισπράττετε τόσα χρόνια, γι’ αυτό μιλείτε για χρέη μόνο, γρεβαντωμένοι, ε γρεβαντωμένοι, και θέτε τώρα να ξεπουλήσετε και τη χώρα για να ξεχρεώσετε, πάλι για να μη δουλέψετε, για να φάτε τα έτοιμα, αυτά που αφήκαν οι παλιοί, μόνο όποιος δε θε να δουλέψει πουλά τη γη ρε ακαματόσκυλα, ε ακαματόσκυλα!»
Αυτός είναι ο Παναγής, ο καινούργιος πρωταγωνιστής του Γιάννη Μακριδάκη, του πλέον καθαρόαιμου, επιτυχημένου και ξακουστού έλληνα ακτιβιστή συγγραφέα των τελευταίων χρόνων, που παραμονές εκλογών προτείνει γιατρειά από την κρίση, με την καινούργια νουβέλα του «Το ζουμί του πετεινού» (εκδ. Εστία). Χιώτης αγρότης, πρώην οικοδόμος και τελευταία κάπελας εγκατεστημένος σε έναν μικρό παράδεισο μια ώρα δρόμο από την κοντινότερη πόλη, ο θεόρατος Παναγής που αρνείται να ξαναπατήσει στην Αθήνα παρότι η κόρη του σπουδάζει στο Πάντειο, είναι καλόκαρδος, καλομίλητος κι ούτε να σφάξει πετεινό δεν μπορεί. Τώρα όμως φωνάζει στο γυαλί χειρονομώντας συγχυσμένος, καθώς επί μέρες ακούει στις ειδήσεις για την άνοδο της ανεργίας και για τα βερεσέδια του κράτους που θα ικανοποιήσει λέει τους δανειστές του «αξιοποιώντας» τη δημόσια περιουσία του. Το αίμα τού έχει ανέβει στο κεφάλι και τελικά εκσφενδονίζει το τασάκι στο δόξα πατρί της παρουσιάστριας θρυμματίζοντας την οθόνη…
Σε μια στιγμή που ολονών τα μάτια είναι στραμμένα προς το μέλλον, με τη λαχτάρα να γίνει κάτι που θα εκτινάξει τη χώρα έξω από το πηγάδι της κρίσης, των χρεών, της αφαίμαξης, της ανασφάλειας και των εκβιαστικών λύσεων, ο 40χρονος Μακριδάκης μάς μιλά για την Ελλάδα της δεύτερης ταχύτητας που παραγνωρίζεται και δαιμονοποιείται από τους εκσυγχρονισμένους και διαδικτυωμένους πολιτικούς. Ο ίδιος ο συγγραφέας ζει κανονικά ως αγρότης τα τελευταία δύο χρόνια και πάνω σ’ αυτό πατάνε οι τεχνοκράτες που τον αντιμάχονται, προκειμένου να τον βγάλουν από τη συζήτηση ως οπισθοδρομικό. Ομως ο Μακριδάκης είναι εντυπωσιακά προχωρημένος διότι είναι και συνειδητοποιημένος, με δικό του δημοφιλή ιστότοπο (800 επισκέψεις καθημερινά), με δυνατότητα πρόσβασης σε μεγάλες ευρωπαϊκές εφημερίδες που δημοσιεύουν τις πολιτικές επιστολές του (βλ. στην οικονομική «Les Echos» της 28/3/2012) με εξειδικευμένες προτάσεις, και πάντως το βαθύτερο μήνυμα της νουβέλας του δεν είναι η επιστροφή στη φύση. Είναι το κάλεσμα για μια μεταστροφή προς διαφορετικές προτεραιότητες – αξίες – επενδύσεις. Είναι η υπογράμμιση της σημασίας να καλλιεργήσουμε εκείνη την οικονομία (π.χ. των φυσικών πόρων) που θα διασφαλίσει την αυτονομία της χώρας και την ανακούφιση των κατοίκων της. Είναι η πίστη πως και με λιγότερα έσοδα είναι εφικτή μια πλουσιότερη ζωή.
Φυσικά, η περίπτωση του Παναγή που αφηγείται πόσο καλά τον ταΐζει το χωράφι του και πόσο αυτό γεμίζει τη διάθεσή του και την ψυχή του, είναι ενδεχομένως εξιδανικευμένη. Και η καθημερινότητά του ίσως να φαντάζει υπεραπλουστευμένη, εσωστρεφής και ελληνοκεντρική σε σχέση με τα γενικότερα διακυβεύματα του παγκόσμιου σήμερα ή με τις εναλλακτικές εμπειρίες που προσφέρει ο σύγχρονος κόσμος. Ομως όταν η νουβέλα του Μακριδάκη διαβαστεί ως αλληγορία, όλα τα λεγόμενά του αποκτούν παρεμβατικό πολιτικό νόημα. «Δεν υποστηρίζω πως όλοι πρέπει να γυρίσουν στη γη», μου έλεγε τις προάλλες. «Υποστηρίζω όμως πως ο σύγχρονος άνθρωπος που κοιτάζει ψηλά επιζητώντας τη μεγαλόπνοη ανάπτυξη, θα πρέπει – εάν θέλει να διασφαλίσει την ελευθερία του – να στρέψει το κεφάλι του προς τα πίσω και προς τα κάτω ώστε να ικανοποιεί ο ίδιος τις πρωτογενείς ανάγκες του και να μη δεσμεύεται από τρίτους».

.. και ο αγώνας για «λελογισμένη ανάπτυξη»

Σήμερα στη Χίο πολλοί αποκαλούν τον Μακριδάκη «τροχοπέδη στην ανάπτυξη του τόπου» επειδή ξεσηκώνει κόσμο ενάντια στην οικοδόμηση μεγάλων ξενοδοχειακών συγκροτημάτων, ενάντια στη δημιουργία χώρου απόθεσης κοντέινερ σε παραλίες, ενάντια στην επέκταση του αεροδρομίου και, αυτόν τον καιρό, ενάντια στην προσχεδιασμένη ερήμην των ντόπιων πράσινη ανάπτυξη. Αυτήν που υπόσχεται μια ισπανική πολυεθνική εταιρεία, με την κατασκευή επτά αιολικών πάρκων με ανεμογεννήτριες ύψους 107 μέτρων στις κορυφογραμμές του νησιού.
«Το νησί θα μετατραπεί σε εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας και η φυσιογνωμία του θα αλλάξει οριστικά», μου έλεγε εξοργισμένος. «Οι άνθρωποι αυτοί θέλουν να απομυζήσουν τον τόπο για να βγάλουν φράγκα. Αυτό που ονομάζουν ανάπτυξη σημαίνει εκπόρνευση. Θέλουν να μας κάνουν Ταϊλάνδη!». Αρα, τι; Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για αναπτυξιακές επενδύσεις; Υπάρχει, απαντά, «αλλά θα πρέπει να γίνουν με βάση έναν γενικότερο σχεδιασμό που θα παίρνει υπόψη του τις ιδιαιτερότητες και τη μοναδικότητα του κάθε τόπου σε μικροκλίμακα». Με αυτό μάλιστα το πνεύμα της «λελογισμένης ανάπτυξης» είχε στείλει και Ανοικτή Επιστολή διαμαρτυρίας προς τον Ευάγγελο Βενιζέλο όταν εκείνος είχε υπαινιχθεί πως η «φιλοεπενδυτική πολιτική» του κράτους είναι απόλυτη προτεραιότητα. Παράλληλα πρωτοστάτησε στη δημιουργία ενός Δίκτυου Συνεργασίας μεταξύ νησιών όπως η Λήμνος, η Ικαρία, η Κρήτη για την προστασία του παραδοσιακού περιβάλλοντος και της τοπικής κλίμακας, ακόμη και με προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Εκείνος, απ’ τη μεριά του, πλέον έχει αφοσιωθεί αφενός στην καλλιέργεια, διατήρηση και αναπαραγωγή σπόρων για όλα τα παραδοσιακά φυτά και αφετέρου στη συντήρηση τροφών με τρόπους που εξοικονομούν ενέργεια.
«Δεν θέλω να έρθω στην Αθήνα», εξηγεί. «Εχει περάσει πάνω από ένας χρόνος από την τελευταία φορά που κατέβηκα. Είχα νοικιάσει ένα διαμέρισμα και το άφησα στους τρεις μήνες, για να εγκατασταθώ οριστικά στο χωριό Βολισσός και τους καλοκαιρινούς μήνες να μένω στο καμαράκι μου στο χωράφι. Είναι σκληρή η ζωή του αγρότη, αλλά πιο σκληρή μού φαίνεται η ζωή σε ένα διαμέρισμα στα Εξάρχεια με μπάτσους σε κάθε γωνία τριγύρω. Δεν τη θέλω αυτή τη βία. Και δεν με νοιάζει να μην πάω σινεμά. Εδώ ξυπνώντας παρατηρώ κάθε μέρα κάτι διαφορετικό. Βλέπω την ανάπτυξη πάνω στα φυτάκια μου»

Οπως ο Θορό

Το «Ζουμί του πετεινού» (…που σε αναζωογονεί καλύτερα από οποιοδήποτε φάρμακο) δεν μπορεί παρά να θυμίσει το «Ουώλντεν ή η ζωή στα δάση». Το περίφημο αυτοβιογραφικό έργο του Χένρι Ντέιβιντ Θορό, με το οποίο ο αμερικανός θεωρητικός της πολιτικής ανυπακοής επιχείρησε το 1854 να αφυπνίσει τη συνείδηση των συμπολιτών του που ζούσαν μια «ζωή ήσυχης απόγνωσης», υποταγμένοι στις αρχές της υλιστικής κοινωνίας. Ο Μακριδάκης δεν εμβαθύνει φιλοσοφικά στην ανθρώπινη κατάσταση όπως ο Θορό, πιστεύει όμως εξίσου σε μια ουσιαστικότερη ζωή, μέσα και από μια πιο αρμονική σχέση με τη φύση και την παράδοση. Και αυτό υπηρετεί με τα βιβλία του («Ανάμισης ντενεκές», «Η δεξιά τσέπη του ράσου» κ.ά.) που από το 2008 τον έχουν εξακοντίσει στην κορυφή των πωλήσεων. Και όπως ο Θορό υπερασπίστηκε την κατάργηση της δουλείας, έτσι και ο sui generis Μακριδάκης ευαισθητοποιήθηκε στις ανοιχτές πληγές της εποχής του. Πρόσφατα απηύθυνε κάλεσμα για ένα περιοδεύον Καραβάνι Τέχνης που θα εμψυχώνει τα θύματα της κρίσης, αλλά οι συγγραφείς δεν συγκινήθηκαν. «Είμαι πολύ απογοητευμένος από το σινάφι μου», λέει. «Η κρίση έδειξε τι πρεσβεύει ο καθένας. Κλαίνε για τον κινηματογράφο που κάηκε, κατά τα άλλα όμως σκέφτονται μόνο το ρευστό και δεν κάνουν τίποτα για να αλλάξουν τα πράγματα».
Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>