Κριτική από Νικ. Δημητράτο

Ενα κομμάτι αυθεντικής Ελλάδας

Ο Μακριδάκης διαπραγματεύεται ένα θέμα έξω και πέρα από τα ειωθότα και τον συρμό της εποχής

Του Νικολαου Γ. Δημητρατου*

Γιάννης Μακριδάκης «Ανάμισης ντενεκές», μυθιστόρημα, 2008, εκδοτικός οίκος ΕΣΤΙΑ

ΜΥΘΙΣΤΟΡHΜΑ. Με το μυθιστόρημά του, «Ανάμισης ντενεκές», ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέα Γιάννης Μακριδάκης δημιουργεί ήδη μια ευχάριστη έκπληξη στον χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τούτο, για μια σειρά από λόγους που καθιστούν το μυθιστόρημα αυτό σημαντικό γεγονός στο πεδίο της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.

Η ιστορία του έργου είναι σε πρώτο επίπεδο απλή. Περιγράφει δηλαδή τη ζωή ενός υπαρκτού προσώπου, του Γιώργη Πέτικα, ανθρώπου απλού και καθημερινού, ενός Ελληνα μετανάστη από τη βόρεια Χίο, που στις αρχές του 20ού αιώνα επιστρέφει στα Καρδάμυλα για να προικίσει τις αδελφές του και να εγκατασταθεί και ο ίδιος στην πατρίδα του. Η ζωή του όμως ανατρέπεται και στιγματίζεται οριστικά και ξαφνικά, έπειτα από ένα έγκλημα πάθους που διαπράττει με θύμα τον αγαπημένο του φίλο, για την καρδιά μιας γυναίκας που ο Πέτικας προόριζε για γυναίκα της ζωής του. Η φυγή του εγκληματία και η καταδίωξή του από τις αρχές, με όλες τις επιγενόμενες περιπέτειες της ζωής του, θα μετατρέψει τον άνθρωπο αυτόν σε θρυλική μορφή που η μνήμη του επιζεί ώς και τις μέρες μας, εκατό χρόνια μετά, στα χωριά της βόρειας Χίου.

Η δύναμη του έργου

Η δύναμη του έργου του έγκειται κατ’ αρχήν στην ειλικρίνειά του. Ο συγγραφέας δεν ηθικολογεί, δεν καταδικάζει, δεν αξιολογεί, αλλά ούτε και ωραιοποιεί, δεν εξιδανικεύει πρόσωπα και καταστάσεις. Παρακολουθεί μόνο, κατά πόδας θα λέγαμε, επίμονα και ακούραστα, τη βαθμιαία μεταμόρφωση ενός καθημερινού ανθρώπου σε μυθικό πρόσωπο της ιστορικής μνήμης και της συλλογικής κοινωνικής συνείδησης των χωρικών της Χίου. Ο Μακριδάκης προσεγγίζει με απόλυτο σεβασμό τις διάφορες εκδοχές της λαϊκής μυθοπλασίας, η αφήγησή του γίνεται μέρος αυτής, αποκτά τις διαστάσεις μιας επιμέρους αφηγηματικής εκδοχής της, χρησιμοποιώντας τις γλωσσικές ιδιομορφίες και το λεκτικό ύφος της τοπικής κοινωνίας και διασώζει έτσι τον απύθμενο λεκτικό πλούτο μιας γλώσσας που βαθμιαία λησμονείται στη σύγχρονη Ελλάδα.

«Μυθικός» βίος

Ο συγγραφέας πετυχαίνει να αναδείξει με τρόπο ανάγλυφο και στιβαρό τα ψυχικά γνωρίσματα και τον χαρακτήρα του ήρωά του και μάλιστα χωρίς την ίδια στιγμή να εμπλακεί σε περίπλοκες ψυχολογικές αναδιφήσεις ή να παρουσιάσει ένα καθαρά ψυχολογικό μυθιστόρημα. Παρ’ όλα αυτά, η μορφή του ήρωά του και κυρίως οι περιπέτειες της ζωής του παραμένουν στο βιβλίο εντελώς εναργείς. Εναργής όμως είναι και η διάχυτη μαγεία που ασκεί η περιπετειώδης ατμόσφαιρα που περιβάλλει τον μυθικό βίο του Πέτικα στα μάτια του συγγραφέα. Μια μαγεία υποβλητική, που ενίοτε υπερβαίνει τα χρονικά πλαίσια και μεταθέτει, μεταφυσικά σχεδόν, την ηχώ των γεγονότων στην ίδια τη στιγμή της συγγραφής του έργου.

Ο συγγραφέας γίνεται έτσι βαθμιαία μέρος της ίδιας του της αφήγησης και όχι μόνο συγχρωτίζεται με τους σύγχρονούς του αφηγητές, αλλά σχεδόν υπεισέρχεται ανεπαίσθητα στην ίδια την ατμόσφαιρα των προσώπων που περιβάλλουν τη ζωή του ήρωά του. Και ταυτόχρονα, αφουγκράζεται απόλυτα το ύφος του ιστορικού χώρου που περιγράφει, αναδεικνύει και ενστερνίζεται τη σημειολογία του κόσμου και της εποχής που αναπαριστά.

Συχνά πάλι, ο συγγραφέας επιδοκιμάζει εμφαντικά τον κώδικα τιμής των ηρώων του. Είναι έτσι χαρακτηριστικό ότι το όνομα της μοιραίας γυναίκας, που γίνεται η αφορμή του φονικού, μένει παντελώς άγνωστο ώς το τέλος του βιβλίου.

Το μυθιστόρημα αυτό είναι σημαντικό, όχι μόνο γιατί είναι πρωτότυπο αλλά και γιατί το ύφος και το ήθος γραφής του παραμένει από την αρχή ώς το τέλος αυθεντικό, σπάνιο και ανεπιτήδευτο. Σπάνια και αυθεντική είναι και η υφολογική σημειολογία του έργου: ο Μακριδάκης ζει προφανώς στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον, όμως επιλέγει να διαπραγματευθεί και να φέρει εις πέρας ένα θέμα έξω και πέρα από τα ειωθότα και τον συρμό της εποχής. Μεταφέρει έτσι το σκηνικό του σε έναν κόσμο που δείχνει να τον περιβάλλει με τρυφερότητα, να τον αγαπάει και να τον υπολήπτεται ιδιαίτερα. Γράφει μια μυθοπλασία της αγροτικής, νησιωτικής κοινωνίας και φέρνει στο προσκήνιο ένα κομμάτι αυθεντικής Ελλάδας, απλής, ρομαντικής και ανεπιτήδευτης, μιας Ελλάδας που σήμερα δείχνει βαθμιαία να χάνεται, λησμονημένη από τη μετριότητα της νεωτερικής εποχής.

* Ο Νικολάος Γ. Δημητράτος είναι λέκτορας της Νομικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>