«j’ irai déféquer sur vos tombes!»

Καλημέρα. Έφθασε η ώρα να αναρτηθεί ένα κείμενο της φίλης μου Σοφίας Λαμπίκη περί του Αντί Στεφάνου, κείμενο που έγραψε πριν εκδοθεί το βιβλίο, όταν της το είχα στείλει να το διαβάσει ως “άτυπη αναγνώστις”:

«j’ irai déféquer sur vos tombes!»
Ανήμερα Χριστούγεννα του 2014 γράφω αυτό το κείμενο, νιώθω πως τώρα πρέπει να γραφτεί κι όχι αργότερα όταν πιθανότατα θα έχουν αλλάξει πολιτικοκοινωνικά δεδομένα.
Διάβασα χτες το χειρόγραφο του νέου βιβλίου του Μακριδάκη, συνηθίζει όταν τελειώνει ένα βιβλίο του, να με βάζει να διαβάζω το χειρόγραφο, με τιμά με το να υπολογίζει τη γνώμη μου.
Έτσι, αντί ρεβεγιόν, εγώ διάβασα το Αντί Στεφάνου,το νέο του βιβλίο.
Ο Γ.Μ. σιώπησε λογοτεχνικά περίπου τόσα χρόνια, όσα τρέχουν τα Μνημόνια και η εξαθλίωση-εξαχρείωση της ελληνικής κοινωνίας.
Σιώπησε σα συγγραφέας αλλά ούρλιαζε σαν άνθρωπος, περιμένοντας, μάταια, η κρίση να αναδείξει τον κρυμμένο καλό εαυτό των ανθρώπων, αυτόν που θάφτηκε μέσα στη δανεική γκλαμουριά και την υπερκατανάλωση προϊόντων και ιδεών.
Μετά, κατάλαβε κι αυτός, όπως κι οι υπόλοιποι από μας που ζούσαμε χρόνια στο περιθώριο αυτής της κοινωνίας, πως μια τραγική πραγματικότητα έκτακτης ανάγκης, δεν βγάζει τον καλύτερο ή χειρότερο εαυτό μας, αλλά τον πραγματικό μας εαυτό, δείχνει τι σκατά ακριβώς είμαστε.
Έτσι, ο Μακριδάκης, ξανάκατσε και έγραψε ξανά ένα μικρό μυθιστόρημα,40 σελίδες, τα λόγια βάρυναν πια και γίνανε τηλεγραφήματα.
Για πρώτη φορά γράφει μια σάτιρα.
Μια σατιρική νουβέλα μάλλον.
Η ειρωνεία ήταν διάχυτη και στα προηγούμενα βιβλία του αλλά τώρα ξεχειλίζει μέσα απ το βιβλίο η σάτιρα, η ανάγκη να τσακίσει την υποκρισία και την βλακεία των ανθρώπων γύρω μας.
Η ιστορία είναι μάλλον πρωτότυπη.
Η μητέρα του πρωταγωνιστή Στέφανου πεθαίνει αιφνιδίως αλλά έχει προλάβει, με βύσμα και μέσον, να τακτοποιήσει το γιό της στη θέση του μοναδικού νεκροθάφτη του μικρού τους νησιού.
Ο γιός, είναι ο τρελός, ο του χωριού αλαφροΐσκιωτος
Παράτησε την Ιατρική, ασχολείται με την φυσική καλλιέργεια, ζει σαν ερημίτης, τρώει μόνο ό,τι παράγει ο ίδιος, κάνει ωμοφαγία, είναι σαν ένα άλτερ έγκο του ίδιου του Μακριδάκη.
Ο θάνατος της μητέρας αλλά και η ανάληψη της κηδείας της απ τον ίδιο τον Στέφανο ανοίγει το γαϊτανάκι μιας τρελής ιστορίας, στην οποία εμπλέκονται θείοι από Αμερική, παπάδες, κουτσομπόλες, εργολάβοι, μάρμαρα και ταφικά μνημεία, όλος ο μικρόκοσμος που θεωρεί τον εαυτό του ζωντανό απέναντι στο νεκρόκοσμο ενός νεκροταφείου.
Ο Στέφανος αποφασίζει να καλλιεργήσει ξυλάγγουρα πάνω στον φρεσκοσκαμμένο τάφο της μάνας του και ,ω τι τρομακτικό!, να τα λιπάνει με την δική του κόπρο.
Το σκάνδαλο είναι τεράστιο, η μικρή κοινωνία διαλύεται μέσα στην προσωπική της φρίκη, τις κατάρες, το κουτσομπολιό, τις προσωπικές τους δοσοληψίες, αλλά και το γέλιο και το γελοίο του ίδιου της του εαυτού.
Ο Στέφανος είναι ο κηπουρός των νεκρών αλλά οι νεκροί του κήπου του δίνουν περισσότερη ζωή απ΄τους ζωντανούς της υπόλοιπης κοινωνίας.
Βέβαια, ποτέ δεν θα μπορούσε το σχέδιο του πρωταγωνιστή να μακροημερεύσει σε μια κοινωνία σα τη σημερινή.
Συνασπίζονται όλοι εναντίον του και με τη μαζική επίθεση και διαπόμπευση του, τον νικούν.
Τον νικούν, παροδικά βέβαια, είναι σαν να βλέπεις μέσα στις σελίδες του βιβλίου τον Στέφανο να χαμογελά μακάρια μέσα απ τα μούσια του στο τέλος του βιβλίου, όταν του καταστρέφουν το κηπάριο του, ο σπόρος είναι εκεί, ας το καταστρέψουν.
Εξαιρετικά σημαντική είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Γ.Μ.
Για πρώτη φορά γράφει, με εξαιρετική επιτυχία, στην Τζαρτζάνειο καθαρεύουσα (έστω και πιο ανάλαφρη), τη γλώσσα που ταλάνισε γενεές επί γενεών.
Όχι, δεν σχετίζεται με τον Παπαδιαμάντη η χρήση της γλώσσας αυτής, αν και πολλοί κριτικοί θα κάνουν αυτό το λάθος.
Χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα, την ψεύτικη για να δείξει την υποκρισία και τη θολούρα της κοινωνίας μας.
Καλά κάνει.
Γιατί αυτή η «καθαρή» γλώσσα, η κατασκευασμένη, μιλήθηκε πάντα απ τους πιο βρώμικους ανθρώπους σ΄αυτή τη χώρα, απ΄αυτούς τους άθλιους καθωσπρέπει που πατούσαν επί πτωμάτων αλλά τις Κυριακές πήγαιναν στην εκκλησιά ως «έντιμοι οικογενειάρχαι».
Είναι τέτοιος ο καταιγισμός της καθαρεύουσας μέσα στον παραληρηματικό, με μακροπεριόδους, λόγο του Μακριδάκη που πολλές φορές ο αναγνώστης παρατάει την παρακολούθηση των γραφόμενων, όπως εξάλλου έκαναν και οι φυσιολογικοί άνθρωποι κάποτε μπροστά στο παραλήρημα των λόγων που εκφωνούντο δημοσίως από σημαίνοντα πρόσωπα.
Τελικά ο ήρωας Στέφανος επί ποίου τάφου αφοδεύει;
Αφοδεύει επί του τάφου της μητρός του, ήδη νεκρής σωματικά ,ή αφοδεύει πάνω στους τάφους, καθαρούς, πενταγυάλιστους, απαστράπτοντες της μίζερης ζωής των ζωντανών της κοινωνίας μας που είναι ήδη νεκροί στην καρδιά και το μυαλό αλλά κανείς δεν τους το’ πε ακόμα;
Νομίζω πως ως άλλος Μπορίς Βιάν, ο Γιάννης Μακριδάκης δεν φωνάζει «Θα φτύσω στους τάφους σας» αλλά «Θα αφοδεύσω στους τάφους σας»
(το γράφω και εις την προσφιλήν μας τζαρτζάνειο καθαρεύσουσα, θα αφοδεύσω όχι θα χέσω).
Αξίζει, άλλωστε, να κάνεις κάτι παραπάνω σε μια κοινωνία παρατηρητή της ζωής της, νεκρής ήδη, που παραπατά μέσα στη μπόχα και τη χολέρα;
Ο Μακριδάκης λέει πως αυτό της αξίζει.
Κι εγώ το ίδιο.

 

Καλοδεχούμενες από όλους οι αναγνωστικές αποκρίσεις σας, αντίσταση και χλευασμός στο υποκριτικό, φθηνό και φθονερό σύστημα που υποφέρει κάνοντας ότι δεν υπάρχουν όσοι είναι αξιοπρεπείς και δεν του δίνουν αξία επιτρέποντας στον εαυτό τους να έχει ρόλο μέσα του…

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>