Συνέντευξη στην εφημερίδα Θάρρος (Καλαμάτα)

O Γ. Μακριδάκης στο “Θ”
Image«Η ελληνική επαρχία είναι ένας τόπος ζόρικος»

Το 2008, με το πρώτο του μυθιστόρημα «Ανάμισης Ντενεκές», ο Γιάννης Μακριδάκης ήταν η λογοτεχνική έκπληξη της χρονιάς. Το βιβλίο έχει κάνει ήδη τέσσερις εκδόσεις και μεταφράζεται στα τουρκικά. Ακολούθησαν «Η δεξιά τσέπη του ράσου» (2009) και το φετινό «Ήλιος με δόντια», όλα από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας. Μη έχοντας καμία σχέση με το λογοτεχνικό κύκλωμα, «άγνωστος μεταξύ αγνώστων» όπως λέει, ο Γιάννης Μακριδάκης αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό σε όλη την Ελλάδα. Ο μαθηματικός που αποφάσισε να επιστρέψει στη γενέτειρά του Χίο και να ταράξει τα λογοτεχνικά νερά, δεν αναδύθηκε, όμως, από το… πουθενά. Πριν από δεκατρία χρόνια ίδρυσε στο νησί καταγωγής του το Κέντρο Χιακών Μελετών, με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου.

 

Την ίδια χρονιά ξεκίνησε το τριμηνιαίο περιοδικό «Πελινναίο». Στη βιβλιογραφία με την υπογραφή του, πριν παρουσιάσει τη λογοτεχνική δουλειά του, βρίσκουμε επτά λαογραφικές και ιστορικές μελέτες, οι οποίες αποτέλεσαν άλλωστε έμπνευση για κάποιες από τις ιστορίες των πεζογραφημάτων του. Στην Καλαμάτα σήμερα θα παρουσιάσει το μυθιστόρημα «Ήλιος με δόντια».

-Πριν αποφασίσεις να ξεκινήσεις το «Πελινναίο», πριν ακόμα βγάλεις τα βιβλία, σε είχε απασχολήσει η συγγραφή, έγραφες;
«Δεν έγραφα, ούτε διάβαζα ποτέ. Μέχρι τα τριάντα μου χρόνια δεν είχα διαβάσει παρά μόνο τον Ζορμπά. Από τη μελέτη της λαογραφίας και της ιστορίας του τόπου μου ξεκίνησαν όλα. Από τους ανθρώπους που ακούω να μιλούν γύρω μου και αυτά που λένε μου φαίνονται πολλές φορές εξαιρετικά, ανατριχιαστικά όμορφα και ποιητικά. Είμαι το αντιπαράδειγμα σε όσους λένε ότι για να γράψεις πρέπει να έχεις διαβάσει. Εγώ γράφω έχοντας ακούσει».

-Και τα τρία πεζογραφήματα με κάποιον τρόπο αναφέρονται στη Χίο. Ωστόσο, είναι αγαπητά και δημοφιλή σε όλη την Ελλάδα και βρίσκονται, μάλιστα, ανάμεσα στα ευπώλητα. Πού το αποδίδεις;
«Υπάρχει ένας ουμανισμός και μια αυθεντική γλώσσα και τρόπος, που βγαίνει μέσα από τους ήρωες.  Είναι απλοί άνθρωποι της καθημερινότητας μιας ελληνικής επαρχίας. Ένας λόγος, λοιπόν, είναι αυτός, η αμεσότητα της γλώσσας, που διαφέρει από την αστική λογοτεχνία που εξασκούν οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς που ζουν στην Αθήνα και προωθούν την άποψη ότι η σύγχρονη λογοτεχνία πρέπει να είναι στυφή και στεγνή, χωρίς να σου δημιουργεί συναισθήματα. Αυτό το βρίσκω τελείως προβοκατόρικο, γιατί προσπαθούν απλώς να προωθήσουν ως λογοτεχνία αυτό που μπορούν να κάνουν οι ίδιοι. Εγώ, ένας άγνωστος μεταξύ αγνώστων, χωρίς να ξέρω κανέναν από το κύκλωμα, ούτε εκδότη ούτε κριτικό, έβγαλα δύο βιβλία και πάνε καλά. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κόσμος που διψά για μια λογοτεχνία σύμφωνα με τα κριτήρια που είχαμε παλαιότερα, και όχι αυτό που πλασάρεται τώρα. Ένα άλλο θέμα είναι οι ιστορίες που είναι βιωματικές και οι ήρωες που, όπως αγγίζουν εμένα, αγγίζουν πάρα πολύ κόσμο, γιατί εκφράζουν τρόπους ζωής που πολλοί άνθρωποι θα ήθελαν να είχαν, αλλά δεν τολμούν επειδή φοβούνται».

-Οι ήρωες των βιβλίων σου είναι μάλλον αντιήρωες. Ο καθένας βιώνει το δικό του περιθώριο…
«Με έλκουν οι άνθρωποι που ακολουθούν λοξή πορεία. Αυτό το “λοξή πορεία” το λέω τελείως καταχρηστικά. Αυτοί που ακολουθούν μια συντεταγμένη ζωή πάνω στις πεπατημένες λοξεύουν στην πραγματικότητα. Οι άλλοι, που παραμένουν παιδιά, πάνε στην ευθεία τους. Αλλά λοξεύοντας όλοι οι άλλοι μαζί προς την ίδια κατεύθυνση, φαίνεται λοξός αυτός που πάει στην ευθεία του. Εμένα, αυτοί οι άνθρωποι που έχουν την ευθεία τους, την ιδεολογία τους, το “ακολουθώ την ψυχή μου” από τον καιρό που είναι παιδιά μέχρι το θάνατό τους, αυτοί με έλκουν. Μόνο για τέτοιους ανθρώπους θα μπορούσα να γράψω. Αυτό είναι το κοινό όλων των ηρώων μου.  Ο πρώτος ήταν φονιάς, κυνηγημένος στα βουνά, που με τα κατορθώματά του απέναντι στην κρατική εξουσία έγινε θρύλος. Ο δεύτερος ήταν ένας μοναχός που πίστευε σε αυτό που έκανε, αλλά αγαπούσε πιο πολύ τη ζωή, την απλότητα ενός σκύλου, από όλο το δήθεν των εκκλησιαστικών παραγόντων. Ο τρίτος είναι ένας ομοφυλόφιλος της εποχής του μεσοπολέμου, σε μια επαρχία, που ούτως ή άλλως ήταν μια περίπτωση κατακριτέα και αποδιοπομπαία».

-Νομίζω απάντησες ήδη στην ερώτηση τι αποτελεί για σένα έμπνευση…
«Είναι αυτό που περιέγραψα, αλλά και κάτι επιπλέον, πολύ σημαντικό. Είναι η προσωπική ιστορία του κάθε ανθρώπου παράλληλα με αυτό που καταγράφεται ως επίσημη ιστορία. Ο Βικέντιος στη “Δεξιά τσέπη του ράσου” ζούσε μια ιστορία προσωπική στο περιθώριο της ιστορίας του θανάτου του αρχιεπισκόπου. Εμένα με ενδιαφέρει πιο πολύ η ιστορία του Βικέντιου, παρά η ιστορία η επίσημη. Με ενδιαφέρει τι ζούσες εσύ τη στιγμή που έπεφταν οι Δίδυμοι Πύργοι. Μπορεί να έκανες έρωτα με το σύντροφό σου και να ήταν η πιο έντονη συνέρρευση που είχατε μέχρι τότε. Αυτό με ενδιαφέρει. Κι ας χαλάει ο κόσμος απ’ έξω. Με συναρπάζουν οι μικροϊστορίες των ανθρώπων τη στιγμή που συμβαίνουν οι μεγάλες ιστορίες».

-Έχοντας γυρίσει τόσες πόλεις της Ελλάδας, έχεις εντοπίσει κάποια στοιχεία που συναντάς σε όλους τους ανθρώπους της περιφέρειας;
«Κυρίως στο θέμα της μικρότητας, της μικροψυχίας. Η ελληνική επαρχία είναι πάρα πολύ μεγαλόψυχη στη… μικροψυχία. Κακό χωριό τα λίγα σπίτια, που λέμε. Στα υπέρ της επαρχίας είναι μόνο η απλή ζωή, η μικρή απόσταση από τη φύση και ότι υπάρχουν ακόμα κάποιοι άνθρωποι που μιλάνε και συμπεριφέρονται, τους βλέπεις και νιώθεις ότι βρίσκεσαι στο παρελθόν. Αλλά όσον αφορά πολιτιστική ζωή, εξέλιξη στο χαρακτήρα, καλλιέργεια, προσωπική ζωή, η ελληνική επαρχία είναι ένας τόπος πολύ ζόρικος. Τα παιδιά από είκοσι πέντε χρονών δεν έχουν μέσα τους το μεράκι να ψαχτούν, να φτιάξουν, να δημιουργήσουν. Μόνο το να διοριστώ, να παντρευτώ, να κάνω ένα σπιτάκι και να τελειώσω».

-Σε χαρακτηρίζουν ακτιβιστή, επειδή τάσσεσαι και γράφεις υπέρ της ελληνοτουρκικής φιλίας, της διαφορετικότητας και της συνύπαρξης. Τον αποδέχεσαι το χαρακτηρισμό;
«Όταν η κοινωνία δεν καταλαβαίνει τι κάνεις, σε κατατάσσει σε ένα κουτάκι για να μπορέσουν να νιώσουν ασφαλείς. Τα κουτάκια είναι συγκεκριμένα: Τρελός, αδελφή ή κατάσκοπος. Εμένα, όταν άρχισα να ασχολούμαι με την απέναντι ακτή, στην αρχή με κατέταξαν στο κουτάκι του κατάσκοπου. Ότι αυτός κυκλοφορεί στο νησί, βγάζει φωτογραφίες και τις στέλνει στην Τουρκία. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι κάνω. Είχα προβλήματα με την Ασφάλεια, με την ΕΥΠ. Πήγαινα απέναντι, έβλεπα ανθρώπους, γνώριζα τον κόσμο και άρχισα να αρθρογραφώ για πράγματα τα οποία ένιωθα, για το πώς πρέπει να είναι η συμπεριφορά και η σχέση μας με τους Τούρκους, ως άνθρωπος προς άνθρωπο. Χαρακτηρίστηκα, λοιπόν, ως προδότης της πατρίδας. Εθνικός κίνδυνος. Μετά, σιγά σιγά, κατάλαβαν ότι δεν τρέχει τίποτα και τώρα, η μισή Χίος μαθαίνει τουρκικά. Έχει ανοίξει ένας δρόμος. Πατήσαμε τα αγκάθια στην αρχή και τώρα οι επόμενοι έρχονται πιο ομαλά».

-Στο ιστολόγιο σου γράφεις ότι η οικονομική κρίση είναι αποτέλεσμα της κρίσης αξιών…
«Εγώ την κρίση τη βιώνω τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια τώρα. Τη βιώνω, όταν πηγαίνω στην πόλη της Χίου και δεν μπορώ να κάτσω σε ένα καφενείο να πιω ένα ρακί, γιατί δεν υπάρχει καφενείο. Υπάρχουν μόνο δήθεν καφετέριες – μπαρ, τα οποία παίζουν εκκωφαντική μουσική και είναι τα κοριτσάκια και τα αγοράκια ντυμένα και στέκονται. Αυτό είναι κρίση αξιών. Τη βιώνω είκοσι χρόνια τώρα που καίγεται το νησί από πάνω μέχρι κάτω κάθε καλοκαίρι. Τη βιώνω με τα παιδιά που βλέπω γύρω μου, με τα αυτοκίνητα, με τα κινητά, με το χρηματιστήριο, με το ότι δεν υπάρχει κανένα ιδανικό. Όλο αυτό οδήγησε εδώ που οδήγησε. Δεν είναι κάτι καινούριο. Και λέω, επιτέλους που υπάρχει αυτή η κρίση, γιατί ίσως να μας δείξει τι πραγματικά αξίζει. Από μια κοινωνία του φιλότιμου και της ελληνικής ψυχής, της αυθεντικότητας, περάσαμε αμέσως – χωρίς καμιά παιδεία μέσα μας, χωρίς να το χωνέψουμε – σε μια αμερικανιά, σε μια στάση επίδειξης, σε ένα νεοπλουτισμό, ο οποίος δεν έχει καμία βάση. Αυτό το πράγμα δε θα έφερνε κάποτε το αδιέξοδο; Λοιπόν, το έφερε».

-Η επιστροφή στις ρίζες, η στροφή στην ηπιότητα, στην ποιότητα, ο επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων, θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία διεξόδου;
«Εκεί θα πάμε, θέλοντας και μη. Εκεί είμαστε ακόμα. Το άλλο που βλέπουμε να επικρατεί, δεν το έχουμε μέσα μας ακόμα, δεν το έχουμε γονιδιακά ενσωματώσει. Στα ζόρια, θα γυρίσουμε σε αυτά που ξέρουμε, δηλαδή στις ρίζες. Σε αυτό το σημείο έχω να θέσω και το θέμα της τέχνης. Η τέχνη είναι που θα σώσει την κατάσταση. Οι τέχνες ανθίζουν σε τέτοιες περιόδους κρίσης. Στην Αργεντινή είχε πάρα πολύ μεγάλη άνθιση η τέχνη μετά την πτώχευση. Και δε μιλάμε για εμπορική τέχνη. Μιλάμε για θέατρα μέσα σε σπίτια. Για λογοτεχνία, για ζωγραφική. Στην Ελλάδα υπάρχουν καλλιτέχνες. Έχει η χώρα ανθρώπους που πάντα υποστήριζαν ότι αυτό που περνάμε είναι κρίση. Πρέπει να μας φύγει η οργή και να δουλέψουμε την τέχνη, ό,τι μπορεί ο καθένας». 

*Ο Γιάννης Μακριδάκης θα παρουσιάσει τα βιβλία του και τις πολιτιστικές δραστηριότητες στη Χίο, σήμερα, στις 7.30 μ.μ., στον πεζόδρομο της Αριστομένους, έξω από το βιβλιοπωλείο Μακρής. Για το συγγραφέα θα μιλήσει η δημοσιογράφος Σταυρούλα Μπάκα. Την εκδήλωση διοργανώνουν το βιβλιοπωλείο Μακρής, ο Πολιτιστικός Αντίλογος και οι εκδόσεις της Εστίας.

Της Γεωργίας Οικονομοπούλου

Be Sociable, Share!

One thought on “Συνέντευξη στην εφημερίδα Θάρρος (Καλαμάτα)

  1. Just desire to say your article is as amazing. The clearness in your publish is simply spectacular and that i could assume you are a professional in this subject. Fine together with your permission allow me to grasp your RSS feed to stay up to date with forthcoming post. Thanks 1,000,000 and please carry on the gratifying work.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>