Συνέντευξη περιοδικό Νησίδες (Ρόδος)

Εκ του πλησίον: Γιάννης Μακριδάκης

 «Γράφω τη γλώσσα που έχω μέσα μου»

Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χιο, σπούδασε μαθηματικά και από το 1997 που ίδρυσε το κέντρο Χιακών μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη, και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του κέντρου: επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό Πελινναίο. Έχει γράψει τα βιβλία, «Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι όλοι», «Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή, μαρτυρίες 1941-1946» (εκδόσεις Πελινναίο, 2006) και «10.516 μέρες Ιστορία της Νεολλληνικής Χίου 1912-1940», ιστορικό αφήγημα από τις ίδιες εκδόσεις (2007).

Στο χώρο του μυθιστορήματος τέλος, εμφανίζεται με το έργο «Ανάμισης ντενεκές» (2008). Ακολουθεί η νουβέλα «Η δεξιά τσέπη του ράσου» (2009), το μυθιστόρημα «Ήλιος με δόντια» (2010), η νουβέλα «Λαγού μαλλί» (2010) και προσφάτως το μυθιστόρημα «Η άλωση της Κωσταντίας» (2011), όλα από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας.

Συνήθως οι συνομιλίες που πραγματοποιούνται υπό το φως της νέας γνωριμίας προσκαλούν στις λέξεις και στα συμφραζόμενά τους, μικρές και μεγάλες συμβάσεις. Της τυπικής συνύπαρξης – φιλολογικής τε και εν γένει ανθρώπινης.

Η παρούσα απέκλινε του γνωστού κανόνα και από τις δύο μεριές του τραπεζιού. Ο ενικός αριθμός που υιοθετήθηκε άμεσα δεν ήταν μόν

ο απόρροια της ηλικιακής συγγένειας μεταξύ ημών των συνομιλητών. Πολύ δε περισσότερο,στην προσπάθεια μας να εισέλθουμε αμοιβαία σε μία ατμόσφαιρα ψευδο-οικειότητας (αυτή που τόσο θύμωνε τον Μ. Χατζιδάκι, όταν του απευθύνονταν στον ενικό οι τόσοι αυτόκλητοι «φίλοι» του).

Ως αναγνώστες του, το έργο του Μακριδάκη μάς υποσχόταν έναν δημιουργό με αισθητικές κι πολιτικές αναζητήσεις στην κόντρα των τρεχουσών μοδών της συγγραφής και της δημόσιας παρουσίας – πράξης και λόγου. Και αυτόν βρήκαμε. «Ανακαλύψτε» τον κι εσείς.

Πριν από 14 περίπου χρόνια ξεκίνησες ένα μοναχικό ταξίδι στην έρευνα και στη μελέτη του πολιτισμού της Χίου, ιδρύοντας το κέντρο Χιακών μελετών. Μπορείς να μας πεις λίγα λόγια για τα προβλήματα και τις δυσκολίες πού αντιμετώπισες στην πορεία και που βρίσκεται σήμερα αυτή η προσπάθεια.

-Θα σου απαντήσω πολύ ευχάριστα: είναι μία ερώτηση που με κάνει και στοχάζομαι και αναθυμούμαι. 1997, άνοιξη, αποφάσισα να σταματήσω αυτό που έκανα μέχρι τότε, δηλαδή τα μαθήματα Μαθηματικών και να ξεκινήσω την ενασχόληση μου με το νησί της Χίου. Ξεκίνησα με το κέντρο Χιακών μελετών, το Πελινναίο, μαζί με το περιοδικό ταυτόχρονα, παρέα με μια χούφτα συνεργάτες που όλοι το είχαν μεράκι μέσα τους από την ψυχή τους: έτσι τους άρεσε να ασχολούνται με τον τόπο.

Λίγο πολύ στην ίδια ηλικία ήσασταν;

-Τότε που ήμουν εγώ στα 27 μου οι πρώτοι συνεργάτες που είχα βρει ήταν άνθρωποι πιο μεγάλοι 45 και 50, αλλά ήταν αυτοί που είχα γνωρίσει, όταν πρωτογύρισα στη Χίο μετά από τα φοιτητικά και στρατιωτικά χρόνια. Στην πορεία, στην πρώτη τετραετία, ήρθαν κοντά μας νέα παιδιά: ανακάλυψα κι εγώ νέα παιδιά, αλλά με ανακάλυψαν και αυτοί. Ήρθαν κοντά στο περιοδικό και τώρα το περιοδικό αποτελείται από μία συντακτική ομάδα 6-7 ατόμων που είναι όλοι μικρότεροι από μένα. δηλαδή από 35 και κάτω είναι όλοι.

Ο ευρύτερος κύκλος συνεργατών περίπου πόσοι είναι;

 -Ο ευρύτερος κύκλος συνεργατών, μόνιμοι και περιστασιακοί –δεν μπορώ να τους υπολογίσω τώρα– που έχουν γράψει στα 53 τεύχη του περιοδικού που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι στιγμής, είναι γύρω στα 100 άτομα. Γιατί έχουν αρχίσει και εμφανίζονται φοιτητές με πτυχιακές εργασίες που μας ενδιαφέρουν ή κάποιες άλλες εργασίες πανεπιστημιακές, και δημοσιεύονται όλα αυτά στο περιοδικό, όσα έχουν να κάνουν με τη Χίο. Να σας πω όμως, ότι η θεματολογία του κέντρου και του περιοδικού είναι στους εξής τομείς: στην κοινωνική ανθρωπολογία κατ’ αρχήν που είναι ένας τομέας που με ενδιαφέρει προσωπικά, ιστορία, αρχιτεκτονική, σπηλαιολογία, γεωλογία, φύση, μνημεία, παράδοση, βουνά, μονοπάτια, φυτολογία, αρχαιολογικοί χώροι.

 

Όλα αυτά πριν την «μόδα της οικολογίας»;

-Αυτό έγινε το 1997. Είναι ένας οργανισμός ας πούμε, ένα κέντρο, το οποίο είχε στόχο πάντα την εύρεση, καταγραφή, μελέτη, αρχειοθέτηση και διάδοση κάθε τεκμηρίου του νησιού, δηλαδή από ιστορία μέχρι σύγχρονη ζωή. Προσπαθήσαμε μέσα από το περιοδικό το Πελινναίο, να φτιάξουμε, θα το πω κάπως, για να το καταλάβετε κι εσείς και οι αναγνώστες, αλλά δεν έχει καμία ουσιαστική σχέση, παραλληλισμό κάνουμε, ένα …National Geographic του νησιού. Παρουσιάζοντας τοπία, μνημεία, ανθρώπους, επαγγέλματα, σπίτια, και μέσα εκεί δημοσιεύονται όλες οι μελέτες που κάνει η ομάδα μας. Αλλά επειδή οι μελέτες αυτές, για να γίνουν, απαιτούν ένα υλικό ερευνητικό το οποίο δεν μπορεί να δημοσιευτεί όλο, υπάρχει και ένα πάρα πολύ μεγάλο αρχείο αδημοσίευτων πραγμάτων. Και θα σας πω χαρακτηριστικά, ότι προσωπικά εγώ εκεί μέσα έχω περίπου στα 200 cd ανθρώπινων αφηγήσεων, από τα οποία έχουν δημοσιευθεί περίπου τα 50 και όχι ολόκληρα.

Είναι ηχογραφήσεις που έχεις κάνει εσύ;

-Ηχογραφήσεις που έχω κάνει σε ανθρώπους σε χωριά, σε βουνά, σε τσοπάνηδες, σε οτιδήποτε, σε ναυτικούς, που μου λένε την ιστορία της ζωής τους, τις περιπέτειες που έχουν ζήσει, ιστορικές στιγμές στις οποίες είχαν συμμετάσχει και προσπαθούμε να συνθέσουμε την ιστορία μέσα από ψηφίδες, από την προσωπική μαρτυρία του κάθε ανθρώπου.

 

Αυτό που οι ιστορικοί ονομάζουνε «μικρή ιστορία»…

-Τώρα τελευταία η ιστοριογραφία δίνει πάρα πολύ μεγάλο βάρος στην προσωπική μαρτυρία. Τον καιρό που ξεκινήσαμε και πριν ακόμα υπήρχε μια πιο αποστειρωμένη άποψη για την ιστοριογραφία, μέσα από πηγές από μελετήματα – μια σοβαροφάνεια, πιο ακαδημαϊκού τύπου. Τώρα είναι πιο εκτιμητέα η ανθρώπινη μαρτυρία.

 

Θυμίζει λίγο και την παροιμία που υπάρχει, όταν πεθαίνει ένας γέρος είναι σαν να καίγεται μια βιβλιοθήκη. Και πραγματικά είναι αλήθεια αυτό.

-Υπήρχε και το άγχος, ότι ηχογραφείς έναν παππού και σκέφτεσαι πόσοι άλλοι θα μου πεθάνουν.

 

Νιώθεις ότι έχει σώσει πράγματα τα οποία θα χάνονταν έτσι;

-Ναι, ναι, αυτό είναι.

Από πολύπλευρος λοιπόν, μελετητής της ιστορίας και της λαογραφίας του τόπου σου πώς έγινε το πέρασμα στη λογοτεχνική γραφή;

-Έγινε πάρα πολύ γλυκά, γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι που λέμε τώρα, ότι εγώ είχα το βίτσιο να τους ηχογραφώ, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι περισσότεροι από αυτούς, είναι λογοτέχνες, απλά δεν έχουν γράψει τίποτα. Δεν είναι «συγγραφείς», δεν το ξέρουν άλλωστε, αλλά και να το ξέραν πάλι συγγραφείς δεν θα γινόντουσαν. Και όπως έτσι το λέω πάντα, γιατί το χω βγάλει συμπέρασμα από την εμπειρία μου, μας περιστοιχίζουν πάρα πολλοί λογοτέχνες. Και ο συγγραφέας είναι αυτός που θέλει να δει το λογοτέχνημα γραμμένο σε βιβλία: αυτός είναι ο συγγραφέας. Εγώ δεν είχα κανένα όνειρο να γράψω βιβλία λογοτεχνικά, ούτε το ‘χα σκεφθεί ποτέ. Απλά μέσα από όλη μου αυτή την επαφή με τους ανθρώπους είδα κάποια στιγμή, ότι διαμορφωνόντουσαν μέσα μου κάποιες ιστορίες, τις οποίες έλεγα στις παρέες μου και τους έβλεπα να γουστάρουν. Και λέω θα κάτσω να τα γράψω για να μην τα λέω σε έναν-έναν! (γέλια)

 

Δεν σε θυμάσαι 20χρονο δεινό αφηγητή μεταξύ της παρέας; Ή στην πορεία άρχισε να σμιλεύεται ο αφηγητής, όταν πια ερχόντουσαν μπροστά σου τα «ανοιχτά βιβλία» των βιωμένων ιστοριών.

-Την ικανότητα να αφηγείσαι ωραία μπορεί να την έχεις από μικρός. Κι εγώ θυμάμαι όποτε έλεγα ανέκδοτα, τα έλεγα ωραία – είναι καλό κριτήριο τα ανέκδοτα! Υπήρχαν συμμαθητές μου που δεν μπορούσαν να σου πουν ανέκδοτο και να είναι πετυχημένο. Απλά η λογοτεχνία μετά χρειάζεται και μία τριβή με τη ζωή, δηλαδή να χεις πράγματα να αφηγηθείς που δεν είναι όμως αυτά τα καθημερινά που τα ζούμε όλοι: να ‘χεις κάτι άλλο διαφορετικό να αφηγηθείς – και ο τρόπος που θα το δώσεις μετράει. Οπότε όλη αυτή η συναναστροφή μου εμένα με τους μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους μου έδωσε πολλά όπως βέβαια και η μελέτη που έκανα μετά: έκανα μια οχταετή μελέτη σε εφημερίδες της Χίου, από το 1912 έως το 1940. Είναι καθημερινές εφημερίδες που βγαίνανε περίπου στα 11.500-12.000 φύλλα.

 

Αυτό ήταν στη βιβλιοθήκη Κοραή;

-Στη βιβλιοθήκη Κοραή. Και πήγαινα εγώ κάθε πρωί εκεί επί χρόνια, και όχι μελετούσα μόνο και διάβαζα, αντέγραφα τις ειδήσεις όλες, έχω ψηφιοποιήσει προσωπικά εγώ 11.500 φύλλα εφημερίδων για δικό μου βίτσιο, όχι ότι κάποιος μου το πε ή κάποιος με πλήρωνε. Και έγραφα όλες τις ειδήσεις, όλο το πρωί και ήτανε πάρα πολλές σελίδες, χιλιάδες ίσως σελίδες, οι οποίες αυτές μετά κατηγοριοποιήθηκαν σε 40 κατηγορίες ενδιαφέροντος και βγήκε ένα ιστορικό αφήγημα για την πρώτη περίοδο της Νεοελληνικής Χίου: 1912 με 1940. Αυτό το κομμάτι λοιπόν και όσα είχα αποκομίσει μέσα από τον τύπο της εποχής για τις καθημερινές καταστάσεις συν τις αφηγήσεις των ανθρώπων που είχα ακούσει, με έσπρωξαν προς τη λογοτεχνία.

 

Και πριν από αυτό έβγαλες τα βιβλία όμως, έτσι;

-Ακόμα δεν είχα σκεφτεί, ότι θα μπορώ να γράψω λογοτεχνία. Ότι θέλω να γράψω.

 

Οπότε τα πρώτα βιβλία είναι μαρτυρίες, καταγραφή μαρτυριών και μετά έγινε το πέρασμα σιγά σιγά στη λογοτεχνία. Να σε ρωτήσουμε τώρα με την ευκαιρία, επειδή και οι δύο είμαστε δάσκαλοι και μας απασχολεί το ζήτημα, εσύ σαν παιδί διάβαζες λογοτεχνία;

-Όχι. Δεν διάβαζα, γιατί μεγάλωσα σε ένα νησί, όπως κι εσείς, δεν είχα κανέναν λόγο να διαβάζω! Είχα χιλιάδες άλλους λόγους να κάνω το οτιδήποτε άλλο.

Ζούσες τη λογοτεχνία ως …λογοτεχνικός ήρωας…

-Αυτό καταλαβαίνω τώρα: ότι ζούσα τη λογοτεχνία. Γιατί και σαν μαθητής τα καλοκαίρια δούλευα σε ένα εργοστάσιο… στη γειτονιά μου εκεί, και τώρα το αναλογίζομαι αυτό, και λέω, ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι της εποχής οι μεροκαματιάρηδες που γνώρισα τότε, ακόμα μένουν μες στην ψυχή μου: τα λόγια τους, οι μορφές τους, αυτό είναι η λογοτεχνία της ζωής. Πάντως από βιβλία όχι, δεν είχα επαφή με τα βιβλία.

Το σχολείο σε έφερε πιο κοντά στη λογοτεχνία ή σε έδιωξε;

- Όχι. Ούτε με έφερε πιο κοντά, ούτε με έδιωξε. Δεν μου μαθε τίποτα!

 

Το «τίποτα» βγαίνει και εκτός λογοτεχνίας;

-Για τη λογοτεχνία μιλάω, δεν με έμαθε καθόλου τι είναι λογοτεχνία, καμία μύηση.

 

Μετά σαν φοιτητής;

-Σαν φοιτητής με είχε τραβήξει πιο πολύ το ιστορικό κομμάτι. Διάβαζα πιο πολύ ιστορικά βιβλία.

 

Η ανθρωπολογία ήρθε αργότερα;

-Η ανθρωπολογία πρέπει να ήταν κάπου πολύ βαθιά μέσα μου, αλλά δεν το ήξερα απλά το ανακάλυψα κι εγώ μετά από τις πρώτες βόλτες που έκανα επιστρέφοντας μετά από φοιτητής στο νησί. Βλέποντας κάποιους ανθρώπους, μιλώντας μαζί τους ανακάλυψα, ότι μ’ αρέσει να το κάνω και δεν ήξερα να το ορίσω κιόλας.

Μετά από κάποια χρόνια δημιουργήθηκε το Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και το όρισα κι εγώ μέσα μου, τί είναι αυτό που κάνω. Δεν ήξερα τον ορισμό του.

Το οποίο παλιότερα το έλεγαν λαογραφική έρευνα, έχει αλλάξει πολλές ονομασίες εθνογραφία κ.λ.π. Ποια βιβλία και ποιοί συγγραφείς ή ιστοριογράφοι σε έχουν επηρεάσει στον τρόπο που σκέφτεσαι, που ζεις και που γράφεις. Υπήρχαν κάποια βιβλία «πόρτες» με τα οποία ανακαλύπτεις το δρόμο σου, που έπαιξαν έναν τόσο καταλυτικό ρόλο;

-Να ανακαλύψω το δρόμο μου, όχι. Είχα μια κατασταλαγμένη άποψη για τα πράγματα που νομίζω, ότι ήρθε πιο πολύ με την επαφή μου με τους ανθρώπους και την πολιτική στάση ανθρώπων που εκτιμώ. Από εκεί είναι η βασική επιρροή. Υπήρξαν όμως βιβλία που με βοήθησαν με την τεχνική τους να αποδώσω πιο εύκολα αυτό που θέλω να πω. Και ένας άνθρωπος τον οποίο εκτιμώ αφάνταστα, έχει πεθάνει πια, αλλά εκτιμώ το έργο του και με βοήθησε πάρα πολύ, είναι ο Ραφαηλίδης. Αυτά τα βιβλία του Ραφαηλίδη και κυρίως «Η ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους» (Σημ:Eκδόσεις Εικοστός Πρώτος, 1993) μου άνοιξαν μία πόρτα, γιατί είχα κάνει όλη αυτή τη έρευνα με τα 11.500 φύλλα., είχα μαζέψει τις πληροφορίες, είχα κάνει τις κατηγορίες, είχα ένα υλικό χιλιάδων εκατομμυρίων πληροφοριών στο κεφάλι μου και δεν ήξερα πώς να το δώσω για να είναι και εύχρηστο και πέφτω πάνω στο βιβλίο του Ραφαηλίδη και το διαβάζω και μου άνοιξε την πόρτα, πραγματικά, με αποτέλεσμα να κάνω ένα ιστορικό αφήγημα στα χνάρια του Ραφαηλίδη.

Κρατώντας ενδεχομένως και το γλαφυρό του ύφος και τη διάθεση του να μην υπογράφει με μια ακαδημαϊκού τύπου επιστημοσύνη ούτε να υποσημειώνει: η σκέψη του να είναι μέσα στη ροή της πληροφορίας. Αυτό σου άρεσε;

-Αυτό, γιατί ήταν κι εμένα μέσα μου και είδα να το κάνει και κάποιος άλλος και λέω ορίστε…

 

Πάνω σ’ αυτό το θέμα: επειδή ακ

ριβώς απ’ ότι μας λες έτσι ουσιαστικά δίνεις μια άλλη εκδοχή της ιστορίας που ίσως και να μην υπήρχε, του τόπου σου, ενόχλησε, συνάντησες κάποιες αντιδράσεις;

-Όχι. Πέραν μηδαμινών αντιδράσεων από κάποιους ανθρώπους, λόγω κομπλεξισμού ας πούμε, που συνήθως τέτοιου είδους άνθρωποι είναι αυτοί που έχουν και κάποιους τίτλους… ότι «τι γράφει τώρα αυτός δεν είναι ειδικός…»

 

Θίγεται η αυθεντία τους, η εξουσία τους…

-Πέραν τέτοιων περιπτώσεων …που δεν αξίζει καν να αναφέρονται!

 

Τα βιβλία τα έχει αγκαλιάσει ο κόσμος της Χίου; Έχουν διαβαστεί;

-Το βιβλίο «Οι συρματένιοι, οι μαρτυρίες», έχει εξαντληθεί η πρώτη έκδοση και τώρα επανεκδίδονται από την Εστία. Το Μάιο θα ξαναβγεί από την Εστία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιάννη, να πούμε ξανά ότι είναι μαρτυρίες προσφύγων.

-Μαρτυρίες προσφύγων. Τώρα επειδή μάλλον οι αναγνώστες σας δεν θα ξέρουν την περίπτωση, μπορώ να πω δυο λογάκια. Το ‘41 που κατέλαβαν οι Γερμανοι το νησί της Χίου και γενικά όλη την Ελλάδα, η πείνα, η ανέχεια, αλλά και οι φήμες, ότι οι Γερμανοί θα στείλουν τους άντρες στο ανατολικό μέτωπο, τους Έλληνες άντρες, έκαναν τον κόσμο να φοβηθεί πάρα πολύ, αλλά και λόγω της πείνας, να εγκαταλείψει το νησί κατά χιλιάδες. Φεύγαν τα βράδια με βάρκες και πηγαίναν στην Τουρκία, επειδή η Τουρκία ήταν ουδέτερη ζώνη. Και παρανόμως λοιπόν, γεμίζαν τις βάρκες και με το κουπί φεύγαν στην Τουρκία. Στην Τουρκία υπήρχε κλιμάκιο των Άγγλων με κάποιους Έλληνες εκεί, παρελάμβαναν τον προσφυγικό πληθυσμό τον έστελνα στην Κύπρο ή Μέση Ανατολή, οι γυναίκες και τα παιδιά πηγαίναν σε προσφυγικούς καταυλισμούς και οι άντρες πηγαίναν στο στρατό. Έγιναν οι κατοπινές μάχες, έπεσε ο Άξονας και μετά έγιναν τα κινήματα τα σύρματα, εννοώ του ελληνικού στρατού τα κινήματα: καθότι έκλεισαν οι Άγγλοι τους στρατιώτες στα ονομαστά σύρματα. Και όταν τελειώσαν όλα αυτά το ’46, όλοι αυτοί οι άνθρωποι επέστρεψαν στην πατρίδα. Από αυτούς τους ανθρώπους, 50 χρόνια μετά, εγώ βρήκα κάποιους, δηλαδή καμιά πενηνταριά, οι οποίοι θέλησαν να μου πουν τις μαρτυρίες τους, τις αναμνήσεις τους. Και το βιβλίο έχει μέσα 30 αφηγήσεις ανθρώπων που έχουν ζήσει όλες τις καταστάσεις. Π.χ χθές ήμουνα σ’ ένα χωριό εδώ στη Ρόδο, είχαμε πάει μια εκδρομή, είδαμε απέναντι τη Νίσυρο. Κάποιος άνθρωπος ήταν από τη Νίσυρο και μου είπε, ότι εκεί υπάρχει ο Χατζηευαγγέλου, νομίζω, ένας ανθυπολοχαγός ο οποίος σκοτώθηκε την τελευταία μέρα που έφευγαν οι Γερμανοί από το νησί. Το βιβλίο το δικό μου Οι Συρματένιοι, έχει μαρτυρία αυτού του στρατιώτη που ήταν δίπλα στον ανθυπολοχαγό που σκοτώθηκε στη Νίσυρο. Και χαρακτηριστικά σας το λέω αυτό και ανατριχιάζω, αυτός ο άνθρωπος ήταν στον Ιερό Λόχο μαζί. Πήγαν να καταλάβουν το νησί, οι Γερμανοί μπήκαν στο καφενείο του χωριού και όπως πολιορκούσαν οι δικοί μας το καφενείο απέξω, μια σφαίρα βρήκε τον Χατζηευαγγέλου, αν λέω σωστά το όνομα, δεν θυμάμαι ακριβώς, και δίπλα ο άνθρωπος που μου δώσε εμένα τη μαρτυρία έβγαλε τη χειροβομβίδα και την πέταξε μέσα στο καφενείο και έγινε το τελικό μακελειό και έτσι η Νίσυρος, ας πούμε, απελευθερώθηκε. Και έφτασα χθες να συζητάω με έναν άνθρωπο αυτό το πράγμα και ένιωσα πάρα πολύ περήφανος για το βιβλίο αυτό. Ότι έχω βρει το συνοδοιπόρο του ήρωα της Νισύρου.

 

Και είναι και τραγικά επίκαιρο αυτό αν σκεφτεί κανείς καθημερινά πόσοι μετανάστες έρχονται και κάνουν την αντίστροφη πια διαδρομή: οι αιτίες είναι πολλές μπορεί να είναι ο πόλεμος, μπορεί να είναι μια δικτατορία μπορεί να είναι οικονομική ανέχεια, αλλά καθημερινά στα παράλια μας παίρνουν το αντίστροφο δρομολόγιο και η μοίρα είναι πάντα η ίδια.

-Αυτό που λες Δημήτρη το γράφω στον Επίλογο του βιβλίου. Δεν το έχεις διαβάσεις, αλλά παρόλα αυτά έχουμε την ίδια σκέψη: Το ‘14 ερχόντουσαν οι πρόσφυγες από απέναντι, το ‘18 πήγαν απέναντι, το ‘22 ξανάρθαν, το ‘41 ξαναπήγαν και τώρα ξανάρχονται. Είναι αυτό το Αιγαίο σαν γέφυρα. Η θάλασσα των στεναγμών, του πόνου.

 

Θα ήθελα να ρωτήσω κάτι ακόμα: μίλησες πριν για μια ενεργή πολιτική στάση που σε εμπνέει (ανέφερες τον Ραφαηλίδη) και ακριβώς ήθελα να σε ρωτήσω, από την αρθρογραφία σου αλλά και απο τον χαρακτήρα των βιβλίων σου φαίνεται μια έντονα πολιτικοποιημένη τοποθέτηση στα πράγματα του τόπου σου και το διαχωρίζω από την έννοια της κομματικοποίησης. Είναι το υγιές κομμάτι που θα πρεπε όλοι να έχουμε ως πολίτες ενός τόπου. Πως βλέπεις τη σχέση της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα με την πολιτική και κατά δεύτερον, πιστεύεις, ότι ένας συγγραφέας πρέπει εκ των πραγμάτων να εναντιώνεται στις διάφορες μορφές εξουσίας;

-Ορίζω τη ζωή ως πολιτική στάση. Δηλαδή δεν θεωρώ, ότι υπάρχει ζωή δίχως αυτό. Κάθε μας κίνηση, κάθε μας ενέργεια είναι μία πολιτική στάση και βασικά πρέπει να είμαστε σαφής σ’ αυτό που πρεσβεύουμε και αυτό που δείχνουμε να το υποστηρίζουμε, να μπορούμε να το υποστηρίξουμε. Οι σχέσεις τώρα της λογοτεχνίας με την πολιτική… Αν κάθε κίνηση είναι πολιτική στάση, φαντάσου η τέχνη, φαντάσου αυτά που μένουν τα γραπτά τι είναι…

 

Η οποία τέχνη ενέχει και το στοιχείο της γοητείας και της ιδεολογίας…

-Για μένα η μεγαλύτερη επιτυχία ενός ανθρώπου και πολύ περισσότερο ενός ανθρώπου που ασχολείται με την τέχνη, η μόνη επιτυχία, είναι να μπορεί να εμπνέει τους νεότερους, τίποτα άλλο. Να τους εμπνέει, σημαίνει, να τους κατευθύνει σε ένα στόχο που είναι πολιτικά ορθός.

 

Άρα, Γιάννη, για σένα είναι σημαντικό να υπάρχει συνέπεια ανάμεσα στο λόγο σου και στις πράξεις.

-Το μόνο σημαντικό.

 

Υπάρχουν περιπτώσεις που δεν υπάρχει αυτό το πράγμα στη λογοτεχνία;

-Παντού υπάρχουν περιπτώσεις, αλλά δεν μας αφορούν.

 

Ποια είναι η σχέση σου με το διαδίκτυο; Που είναι μια νέα πολιτεία, η πολιτεία της γενιάς μας. Απ’ όσο γνωρίζουμε διατηρείς ένα ιστολόγιο με τον τίτλο, ωραίο τίτλο, χαρακτηριστικό, «7 μποφόρ». Παίζει ρόλο κατά τη γνώμη σου το μέσο με το οποίο δημιουργείς ένα κείμενο; Επηρεάζει το διαδίκτυο τον τρόπο που επικοινωνούμε με τους αναγνώστες μας;

- Ναι βέβαια. Το blog είναι σε πολύ πειραματικό στάδιο. Το άνοιξα πριν πολύ λίγο καιρό και το τελευταίο ένα μήνα δεν έχω γράψει και τίποτα μέσα. Ήταν μια ιδέα της στιγμής και ο τίτλος ήταν της στιγμής, «7 μποφόρ», μ’ άρεσε και τον άφησα – φυσούσε εκείνο το βράδυ (γέλια). «Λίγο πριν από τον απαγορευτικό απόπλου λόγων» λέει ο υπότιτλος. Να σου πω πάντα επηρεάζει το μέσο την γραφή μας. Εγώ δεν μπορώ να γράψω χωρίς υπολογιστή πλέον. Έχω μεταλλαχθεί πλήρως.

 

Το αντίθετο συμβαίνει; Μπορείς να γράψεις κατευθείαν στο χειρόγραφο;

-Δεν μπορώ χωρίς οθόνη να γράψω τίποτα. Να δω μία όμορφη κοπέλα σ’ ένα μπαρ και να πρέπει της γράψω…για να μπει το μυαλό σε λειτουργία πρέπει να έχω οθόνη μπροστά μου, αλλά η μόνη οθόνη που κοιτάω πλέον είναι ο υπολογιστής, ούτε τηλεόραση, ούτε τίποτα.

 

 

Τηλεόραση δεν βλέπεις καθόλου;

-Ούτε συσκευή δεν έχω. Άρα επηρεάζει το μέσο. Και όσον αφορά το διαδίκτυο νομίζω, ότι είναι μια παγίδα, για τους ανθρώπους της ηλικίας μας και τους νεώτερους ακόμα. Η τεχνολογία έχει μπει στη ζωή μας αλματωδώς και δεν έχουμε προλάβει να το εμπεδώσουμε, δεν έχουμε πάρει την παιδεία της ακόμα, γι’ αυτό και σκοτωνόμαστε με τ’ αυτοκίνητα στους δρόμους, από τα γαϊδούρια πήγαμε στα ταχύπλοα και σκοτωνόμαστε. Από το χαρτί πήγαμε στο διαδίκτυο και εκτιθέμεθα. Βλέπεις τι γίνεται με το facebook τώρα; Το ίδιο είναι, άνθρωποι εκτίθενται καθημερινά, και όχι μόνο μέσω του facebookαλλά και μέσω email, μέσω site (της κοινωνικής δικτύωσης) γιατί δεν έχουν αντιληφθεί ακόμα την κουλτούρα του διαδικτύου, είναι μόνοι τους στον υπολογιστή στο υπνοδωμάτιο τους, σκέφτονται, «δεν με βλέπει κανείς», αλλά σε βλέπει τόσος κόσμος…

 

Καλύπτεσαι, υποτίθεται, από μία ανωνυμία. Δεν σε ενοχλεί και το άλλο: ότι υπάρχει αυτή η απόσταση, δηλαδή πολύ συχνά, μπορεί ο ένας να είναι στη μια μεριά και ο άλλος στην άλλη, να ‘ναι πολύ κοντά δυο φίλοι και να επικοινωνούν μέσω διαδικτύου και να μην βγαίνουν να πιουν μια μπύρα να τα πούνε.

-Να σου πω ένα πολύ ωραίο περιστατικό. Είμαι σε ένα χωριό της βόρειας Χίου από τα εγκαταλελειμμένα χωριά. Έχει 20 κατοίκους όλους κι όλους. Όνομα, Σπαρτούντα. Επειδή είναι κάποιοι τσοπάνηδες εκεί που διατηρούν κατσίκια και τέτοια, έχουν τα παιδιά τους. Έχει παιδιά ακόμα το χωριό, παρόλο που δεν έχει σχολείο πάνε στα Καρδάμυλα, αλλά έχει παιδιά. Είναι λοιπόν Δεκέμβριος μήνας, λιακάδα καλοκαιρινή, φωτογραφίζω το χωριό, ψάχνω και κανέναν παππού να μιλήσω, να πω καμιά κουβέντα και ακούω από ένα παράθυρο ανοιχτό. «Μαρία…» (ένα κορίτσι φώναζε), βγαίνει λοιπόν η Μαρία από το άλλο παράθυρο και της λέει «έλα τι θές;». Και λέει η άλλη: «Δεν έχω μονάδες να σου απαντήσω…!». (γέλια) Αυτό είναι η πραγματικότητα, ότι δεν έχουμε παιδεία στην τεχνολογία. Και ισχύει σε όλα.

 

Ίσως και η ανάγκη να νιώσουν αυτά τα παιδιά που ζουν κάπως απομονωμένα, ότι συμμετέχουν σ’ αυτό το θαύμα της τεχνολογίας.

-Και αφορά ειδικότερα αυτά τα παιδιά.

 

-Για τους γονείς μας δεν είναι η γλώσσα τους ούτε η έδρα τους. Αλήθεια, μια και έβαλες με αυτό το επεισόδιο, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γραφής σου είναι ο λεξιλογικός πλούτος και η χρήση(;) της ντοπιολαλιάς. Αν και δεν συμφωνούν σ’ αυτό κάποιοι κριτικοί. Διάβαζα προχθές μια κριτική της Ελευθεροτυπίας που σε επαινούσε, γιατί δεν χρησιμοποιείς ιδιαίτερα την ντοπιολαλιά.

- Όχι, δεν τη χρησιμοποιώ ιδιαίτερα.

 

- Όμως υπάρχουν ιδιόλεκτοι, υπάρχει η γλώσσα των ναυτικών, των βοσκών, ο Δημήτρης έχει την αίσθηση, ότι στον «Ανάμιση ντενεκέ» βρίσκονται κάποιες κοινές αναφορές με τη «Βάρδια» του Καββαδία. Θέλεις να μας πεις δυο λόγια για την εμπειρία σου αυτή και αν συμφωνείς με αυτόν τον παραλληλισμό;

-Να σου πω, πως υπάρχουν συγγραφείς στην Ελλάδα που ξεκίνησαν και συνεχίζουν, λίγοι, πολύ λίγοι, και γράφουν βιβλία μόνο για το τοπικό αναγνωστικό κοινό. Άλλοι δεν τα καταλαβαίνουν. Γράφουν τόσο πολύ τοπική λαλιά που είναι δύσκολο για άλλους να το καταλάβουν. Εγώ γράφω τη γλώσσα που έχω μέσα μου, εμπλουτισμένη με ορολογίες και λέξεις που ταιριάζουν στην κάθε περίπτωση. Στον τσοπάνη, επειδή ξέρω, έχω συναναστραφεί με τσοπάνηδες, με ναυτικούς, με ψαραδες, ξέρω τις λέξεις που χρησιμοποιούν και αν η ιστορία μου απαιτεί κάποιον τέτοιο ήρωα, έτσι θα μιλάει. Δεν θέλω να φτιάξω μια ιστορία για έναν ψαρά που να μιλάει, όπως μιλάν στα Εξάρχεια. Θα είναι λίγο γλυκανάλατο. Θα είναι λίγο ξενέρωτο τελείως. Οπότε υπάρχει ισορροπία μέσα στο βιβλίο. Θεωρώ, ότι τα βιβλία δεν χρειάζονται το γλωσσάρι. Εσύ Δημήτρη που διάβασες τον «ντενεκέ» χρειάστηκες ας πούμε γλωσσάρι;

 

Εγώ δεν χρειάστηκα γλωσσάρι και τον χάρηκα αυτόν τον πλούτο. Η αλήθεια είναι ότι συνάντησα κάποιες λέξεις που δεν τις ήξερα, αλλά ήταν μετρημένες και επίσης συνάντησα λέξεις που συγκινήθηκα, γιατί τις άκουγα από τη γιαγιά μου, τη λέξη «πεσκίρι» ας πούμε. Υπάρχουν πολλές λέξεις κοινές προφανώς στις διαλέκτους…

-Εγώ πάλι τις υπογραμμίζω, γιατί ακριβώς η γλώσσα απαρτίζεται από … «βότσαλα» από πολλές παραλίες. Και υπήρχαν κάποια «βότσαλα» σπάνια που τα πιάνεις και λες ότι «αυτό είναι το βότσαλο της συγκεκριμένης παραλίας!». Εμένα αυτή την αίσθηση μου έδωσε. Δεν σου κρύβω επίσης, ότι όταν έδωσα το προσκλητήριο της σημερινής παρουσίασης των βιβλίων σου στο σχολείο δέχτηκα το ερώτημα «γιατί ανάμισης;» «τι σχέση έχει;». Κάποιοι δυσκολευόντουσαν να κάνουν την αναγωγή.

-Ροδίτες;

 

Όχι, μεικτός πληθυσμός. Αλήθεια, τι σου λένε γι’ αυτό, είναι και ο τίτλος, είναι χαρακτηριστικό;

- Δεν καταλαβαίνει κανείς τι θέλω να πω στην Αθήνα. Τόσο πολύ. Γραμμένο το βλέπουν, και λένε «ανάμισης τενεκές»… «αναμνήσεις ντενεκέ» – δεν καταλαβαίνουν!

 

Μας έχει καταστρέψει η τηλεόραση Γιάννη…

-Είναι και το που βαδίζει η σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία. Εκεί βαδίζει σε μία στυφή, φτωχή γλώσσα που θα περιγράφει κάποιες αστικές ιστορίες, και αυτά αρέσουν και αυτά κριτικάρονται.

 

Προλαβαίνεις να διαβάσεις ελληνική πεζογραφία που γράφεται τώρα;

-Προλαβαίνω, γιατί έχω απορρίψει πολλούς και προλαβαίνω…

 

Παλιότερα κλασικά βιβλία διαβάζεις;

-Διαβάζω Γερμανική λογοτεχνία, αλλά δεν διαβάζω και πάρα πολύ, γιατί φεύγει το μυαλό μου, πάει σε κάποια ιστορία που θέλω να γράψω. Πάντως υπάρχουν βιβλία που όταν τα διαβάζω νιώθω μία γλύκα. Κι εγώ θέλω να γράψω κάπως, τώρα είμαι έτοιμος…

 

Λες ότι μπορεί να σε επηρεάσουν και δεν το θέλεις αυτό;

-Όχι. Απλά αφαιρείται το μυαλό μου, όταν είμαι σε φάση δημιουργίας και δεν μπορώ να διαβάσω τίποτα.

 

Πάμε λίγο στη λεγόμενη «κουζίνα του συγγραφέα», αν και σαν ορολογία είναι πολύ τεχνοκρατική, δεν πειράζει, το βάζουμε με συμβατικό τρόπο: Γράφεις με διαλείμματα, απομονώνεσαι ή είσαι μέσα στην κοινωνία και γράφεις ταυτόχρονα;

-Να σου πω, όταν δεν έχω ιδέα δεν κάνω τίποτα, ζω! Όταν έρθει η ιδέα, μετά από μια έρευνα που έχω κάνει, είτε από ένα περιστατικό, είτε από κάτι που έχει διαμορφωθεί, μια ιδέα μέσα μου, έστω κι αν δεν είναι τελειωμένη, αλλά ξέρω πως ν’ αρχίσω, πλακώνομαι και γράφω και γράφω από τις 7 το πρωί μέχρι τις 8 το βράδυ, με κάποια διαλείμματα για κανένα καφέ και δεν σηκώνομαι αν δεν τελειώσω το βιβλίο. Μπορεί να κάνει τρεις μήνες, τέσσερις μήνες, δύο μήνες, αλλά εκεί, κάθε μέρα 12 ώρες.

 

Γράφτηκε και ο «Τενεκές» έτσι;

-Και ο «Τενεκές» έτσι γράφτηκε, και το «Ράσο» έτσι γράφτηκε και «Ο ήλιος με δόντια» έτσι γράφτηκε.

 

Ο «Τενεκές» σε πόσο χρόνο;.

-Για τον «Τενεκέ» είχε προηγηθεί μια πολύ μεγάλη έρευνα.

 

Φαίνεται ότι βασίζεται σε μεγάλη έρευνα. Οπότε σου βγήκε σαν ποτάμι, έτσι κύλησε; Σε χρονικό διάστημα περίπου;

-Ο «Τενεκές», επειδή είναι μεγάλο βιβλίο, μπορεί να έκανα και έξι μήνες περίπου για τη συγγραφή του. Αλλά δεν είναι θέμα το πόσο κάνεις να γράψεις, αυτό δεν δείχνει τίποτα. Το βιβλίο είναι διαμορφωμένο μέσα μας και μετά πια είναι η τυπική διαδικασία να γράψεις. Εγώ έτσι νιώθω σε όλα τα βιβλία.

 

Για κάποιους είναι οδυνηρό δεν είναι εύκολο…

-Οδυνηρό, πάρα πολύ, ένιωσα τον «Ήλιο με δόντια». Το τελευταίο βιβλίο. Πέρσι που το ‘γραφα για δυόμιση-τρεις μήνες, δεν μπορούσα να κοιμηθώ τα βράδια από δύσπνοια. Και μάλιστα κάποιοι φίλοι μου έλεγαν κόψτο. Αν είναι να πεθάνεις, κόψτο!

 

Από την έγνοια σου να βγει το βιβλίο ή επειδή ταυτιζόσουνα με τους ήρωες και τα γεγονότα, είχες μπει στην ιστορία;

-Έφτιαχνα έναν ήρωα, ο οποίος ήταν πολύ ιδιαίτερη περίπτωση και ένιωθα ότι, όσο το προχωρούσα το βιβλίο, ότι γράφω κάτι που μ’ αρέσει και επειδή δεν ήξερα που πάει, είχα άγχος, να δώ θα πάει κάπου; Μήπως δεν πάει πουθενά στο τέλος και όλο αυτό το πράγμα που έχω γράψει και μ’ αρέσει μείνει ξεκρέμαστο και δεν γίνει τίποτα; Κάθε βράδυ έκανα μια βόλτα στο λιμάνι και σκεφτόμουνα με ποια φράση θα ξεκινήσω την άλλη μέρα. Αν βρεις την πρώτη φράση πάει μετά, κυλάει. Και ήμουν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αλλού. Δηλαδή δεν επικοινωνούσα και με τους φίλους και έξω.

 

Απομονώνεσαι δηλαδή γενικότερα;

-Τελείως, και μπορεί να πιεις ένα ποτό με την παρέα σου και να μην επικοινωνείς. Αυτό το έχω νιώσει πάρα πολύ έντονα.

 

Η σχέση σου με τους ήρωες των μυθιστορημάτων; Έχεις δημιουργήσει 2 χαρακτήρες με έντονα χαρακτηριστικά που δεν περνούν απαρατήρητοι, ο ένας είναι ο Γιούρης ο Πέτικας και ο Βικέτζιος από τη «Δεξιά τσέπη του ράσου»…

-Και πού να δεις τον Κωνσταντή! Είναι αγαπημένοι μου άνθρωποι. Διότι εμένα με συναρπάζουν πάντα στη ζωή οι άνθρωποι που έχουν πάρει λοξή πορεία στο βίο τους. Αυτοί που δεν ακολουθούν τις πεπατημένες. Και διάφορες τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων με εμπνέουν. Και οι τρεις ήρωες που έχω πλάσει μέχρι στιγμής είναι άνθρωποι μοναχικοί με ένα διαφορετικό βίο, όχι αυτό που κάνει κάθε απλός άνθρωπος και τους σέβομαι .

 

Όχι λοιπόν, στους …κομφορμιστές! Νιώθεις, ότι τους κουβαλάς μέσα σου;

-Νομίζω, ναι.

 

-Κι αφού τελειώσει το βιβλίο;

-Είναι κομμάτια του χαρακτήρα μου. Καθένας περιέχει ένα κομμάτι μου…

 

Να σε ρωτήσουμε, αυτές τις λίγες μέρες που είσαι εδώ πέρα έχεις κάνει κάποιες βόλτες στο νησί. Θέλουμε να μας πει ποια εικόνα έχεις σχηματίσει από τη Ρόδο και αν βλέπεις κάποια κοινά σημεία ή κάποιες διαφορές από τη Χίο και τη ζωή των ανθρώπων εκεί πέρα

-Στη Ρόδο εγώ δεν έχω ξανάρθει. Πρώτη φορά έρχομαι. Πολλά χρόνια λέω να πάω, να πάω να πάω, αλλά επειδή κάποτε είχα ένα λόγο που νόμιζα, ότι αφού υπάρχει αυτό θα πάω σίγουρα, έλεγα άστο, θα πάω σίγουρα, άστο, ήρθα λοιπόν πρώτη φορά τώρα. Έπαθα πλάκα με την Παλιά Πόλη βέβαια. Είναι εξαιρετική. Επίσης στη Χίο δεν ξέρω αν έχετε έρθει, αλλά να ‘ρθείτε…

 

Προσωπικώς έχω έρθει τέσσερις φορές ως ναύτης του πολεμικού ναυτικού, αλλά δεν είχα βγει ποτέ έξω. Έχω δει τα λιμάνια της Χίου και μάλιστα τα λιμάνια ανεφοδιασμού. Πώς σου φαίνεται λοιπόν, η Ρόδος;

-Έξω από τα τείχη η Ρόδος μου δημιουργεί μια θλίψη. Έχει και το ελαφρυντικό, ότι έχει πάρα πολλά δέντρα και ωραία πάρκα και αυτό το ελαφρύνει. Αν μου έλεγες, κι αν κάποια στιγμή στη ζωή μου αποφασίσω, δεν ξέρω τι γίνεται, να έρθω στη Ρόδο, θα έμενα μέσα στα τείχη και δεν θα έβγαινα. Θα ‘βγαινα μόνο για να πηγαίνω εκδρομές έξω στην ύπαιθρο.

 

Τα χωριά της Ρόδου είναι πολύ ωραία.

-Η ύπαιθρος Ρόδου ναι, τα βουνά, η φύση ας πούμε, εκεί. Απλά είναι εξαιρετική η Παλιά Πόλη. Έχω εντυπωσιαστεί. Παρόλο που κατάγομαι από τη Χίο που έχει μέσαιωνικά χωριά. Τα Μεστά, ας πούμε, είναι μια μικρογραφία της Παλιάς Πόλης της Ρόδου: μια άλλη κλίμακα τίποτα άλλο, οι καμάρες, η πέτρα, οι πύργοι είναι τα ίδια. Αλλά είναι σε μικρότερη κλίμακα, δεν έχει -ας πούμε- παλάτια, δεν έχει ιππότες και τέτοια. Ωραίο νησί, ωραία η πόλη. Έχω ένα πρόβλημα γενικότερο με την τουριστική ανάπτυξη. Με τις παραλίες τις καταπατημένες, με το ότι ξεπουλιόμαστε για το βραχυπρόθεσμο κέρδος.

 

Ό,τι αλλοιώνει το χαρακτήρα;

-Ό,τι αλλοιώνει το χαρακτήρα του τόπου και το δικό μας. Αυτό είναι ένα θέμα το οποίο με στεναχωρεί και δεν μπορώ να μην το παρατηρήσω ότι το νιώθω στη Ρόδο.

 

Πάντως στη Χίο εναντιώνεσαι σε κάποιες φιέστες…

-Εναντιώνομαι, γιατί δεν το δέχομαι.

 

-Μου έκανε εντύπωση μια φράση σου από τα κείμενα σου στον Χιώτικο τύπο, ότι όταν παρεμβαίνεις, νιώθεις «σαν να πυροβολείς στον αέρα». Έχεις συχνά αυτό το αίσθημα. Είναι σαν μία κόντρα; Αλλά, αν δεν τα πεις, θα σκάσεις;

-Γι’ αυτό τα λέω μόνο πια. Ξέρω, ότι και να τα πω και να μην τα πω…

 

-Σημαντικό πάντως που συνδυάζεις τη μοναξιά του συγγραφέα, αλλά και τη συντροφικότητα της μεγάλη ομάδας που έχετε φτιάξει στο κέντρο.

-Ναι και έχει ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων εκεί που καταλαβαίνουν!

 

 

1η δημοσίευση:

“ΝΗΣΙΔΕΣ”, 6ο τεύχος

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>