Ν. Σαραντάκος: Αντί Στεφάνου ο Γιάννης Μακριδάκης

Ο σπουδαίος και ανεξάρτητος κριτικός νεοελληνικής λογοτεχνίας Νίκος Σαραντάκος γράφει στον προσωπικό του ιστότοπο για το νέο βιβλίο μου (και όχι μόνο):

Το Σάββατο που μας πέρασε, είχα τη χαρά να πάω σε μια παρουσίαση όπου συμμετείχε ένας αγαπημένος μου συγγραφέας, ο μοναδικός πια που τα βιβλία του τα αγοράζω αμέσως μόλις κυκλοφορήσουν. Στο βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις, στην οδό Μάρκου Μουσούρου στο Μετς, ο Γιάννης Μακριδάκης παρουσίαζε το καινούργιο του βιβλίο, Αντί στεφάνου (ή ίσως Αντί Στεφάνου, θα εξηγήσω πιο κάτω).

Πριν προχωρήσω στο βιβλίο, δυο λόγια για τον χώρο της εκδήλωσης -το βιβλιοπωλείο Περιπλανήσεις, στο οποίο έγινε η παρουσίαση, έχει μόνο ένα χρόνο ζωής, ενώ κατά σύμπτωση περίπου συνομήλικο είναι και το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς μου όπου είχα κάνει τη δική μου παρουσίαση τον περασμένο μήνα -και το βρίσκω πολύ αισιόδοξο σημάδι σε τέτοιους καιρούς κρίσης να ανοίγουν καινούργια βιβλιοπωλεία στις γειτονιές -ενώ επίσης θα το έχετε προσέξει κι εσείς ότι γίνονται όλο και περισσότερες παρουσιάσεις βιβλίων τα τελευταία χρόνια και μάλιστα όχι μόνο σε δυο-τρία σημεία στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και στις συνοικίες όπως βέβαια και σε άλλες πόλεις.

Ο Μακριδάκης βέβαια ζει στη Χίο και στο χτήμα του, αλλά έρχεται στην Αθήνα μερικές φορές το χρόνο και τούτη τη φορά είχε έρθει για την παρουσίαση του καινούργιου του βιβλίου (κυκλοφόρησε στις 16 του μηνός), για το θεατρικό έργο «Ανάμισης ντενεκές» που βασίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημά του αλλά και για να πάρει μέρος στο φόρουμ «Ευημερία χωρίς ανάπτυξη», μια και εκτός από λογοτέχνης έχει αναπτύξει και έναν έντονο προβληματισμό για ζητήματα αποανάπτυξης και για τις φυσικές καλλιέργειες.

Το βιβλίο εγώ το είχα αγοράσει την προηγούμενη μέρα και φυσικά είχα αρχίσει να το διαβάζω, αλλά μ’ άρεσε τόσο πολύ που το σταμάτησα ύστερα από καμιά δεκαριά σελίδες, επειδή δεν ήθελα να το διαβάσω βιαστικά. Το έχω ξανακάνει αυτό, αλλά σπάνια -και δεν ήταν εύκολο, γιατί τα βιβλία του Μακριδάκη διαβάζονται μονοκοπανιά. Μετά την παρουσίαση, το διάβασα με ρέγουλα, κι εδώ θα σας πω μερικές εντυπώσεις.

Έχω παρουσιάσει παλιότερα από το ιστολόγιο το προηγούμενο βιβλίο του συγγραφέα, που είχε κυκλοφορήσει πρόπερσι, τη νουβέλα Του Θεού το μάτι. Νουβέλα είναι και τούτο εδώ το καινούργιο, αν και λίγο μεγαλύτερη σε έκταση από τις προηγούμενες (140 σελίδες αντί για 100) και κάπως διαφορετική από πολλές απόψεις.

Μια διαφορά, ας πούμε, είναι ότι τούτη τη φορά η δράση δεν μνημονεύει κάποιο γεγονός της εξωτερικής επικαιρότητας (ενώ, ας πούμε, το Λαγού μαλλί αναφερόταν στο διάγγελμα του Καστελλόριζου, η Δεξιά τσέπη του ράσου στον θάνατο του Χριστόδουλου, ή του Θεού το μάτι στις εκλογές του 2012). Εκτυλίσσεται σαφώς η δράση στην εποχή μας, αλλά χωρίς συγκεκριμένες αναφορές.

Πιο σημαντική διαφορά του νέου βιβλίου είναι η γλώσσα του -αντί για τη χειμαρρώδη κουβεντιαστή αφήγηση σε ρωμαλέα ιδιωματική δημοτική, που χαρακτήριζε τα περισσότερα από τα προηγούμενα έργα, το ‘Αντί στεφάνου’ (ή Αντί Στεφάνου) είναι γραμμένο σε μικτή γλώσσα, που θυμίζει σε μερικά την καθαρεύουσα των προπολεμικών επαρχιακών εφημερίδων, αν και δεν λείπουν φυσικά οι ιδιωματικές εκφράσεις και οι εκφράσεις της καθομιλουμένης.

Ο υπεύθυνος του βιβλιοπωλείου, που λυπάμαι που ξέρω μόνο το μικρό του όνομα, ο Γιώργος, κατά την παρουσίαση χαρακτήρισε τη γλώσσα ‘λάιτ καθαρεύουσα’. Ο ίδιος ο συγγραφέας εξομολογήθηκε ότι είχε ξεκινήσει πολλές φορές να γράφει το βιβλίο και δεν μπορούσε να το προχωρήσει, και μόνο όταν του ήρθε η έμπνευση να χρησιμοποιήσει αυτή τη μικτή γλώσσα μπόρεσε να βρει το εργαλείο για να προχωρήσει η αφήγηση και τα μηνύματά της. Μας είπε μάλιστα ότι σε ένα πρώτο σχεδίασμα η καθαρεύουσα ήταν ακόμα πιο βαριά, αλλά, ακούγοντας τις συμβουλές της εκδότριας και άλλων φίλων, την αλάφρυνε κάπως, πετυχαίνοντας, κατά τη γνώμη μου, τη σωστήν αναλογία. Αλλά κρίνετε και μόνοι σας, από την αρχή του έργου.

Δεν ευδοκίμησε τελικά ως νεκροθάφτης στη θέση του Ευταξία ο Στέφανος ο Λαδικός. Μοναχά μία κηδεία πρόλαβε να διεκπεραιώσει και αυτή ήταν της μητέρας του. Διότι η Πάτρα, εκ του Κλεοπάτρα, Λαδικού, το γένος Κουμά, η επονομαζόμενη και Ξυλαγγούρω κάποτε, όταν ήταν ακμαία, υπό των ζηλοφθόνων γυναικών της μικράς νήσου, απεβίωσε αιφνιδίως σε ηλικία 66 ετών, πιθανότατα από ανακοπή καρδιάς σύμφωνα με τη γνωμάτευση του αγροτικού γιατρού, τρεις μόλις μέρες αφότου ανέλαβε καθήκοντα εντός νεκροταφείου ο μοναχογιός της. Έγειρε το κεφάλι της αριστερά σαν λαβωμένο πουλάκι, όπως καθόταν στο κατώφλι του σπιτιού της το απόγευμα της Δευτέρας 19ης Μαΐου, και ξεψύχησε ήσυχα. Σαν να αποκοιμήθηκε γλυκά κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο. Είχε και ένα απολύτως εμφανές όσο και αινιγματικό μειδίαμα στα χείλη της, το οποίο αν και κατά κόρον ερμηνεύτηκε ως αδιάψευστο τεκμήριο του ότι έφυγε από τη ζωή ικανοποιημένη, ίσως να ήταν τελικά μόνον επιτιμητικό αφού, όπως πικρόχολα αποφάνθηκε και ο περιπτερούχος καπετάν Παράσχος Ψιλάκης κουνώντας πάνω κάτω το κεφάλι του απογοητευμένος από την απολύτως πλέον διακριτή κοινωνική της νήσου παρακμή, η μακαρίτισσα ίσως προείδε λόγω μιας πιθανής προθανάτιας έκλαμψης τα όσα αλλοπρόσαλλα επακολούθησαν την έξοδο αυτής.

Αρχικά βέβαια το ύστατο αυτό μειδίαμά της στάθηκε αφορμή να αναζωπυρωθούν, άμα τη αναγγελία της εκδημίας της από την πένθιμη κωδωνοκρουσία του Προδρόμου, όπως συνηθιζόταν παραδοσιακά να αγγέλλεται κάθε επιδρομή του Αρχάγγελου στη νήσο, όλες οι φήμες οι παμπάλαιες, οι ευρισκόμενες από εικοσαετίας και πλέον φαινομενικά σε ύφεση εξαιτίας της απρόσμενης τότε επανάκαμψης από την Αμερική, και μάλιστα ως ζάμπλουτου, του αδελφού αυτής Σιλβέστρου, η παρουσία του οποίου έκτοτε, κυρίως όμως η περιουσία του, αποθάρρυνε κάθε επίδοξο κακεντρεχή σχολιαστή της Πάτρας.

Από το απόσπασμα που παραθέτω (οι δυο πρώτες σελίδες του βιβλίου) φαίνεται θαρρώ και το είδος της γλώσσας αλλά και το μπρίο και το υποδόριο χιούμορ της αφήγησης -μπρίο και χιούμορ για να θιγεί ένα θέμα που, όπως και να το κάνουμε, χαρμόσυνο δεν είναι: ο θάνατος. Γιατί αυτό είναι το βασικό θέμα του βιβλίου, που πολύ αποτελεσματικά το εξυπηρετεί το εύρημα του νεκροθάφτη γιου.

Η δράση εκτυλίσσεται σε ένα νησί, που είναι πιο μικρό από τη γενέθλια Χίο του συγγραφέα, και όπου ζει ο Στέφανος, «κοιλάρφανος γιος του θανόντος άγουρου Φανή, εκ του Στεφανή, Λαδικού, ο οποίος έπεσε στο αμπάρι του βαποριού και σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου μπάρκου του, ως νεαρός λοστρόμος και άρτι νυμφευμένος τότε με την Πάτρα», που παράτησε την ιατρική όπου είχε εισαχθεί προκαλώντας τον θαυμασμό των συντοπιτών του, και ασχολείται με φυσικές καλλιέργειες, σε ένα χτήμα μικρό αλλά χαρισματικό, τις Ρογδιές, που είναι ιδιοκτήτης του εξ αδιαιρέτου μαζί με τον αδελφό της μητέρας του, τον θείο του που καζάντισε μετανάστης στην Αμερική και έρχεται στο νησί κάθε καλοκαίρι και πολύ αντιπαθεί τον ανεπρόκοπο ανεψιό του ο  οποίος, άκουσον άκουσον, έχει επηρεαστεί από κάτι γιαπωνέζικες θεωρίες και καλλιεργεί χωρίς να σκάβει τη γη -αφού είναι φυσικός καλλιεργητής.

Και αυτό είναι το δεύτερο θέμα του βιβλίου, η φυσική καλλιέργεια, που τις αρχές της τις αναπτύσσει ο Μακριδάκης μέσω του Στέφανου, που μπορεί να νοηθεί ως άλτερ έγκο του, χωρίς όμως το βιβλίο να φαίνεται καθόλου… στρατευμένο. Και η φυσική ζωή συνυφαίνεται με τον θάνατο, αφού, όπως είπε ο συγγραφέας κατά την παρουσίαση, όποιος ασχολείται με το χρήμα πεθαίνει έντρομος και το χρήμα που έχει μαζέψει το δίνει στους γιατρούς, ενώ όποιος νιώθει τη φυσική του υπόσταση έχει θάνατο ζωογόνο.

Τις αρχές αυτές προσπαθεί να θέσει σε εφαρμογή στο νεκροταφείο ο Στέφανος, και βέβαια πολύ γρήγορα σοκάρει τους συντοπίτες του και αποπέμπεται από το πόστο του νεκροθάφτη χωρίς να αξιωθεί να κάνει δεύτερη κηδεία -που έτσι κι αλλιώς θα έπρεπε κάμποσο να περιμένει αφού, εξαιτίας του μικρού αριθμού των κατοίκων και της μακροζωίας τους, μια-δυο κηδείες τον χρόνο γίνονται στο νησί.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, που πιάνει τα τρία τέταρτα της συνολικής έκτασης, η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και μας παρουσιάζει τη σύγκρουση του νεόκοπου νεκροθάφτη με τους περισσότερους συντοπίτες του. Στο δεύτερο, η αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη και μαθαίνουμε ποιος είναι ο αφηγητής: ένας ξενομερίτης, καθηγητής θεολόγος στο γυμνάσιο του νησιού, που μάλιστα είναι φίλος του Στέφανου και βλέπει με πολλή συμπάθεια τις θεωρίες του -συμπάθεια όμως που δεν τολμά να εκφράσει, από τον φόβο της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Και, μην έχοντας άλλον αρτιμελή και νέο αντικαταστάτη του αποπεμφθέντος νεκροθάφτη τους, οι νησιώτες διαλέγουν αυτόν ακριβώς, τον καθηγητή, και τον πείθουν να αναλάβει και συμπληρωματικά καθήκοντα αντί για τον Στέφανο -ή αλλιώς, αντί Στεφάνου, κι έτσι καταλαβαίνουμε γιατί ο τίτλος διαβάζεται διπλά.

Το βιβλίο το χάρηκα, πιστεύω πως θα το χαρείτε κι εσείς.

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>