Κριτική από Βιβή Γ. (Λέσχη Ανάγνωσης Degas)

Όταν ένα βιβλίο σε βάζει να σκεφτείς κι όχι απλώς να περάσεις καλά-τι σιχαμένη φράση-αυτά τα κατεβατά προκύπτουν….

Ο Θοδωρής, ο ακούων στο τσούκλι Πεπόνας,κληρονομιά του παρατσουκλιού μαζί με το κτηματάκι του παππού του,έχει- μια ζεστή μέρα του Μάη – ένα μόλις χρόνο μετά τις εθνικές εκλογές του 2012, μια δουλειά συγκεκριμένη να τελειώσει,χρειαζούμενη κι αχρείαστη μαζί,όπως μονολογεί ανάμεσα στ΄ άλλα:να φτιάξει και φέτος νέο Διομήδη , το…. σκιάχτρο που τριάντα χρόνια σερί έχει την θέση του κι αυτό στην ζωή του εκεί.

Τον Διομήδη τον πρωτόφτιαξε ο παππούς Πεπόνας και το ίδιο κάνει κι ο σημερινός,άξιος συνεχιστής του όχι μόνο ως προς το φτιάξιμο του σκιάχτρου αλλά του  φυλάγματος και της πρακτικής χρήσης των παλιών εύρωστων σπόρων ,των γερών καρπερών φυντανιών , των αποδοτικών φυσικών τρόπων καλλιέργειας του περιβολιού και γενικά ικανός , ακούραστος δουλευτής και  συνεχιστής διαφόρων παλιών φιλικών για την γη και τον άνθρωπο μεθόδων …
Αν όμως για τα του κτήματος καλά και περίκαλα κάνει και συνεχίζει με τις επιταγές του πάππου του και της καρδιάς του κι ευλογημένος ορατά κι αποδεδειγμένα κρατιέται ο τόπος γύρω,παράδεισος από φρούτα εποχής και ζαρζαβατικά στον καιρό τους, ανόθευτα και χωρίς φυτοφάρμακα και γι αυτό κι εκείνος,ο σημερινός Πεπόνας, μα και άλλοι συντοπίτες απολαμβάνουν τα καλά του ,κάνει άραγε το σωστό να μένει έτσι πιστός και στις επιταγές του κόμματος,που σαν να μην τα λέει και πολύ σόι βέβαια τελευταία κι έχουν γυρίσει οι πάντες στην χώρα ολόκληρη κι οι οικείοι του εναντίον,αυτοί μάλιστα λάβροι και εναντίον κόμματος και Πεπόνα εγγονού;Ο Πεπόνας αυτές τις δυο τρεις ωρίτσες, όλες κι όλες, που μαστορεύει τον Διομήδη, παράλληλα του μιλάει,του ανοίγει τα μύχια της καρδιάς του και μέσα στην οργιάζουσα φύση αναλογίζεται με μεγάλη περίσκεψη -διηγούμενός τα και σε μας-τί έπραξε και πώς και γιατί την μέρα των εκλογών ένα χρόνο πριν και πώς λίγο πριν κλείσουν οι κάλπες,στο τσακ,πρόλαβε χάρη στο κελάιδισμα του Φραγκούλη και ψήφισε,παρά την προσπάθεια των δικών του-όπως υποψιάζεται-να του αποσπάσουν την προσοχή , απασχολώντας τον στο περιβόλι που τόσο τ΄αγαπάει και κει μόνο χανει την αίσθηση του χρόνου, για να μην ψηφίσει το κόμμα-που ως κυβέρνηση σκατά κι απόσκατα,εδώ που τα λέμε, τα έχει κάνει- και έτσι, μονολογώντας τώρα μπροστά στον ευήκοο Διομήδη μαζί με  όσα άλλα του εξομολογείται, εκθειάζει τα καλά τής συνέχισης της φυσικής παράδοσης των πραγμάτων-βλέπε την πρόοδο στο κτήμα και την απόλαυση καρπών κι ομορφιάς με όλες τις αισθήσεις-αλλά βγάζει στην επιφάνεια και την απορία του για την άρον άρον πολιτική μεταστροφή των γύρω του,μη πολυθέλοντας να παραδεχτεί ότι η Φύση  μπορεί και πάει μπροστά αιώνες τώρα με το μεγαλείο και την ισορροπία της αρμονικής επανάληψης που την στηρίζει νομοτελειακά και από την κτίση της, αλλά οι άνθρωποι είναι- πάντα ως της φύσης  ένα αναπόσπαστο κομμάτι- άλλο πράμα καθώς αυτοί έχουν βούληση και πρέπεινα ξεκολλάνε από τις παλιές επιζήμιες συνήθειες,τις νοοτροπίες και τα κομματικά στεγανά, όταν χάνεται το δίκαιο και θυσιάζεται και ξεπουλιέται κάθε καλό και ηθικό …
Σάμπως τα κόμματα ο άνθρωπος δεν τα εφηύρε,υπάρχουν πουθενά στην φύση και δεν τα βλέπει; Αλλά ας όψεται…να που έτσι έχουν τα πράγματα…

Ο Πεπόνας,άνθρωπος απλός,λαϊκός,μεσήλικος πια,με την συνταξούλα του,την συντρόφισσά του,τα φιλαράκια του,το καλό και ήσυχο παιδί του που δουλεύει κι αυτό-δόξα τω Θεώ λέει ο Πεπόνας-χάρη στο κόμμα στην θέση που άφησε εκείνος όταν βγήκε στην σύνταξη,εργατικός και καλός δουλευτής της γης, που δεν έχει κάνει κακό σε άνθρωπο,δεν χρωστάει,δεν έκλεψε, μοιράζεται τα κόπια του από το κτήμα,είναι εν γένει δημοκρατικός,νομοταγής,δεν θέλει μπελάδες και φασαρίες,μόνο να πίνει τα ρακάκια του και να λέει καμιά κουβέντα στο καφενείο με τους άλλους,έντιμος και από πεποίθηση κι αίσθηση φιλότιμου πιστός μια ζωή σε μια παγιωμένη καθημερινότητα-ευτυχισμένος δηλαδή αυτός και τυχερός με τη απλή και φυσική ζωή του σ΄ένα περιβάλλον ειρηνικό και σχετικά απείραχτο ακόμα από τον πολιτισμό των σκουπιδιών και της ρύπανσης - β ο λ ε μ έ ν ο ς  είναι η σωστή λέξη κι ο ίδιος σε μια κ α τ ά σ τ α σ η , που τα τρωτά της δεν (θέλει να)τα βλέπει επειδή δεν τρώει κατ΄ευθείαν στην κεφάλα του την κρίση του συστήματος, που απορεί εν τούτοις και προβληματίζεται, υποψιάζεται, στεναχωριέται , σκέφτεται,βάζει με τον απλοϊκό αλλ΄έντιμο τρόπο σκέψης του ζητήματα, διχάζεται ανάμεσα στην επιταγή για έκφραση ευγνωμοσύνης και στην ανάγκη για σύγκρουση,τους αγαπάει για παράδειγμα αλλά τους τα ψιλοχώνει κιόλας των  δικών του,που έγιναν πολέμιοι τού κόμματός του μα που κι αυτοί,έννοια σου καλοί βολεψάδηκες είναι και του λόγου τους,τα καλά του Πεπόνα τα θέλουν τον Πεπόνα τον μάχονται ,που εννοεί να φανεί πιστός στο κόμμα του κι ας τα΄κανε κι αυτό μαντάρα και σαν να έδωσε-μοιάζει η όλη ιστορία-ο λαός στο κόμμα με τις  εκλογές υγιείς σπόρους και καλά φυντάνια κι αυτό τα τσαλαπάτησε , και γιατί,γιατί ,αυτό είναι που τον βασανίζει, καθώς τίποτα δεν ακολουθήθηκε σωστά και πάνε και τα σπόρια και τα φυτά….

Θα πω-σταματώντας εδώ,καλύτερα να το διαβάσετε -ότι ο Γιάννης Μακριδάκης έγραψε ένα ακόμα εξαιρετικό βιβλίο,του οποίου η έξυπνη κι ευέλικτη μυθοπλασία με καταγοήτευσε για την τεχνική της, φυσικά σαν θέμα αυτό καθαυτό με συγκίνησε και πως για να αναπτυχθεί αρμονικά αυτή η ιστορία  δεν χρειάστηκε παρά μερικές ώρες σαν χρόνο,ένα ιδιωτικό περιβόλι σαν χώρο,έναν απλό άνθρωπο στη μέση της συνηθισμένης , ειρηνικής κατ΄επίφαση ρουτίνας του,να μονολογεί απέναντι σ΄ένα σκιάχτρο,έμπιστο πνευματικό σύντροφό του στα δύσκολα και που να μαρτυράει στον ήλιο και στα πουλιάτις μύχιες έννοιες του,για να μετατραπεί έτσι το απλοϊκό φαινομενικά αφηγούμενο,χωρίς μεγαλοστομίες και κραυγές,σε μια συγκλονιστική πολύπλευρη και πολύ βαθιά αναζήτηση του δια ταύτα της σύγχρονής μας ανθρώπινης ύπαρξης…

Αυτό είναι το έκτο βιβλίο του Μακριδάκη,μ΄έναν ακόμα εύγλωττο τίτλο,“Του Θεού το Μάτι”,μια δυνατή,τρυφερή,τεχνικά άψογη πρωτοπρόσωπη αφήγηση με την μορφή νουβέλας,με γλώσσα όπως είπα πολύ ζωντανή, περιεκτική,με πεντακάθαρη την συγγραφική πρόθεση,όπως μας έχει καλομάθει κι ένα ευαίσθητο και εμπνευσμένο στοχασμό ν΄αναδύεται απ΄τις πρώτες κιόλας παραγράφους, ολιγοσέλιδη ως έκδοση κι όμως πολύ εκτενής,με μια απλή θεματικά ως προς την κεντρική ιδέα και το σκηνικό της μυθοπλασία, μα ταυτόχρονα εντυπωσιακά και σχεδόν δοκιμιακά πολύπτυχη.

Έχει μάλιστα κάτι κι από την εσωτερική ομορφιά τής ιδιαίτερης,αγνής,τόσο ωραία υμνητικής προς την ζωή, πίστης και καθημερινότητας του μοναχού Βικέντιου από την “Δεξιά Τσέπη του Ράσου”,της μοναξιάς και της περηφάνειας του καπετάν Σίμου από το “Λαγού Μαλλί” ,της μητρικής και όχι μόνον αγωνίας της Κωνσταντίας από την ΄’Άλωση της Κωνσταντίας”,της αγχωμένης κι αιφνίδιας ανατροπής των συντεταγμένων τού κατά τι πατριαρχικού μα καλόκαρδου και λαϊκού Παναγή από το “Ζουμί του Πετεινού”….

Γι αυτό έκανα την σκέψη ότι ο Μακριδάκης (κατα)γράφει πλέον(σε)ενιαίο μυθιστόρημα , ένα πολύ πρωτότυπο ιστόρημα διαρκείας, τον Βίο και την Πολιτεία των ανθρώπων του τόπου μας,δοσμένο σε φαινομενικά αυτοτελείς συνέχειες.
Τα δύο μυθιστορήματα και οι τέσσερις νουβέλες του ήδη αποτελούν μιαν αλυσίδα ιστοριών , αλα Ροθ ,συγγραφέα πολυαγαπημένο,που μου ενέπνευσε τον όρο του…μόνιμου μυθιστορήματος. Όλα  στον Μακριδάκη ως τώρα έχουν κοινά γνωρίσματα και κοινή αφετηρία,εκείνη βασικά των πλούσιων συλλογισμών των ηρώων του-είτε τους κάνουν συνειδητά,είτε όχι-για το πού βαδίζει η δική μας χώρα,τί έχει κερδίσει και τί έχει χάσει από ιδρύσεως Νεοελληνικού Κράτους μονίμως αφηνόμενη στα χέρια ανίκανων ή και προδοτών, συναινώντας  με εκβιασμούς και γλοιώδη ρουσφέτια στις εκάστοτε πολιτικές τους.
Παραπλήσιοι ήρωες και στα έξι,προβάλουν οι λογής καθημερινές φιγούρες πολιτών,των οποίων τον εύθραυστο μικρόκοσμο, έστω κι αν ζουν μακριά από το πολύβουο κέντρο μιας κάποιας πόλης, τον διαπερνά εντονότατα και τον καθορίζει σε μεγάλο βαθμό έναςραγιαδισμός ενισχυμένος με το φονικό δηλητήριο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού- αυτός ο ραγιαδισμός ,η πιο σκληρή παθογένεια της ελληνικής κοινωνίαςπου ακόμα τον κουβαλάνε διογκωμένο από γενιά σε γενιά όλες αυτές οι προσωπικότητες, καθώς παίρνουν σάρκα και οστά με λέξεις και που είναι…εμείς!
Εμείς όλοι,σε παραλλαγές υπαίθρου και πόλης,σαν επιμέρους περσόνες ενός τελικά και του αυτού πρωταγωνιστή και μαζί κομπάρσου : του λαού,του (αυτο)ταλαιπωρούμενου -λιγότερο ή περισσότερο χειραγωγημένου-θύματος αλλά και θύτη, παραδομένου ενεργητικά και παθητικά,συνειδητά και ασυνείδητα στα ατελείωτα σκαμπανεβάσματα χώρας διαβιούσας σε πολλαπλή κρίση, κρισάρα μάλλον,που φυσικά δεν ξεκίνησε το 2009 μα σιγόβραζε δεκαετίες πριν,μην πω ρίζωσε επισήμως στον τόπο μας από την εποχή των Βαυαρών και του Καποδίστρια…

Οι ήρωες του Μακριδάκη,αυτοί οι κυριαρχημένοι πολίτες, επί γενιές και γενιέςεξαπατημένοι από μια εξουσία δόλια,που ξέρει καλά να χειραγωγεί καλλιεργώντας την χαζομάρα και την αμορφωσιά και  μιλάω για την αμορφωσιά εκείνην που αναπαράγει τώρα πια η τηλεοπτικοποιημένη, μαζικοποιημένη, νοικοκυραίικη και ψευτοτακτοποιημένη αντίληψη ζωής,κακώς εννοούμενη περί σύγχρονου κράτους και ανάπτυξης,απολύτως ψευδεπίγραφη.

Ο ίδιος,όταν τον ρωτούν,λέει,βάζοντας μαζί κι ένα ερωτηματικό,επειδή προφανώς δεν ασχολείται με φιλολογικές θεωρίες ή κι από σεμνότητα νομίζω,ότι κάνει απλώς(;) πολιτική λογοτεχνία.Παίρνει τα χαρτιά του και στο μούρκι του,ακούγοντας τα πουλιά-τα μάτια του Θεού-κι ανάμεσα στις τραχιές χειρωνακτικές δουλειές, που απαιτεί η ζωή εκεί,γράφει.Εγώ λέω ότι κάνει Λ ο γ ο τ ε χ ν ί α επιπέδου, με παρατηρητικότητα , ακρίβεια,σταθερή και λεπτολόγα ηθογραφική διεισδυτικότητα και φοβερή αίσθηση μέτρου!Τούτος ο αγρότης-συγγραφέας,που μας πρόκυψε στην πολύχρονη  αναβροχιά γράφει-πολύ αυστηρά κρινόμενος-εκπληκτικά ηθογραφικά κείμενα με βάθος,με τρόπο προσωπικό μεν, πολιτικοποιημένο, γιατί όχι αλλά μαζί και τόσο απλό , εύληπτο , κατανοητό,νουθετικό κατά την γλυκύτερη έννοια της λέξης και όχι…κατηχητικό,εξόχως συντροφικό,αγαπησιάρικο, καλόγνωμο….
Η συγγραφική του γλώσσα είναι ξέχειλο μπαούλο θησαυρών,με την ομορφιά,την ζωντάνια,την ροή της να μπαίνει πάνω από διανοουμενίστικα ψευτοδιλήμματα τύπου αν το προσωπικό αυτό ύφος του συγγραφέα ταιριάζει ή όχι στον αναγνώστη ιδιοσυγκρασιακά και τί ρόλο μπορεί να παίζει αυτό στο τελικό αποτέλεσμα.

Τον λιβανίζω-σιγά βέβαια μην το έχει ανάγκη-το ξέρω,κι ας μου καταλογίσετε υποκειμενικότητα από δηλωμένη (και)πολιτική συμπάθεια.Γιατί όμως το κάνω;Γιατί όταν κρίνουμε τους λογοτέχνες μόνον από και για την πολιτική τους στάση και δεν ταυτίζεται μ΄ αυτήν που έχουμε εμείς ή οι… εργοδότες μας και προσπαθούμε τότε να τους μειώσουμε ως προς το ταλέντο τους,ε, τότε γινόμαστε, επιεικώς, γελοίοι.
Με τον Μακριδάκη το είδα αυτό και έπαθα την πλάκα μου…
Όταν κάποιοι είπαν φτήνιες για την ποίηση της Δημουλά* με αφορμή τις πολιτικές της δηλώσεις έγινε της τρελής . Όταν λένε κακίες για τον αντίθετό τους Μακριδάκη,δεν λέμε τίποτα, ας περισσεύει ο φθόνος;
Διότι τί άλλο να εκλάβω ως κίνητρο της χολιασμένης,μη τεκμηριωμένης λογοτεχνικά κριτικής, εκτός από τον φθόνο τους για το πόσο ταλαντούχος είναι αυτός ο τύπος ο αντισυμβατικός  ,που έριξε μαύρη πέτρα στα τσιμέντα της Αθήνας και στα εκδοτικά συνάφια της αγωνιζόμενος κατά της άκρατης κι άκριτης αστικοποίησης κι όμως ο κόσμος τον ανακάλυψε,τον αγαπάει και τον διαβάζει συστηματικά, ενώ οι κατακριτές του,όταν εμφανίζονται οι ίδιοι σαν συγγραφείς, δεν πείθουν,δεν συγκινούν;

Λοιπόν κι εγώ πολιτικά δεν συμφωνώ ντε και καλά πάντα μαζί του, αλλά σαν συγγραφέα μπορώ κι εκείνον κι άλλους να τους σχολιάσω σαν αναγνώστρια ,χωρίςπολιτικές παρωπίδες μεγέθους τοίχου, προσπάθησα δε πάρα πολύ γι αυτό και περιμένω από όσους ασχολούνται -επ΄αμοιβή κιόλας,εκεί το απαιτώ-με την λογοτεχνίατων άλλων να επιστρατεύσουν την αξιοπρέπεια και όχι την χολή τους και να πράττουν επιτέλους το ίδιο…

*Δεν με άγγιξε ποτέ η ποίηση αυτής της γυναίκας ,ποτέ,στον βαθμό βέβαια των λίγων που σκαμπάζω από ποίηση και λειτουργώντας εντελώς υποκειμενικά , συναισθηματικά . Είναι δυνατόν όμως να την αποκαλέσω… ατάλαντη;Θα τρελαθούμε τελείως;Αλίμονο, αν επειδή είπε το ένα ή το άλλο που με βρίσκει πολιτικώς αντίθετη ,έβγαινα να πω, από το μπλογκ, την κάθε χοντράδα που θα μου ερχόταν και δη για το ταλέντο της….

ΥΓ.
Ωραία,λιτή,φιλολογική (και φυσιολογική,χαχα) παρουσίαση του βιβλίου,έκανε ο Γιάννης Ρουμπάκης στο μπλογκ του,Νεάρχου Παράπλους,και παραθέτει για του λόγου το αληθές κι ένα σωρό όμορφα αποσπάσματα,να΄ναι καλά.

Βιβή Γ.
Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>