Συνέντευξη στην citypress

Ο Γιάννης Μακριδάκης είναι ένα περίεργο είδος λογοτέχνη. Ενώ ανήκει στη σύγχρονη γενιά, όταν διαβάζεις τα κείμενά του, έχεις έντονη την αίσθηση ότι έρχεται από το βάθος της ιστορίας. Μετά τον «Ανάμιση Ντενεκέ» και τη «Δεξιά τσέπη του ράσου», ο «Ήλιος με δόντια» ανατέλλει πάλι στη Χίο, από τις εκδόσεις της Εστίας. Η «C.P.» σε μια επίσκεψή του στην Αθήνα τον συνάντησε.

Ας μιλήσουμε για το τελευταίο σου βιβλίο, που έχει τον τίτλο «Ήλιος με δόντια». Βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός.

Βασίζεται σε μια ιστορία αγάπης με φόντο το σουηδικό πλοίο «Wiril», που έφερε την περίοδο της κατοχής τρόφιμα και άλλα είδη, ναυλωμένο από τον Ερυθρό Σταυρό, και βυθίστηκε από το βομβαρδισμό συμμαχικών αεροσκαφών. Με φόντο αυτό το γεγονός αναδεικνύεται η αντιμετώπιση δύο ομοφυλόφιλων στη Χίο της δεκαετίας του ’40.

Πώς ξεκίνησε η εμπλοκή σου με τη γραφή;

Ξεκίνησε μόνη της. Ασχολιόμουν πάρα πολύ με τους ανθρώπους και τον τόπο. Μου άρεσε πολύ να ακούω ιστορίες, πολλές από τις οποίες έβρισκα εξαιρετικές και άγγιζαν την ψυχή μου. Έτσι ξεκίνησα το περιοδικό, τις ιστορικές μελέτες και τη λογοτεχνία. Βέβαια, στην αρχή δεν είχα την αίσθηση ότι αυτό που κάνω είναι λογοτεχνία. Απλώς όταν βγήκε, είπα ας μην το εκδώσω εγώ, ας το στείλω σε κάποιον άλλο να το δει. Και ευτυχώς βρέθηκε η κ. Μάνια (Καραϊτίδη, των εκδόσεων Εστία) και το εκτίμησε.

Τώρα πλέον αντιλαμβάνομαι ότι έχεις βρεις τον τρόπο που σου αρέσει να ζεις και να εκφράζεσαι. Υπήρξαν στιγμές στη ζωή σου που δεν έβρισκες διέξοδο;

Όχι, ποτέ. Ήμουν πάντα πωρωμένος και παθιασμένος. Ήθελα να ζω κάνοντας πράγματα που δεν με καταπιέζουν και που μ’ αρέσουν, και είχα μια αυξημένη αίσθηση της συλλογικότητας και της ευθύνης να διασώσω πράγματα. Το ξέρω ότι είναι μια ψευδαίσθηση η διάσωση, κάποια στιγμή θα καταστραφούν, αλλά τουλάχιστον εγώ κάνω το χρέος μου. Ήμουν συναισθηματικό παιδί και πάντα με άγγιζαν οι κουβέντες των ανθρώπων. Επιπλέον, η αφέλεια είναι το μεγάλο μου όπλο. Και για τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα, αλλά με βοήθησε να μπορώ να ζω μέσα σε μια κοινωνία, διασώζοντας τη διαφορετικότητά μου. Διότι, όταν είσαι διαφορετικός, η κοινωνία σου χρεώνει υστερόβουλα πράγματα που νομίζουν ότι κάνεις, ενώ δεν έχουν περάσει από το μυαλό σου.

Η οικογένεια σε επηρέασε στη διαμόρφωσή σου;

Όχι, δεν με επηρέασε πάρα πολύ το οικογενειακό μου περιβάλλον. Με επηρέασαν άνθρωποι που γνώρισα μετά τα 18 μου χρόνια. Αυτοί οι άνθρωποι μου έδωσαν ένα διαφορετικό στίγμα ζωής. Για παράδειγμα, όταν επέστρεψα στη Χίο μετά τις σπουδές μου, γνώρισα ανθρώπους που είχαν μεράκι και πάθος. Ασχολιόντουσαν με τον τόπο στο πλαίσιο ανακοπής μιας ανάπτυξης που θα κατέστρεφε και το νησί, όπως κατέστρεψε και την Ελλάδα. Εμείς είχαμε ένα γερό πυρήνα ανθρώπων στη Χίο που έχει αποσοβήσει αναπτυξιακές καταστροφές, και είμαστε πολύ περήφανοι που το νησί, σε σύγκριση με άλλα, είναι ακόμα παρθένο. Δεν έχει δηλαδή παραδοθεί στον τουρισμό και στο τσιμέντο. Το είχα και εγώ λίγο μέσα μου, με ενέπνευσαν και αυτοί με τον τρόπο που δούλευαν, και έτσι σκέφτηκα να τους συσπειρώσω γύρω από μια ιδέα. Έτσι βγήκε το περιοδικό. Αυτό είναι το βασικό πράγμα που μου άλλαξε ρότα στη ζωή μου.

Έχω την αίσθηση ότι σε ελκύει η τρίτη ηλικία.

Με ελκύουν οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι δεν έχουν τελειώσει με τη ζωή. Αυτοί μπορεί να είναι πολύ νέοι άλλα και γηραιοί.

Βασικά με απωθούν οι τελειωμένοι, του τύπου διορίστηκα, παντρεύτηκα και τέλειωσε η ζωή μου. Δεν θέλω να τους συναναστρέφομαι καν. Με ελκύουν αυτοί που έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς στη ζωή και αυτοί που έχουν ζήσει ένα βίο που για εμένα είναι ιστορικός πλέον, δηλαδή έχουν να μου μεταφέρουν γεγονότα και αναμνήσεις. Αυτό με συναρπάζει, όπως τα παιδιά που τους αρέσει να ακούν παραμύθια. Ισχύει, λοιπόν, η ερώτησή σου, αλλά δεν είναι όλοι οι γέροι όπως δεν είναι όλοι οι νέοι ζωντανοί. Άλλωστε λίγοι είναι αυτοί που έχουν το χάρισμα της αφήγησης.

Η τέχνη της αφήγησης είναι περισσότερο ζωντανή στην επαρχία απ’ ό,τι στην Αθήνα και στις μεγάλες πόλεις;

Η ελληνική επαρχία είναι νεκροταφείο ελεφάντων και έρχονται νέοι άνθρωποι και στα 25 τους χρόνια είναι τελειωμένοι, γι’ αυτό είναι πολύ δύσκολο για έναν νέο που ψάχνεται να ζήσει ανάμεσα σε τελειωμένους. Εγώ, όμως, ζω εκεί γιατί από τη μια έχω μεγάλο πάθος για τη δουλειά μου, από την άλλη εκεί μπορώ να συναναστρέφομαι τους λογοτέχνες της ζωής. Τους ανθρώπους που δεν έχουν γράψει κανένα βιβλίο αλλά ξέρουν να αφηγούνται με λογοτεχνικό τρόπο τη ζωή τους. Και αυτό είναι δύσκολο να το βρεις στην Αθήνα. Όχι ότι δεν υπάρχουν, αλλά ποτέ δεν σου φτάνει ο χρόνος.

Μίλησες για συλλογικότητες. Νιώθω όμως ότι η ανάγκη σου για μοναχικό βίο είναι μεγάλη, για να μην πω μεγαλύτερη…

Αυτά λειτουργούν παράλληλα. Όταν ένας άνθρωπος έχει αυξημένη ανάγκη για συλλογική δράση και δεν μπορεί μέσα στην κοινωνία που ζούμε να την εκφράσει και να τη βιώσει, αυτομάτως γίνεται μοναχικός. Όταν δεν δίνονται οι προοπτικές με τους ανθρώπους να ζούμε μαζί αρμονικά, σε ομάδα, με ανιδιοτέλεια και με ψυχή, απομακρύνομαι. Και έχει συμβεί αρκετές φορές στη ζωή μου. Τώρα πια τα τελευταία χρόνια ζω μόνος. Η μοναχικότητα μου δίνει το χρόνο να φιλοσοφώ και αλλιώς τη ζωή. Και αυτό φαίνεται μέσα στα βιβλία.

Πώς την ορίζεις τη ζωή;

Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή για να ζήσει τα χρόνια του δίνοντας και παίρνοντας αγάπη. Να μην αφήσει τίποτα άλλο σ’ αυτό τον τόπο πέρα από το χνάρι του το διαισθητικό και την καλλιτεχνική ή άλλη δημιουργία. Τα προϊόντα ματαιοδοξίας με απωθούν. Όσο λιγότερα υλικά πράγματα αφήσει πίσω του φεύγοντας τόσο καλύτερα. Και όταν φτάσει στο γήρας, η μόνη του επιτυχία να είναι η έμπνευση που θα δίνει στους νεότερους. Για εμένα η μοναδική επιτυχία στη ζωή μου θα είναι να εμπνέω τους νεότερους. Δεν θέλω ποτέ να αισθανθώ, βλέποντας τους νέους να προοδεύουν, το αίσθημα της ζήλιας για τα κατορθώματά τους. Θέλω να βλέπω την πρόοδο των άλλων και να χαίρομαι. Άλλωστε τα στερνά τιμούν τα πρώτα.

Πώς διαχειρίζεσαι, όμως, τις εκπτώσεις στα θέλω σου για να προσαρμοστείς και στον κόσμο του άλλου;

Είναι δύσκολο να συμβιώνεις με έναν άνθρωπο που είναι αυτάρκης με τη μοναχικότητά του και του αρέσει κάποια διαστήματα να κλείνεται και να γράφει, χωρίς να έχει επαφή με τον έξω κόσμο.

Το τελευταίο σου βιβλίο, με τον τίτλο «Ήλιος με δόντια», θα έλεγες ότι είναι το πιο αυτοβιογραφικό;

Στοιχεία δικά μου έχει και ο Πέτικας (ο ήρωας στον «Ανάμιση Ντενεκέ») και ο Βικέντιος («Δεξιά τσέπη του ράσου») και ο Κωνσταντής (από το τελευταίο «Ήλιος με δόντια»). Το αυτοβιογραφικό βιβλίο δεν το έχω γράψει ακόμα. Θέλω, όμως, να γράψω για τις στιγμές που κυνηγήθηκα στο νησί τα πρώτα χρόνια που επέστρεψα. Κυνηγήθηκα από το κράτος για την πολιτική στάση της ζωής μου. Και επιπλέον, επειδή έκανα κάτι που δεν το καταλάβαιναν, δημιούργησα υποψίες. Έχω, λοιπόν, ιστορίες να αφηγηθώ που σχετίζονται με την κρατική καταστολή.

Ανέφερες κάποια στιγμή ότι σε θεώρησαν μέχρι και κατάσκοπο της Τουρκίας…

Ναι, ισχύει αυτό. Πιστεύω ότι έχω φάκελο στην Ασφάλεια. Για παράδειγμα, όπου πηγαίνω να παρουσιάσω τα βιβλία μου στην Ελλάδα, εκτός Αθήνας, πάντα με σταματούν στο δρόμο και μου ζητούν εξακρίβωση στοιχείων και μου κάνουν σωματική έρευνα άνδρες του παρακράτους με πολιτικά ρούχα.

Με ποια αφορμή;

Αυτά δεν έχουν αφορμή. Καμιά φορά δεν ξέρουν πού να σε κατατάξουν και φτιάχνουν ιστορίες στο κεφάλι τους. Είναι σκληρή η ζωή της επαρχίας, ιδίως εάν ζεις σε νησί, και μάλιστα σε ακριτικό. Τα πρώτα πέντε χρόνια ήταν πολύ δύσκολα.

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>