Σαραντάκος για του Θεού το μάτι

Του Θεού το μάτι, του Γιάννη Μακριδάκη

b186870

Σήμερα είναι ιδιόμορφη μέρα, ολίγον αργία και ολίγον εργάσιμη, έψαχνα ένα θέμα που να μην είναι εντελώς καθημερινό αλλά να ξεφεύγει κι από την πασχαλινή θεματολογία που άλλωστε έκλεισε πια τον κύκλο της, οπότε σκέφτηκα να σας παρουσιάσω ένα βιβλίο που διάβασα προχτές στο αεροπλάνο που ταξίδευα· το είχα αγοράσει εδώ και κάμποσο καιρό, αλλά το φύλαγα για την περίσταση, γιατί στο ταξίδι απολαμβάνω ό,τι διαβάζω και με τον Μακριδάκη η απόλαυση της ανάγνωσης είναι εγγυημένη. Ταιριάζει κιόλας, διότι το βιβλίο αναφέρεται σε πράγματα που συνέβαιναν πέρσι τέτοιες μέρες.

Μάλλον ο σημαντικότερος νέος Έλληνας πεζογράφος, ο Χιώτης Γιάννης Μακριδάκης παρουσιάζει εναλλάξ μυθιστορήματα και νουβέλες με ρυθμό περίπου ένα βιβλίο το χρόνο. (Ταυτόχρονα έχει και άλλη δράση, ακτιβιστική-οικολογική, αλλά αυτά τα λέει καλύτερα ο ίδιος στον ιστότοπό του).  Το καινούργιο του βιβλίο, που βγήκε γύρω στον Φλεβάρη, το έβδομο μυθοπλαστικό του, σπάει τη σειρά, αφού είναι νουβέλα και όχι μυθιστόρημα, αλλά, όπως και οι προηγούμενες νουβέλες (όλα τα βιβλία από την Εστία) έχει σαφείς αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της πρόσφατης πολιτικής επικαιρότητας· θυμίζω ότι η «Δεξιά τσέπη του ράσου» παρακολουθεί την αγωνία ενός καλόγερου, τις μέρες που χαροπαλεύει ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, να σώσει το κουτάβι της αγαπημένης του (και νεκρής πια) σκύλας· το «Λαγού μαλλί» ξεκινάει με μια βάρκα που φαίνεται στο φόντο πίσω από τον Γιώργο Παπανδρέου που κάνει το ιστορικό του διάγγελμα από το Καστελλόριζο και κλείνει με τον απόηχο από τους νεκρούς της Μαρφίν· στο «Ζουμί του πετεινού», ο Παναγής, που ζει απομονωμένος με τη γυναίκα του στο μούρκι του, στο χτήμα του θα λέγαμε εμείς, πάει να πλαντάξει όταν ακούει να συζητάνε για τη δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας.

Στου «Θεού το μάτι» οι αναφορές στην πολιτική κατάσταση είναι πολύ πιο έντονες, αφού ο αφηγητής, ο Θοδωρής ο επιλεγόμενος Πεπόνας, που μοιάζει αρκετά με τον Παναγή του προηγούμενου βιβλίου, εξηγεί στον βουβό ακροατή του, τον Διομήδη, πώς παραλίγο να ξεχαστεί και να μην ψηφίσει στις κρίσιμες εκλογές του Μαΐου 2012: «Άμα δεν ήτανε ο Φραγκούλης, ούτε που θα πήγαινα να ψηφίσω. Είχ’ αποξεχαστεί ολωσδιόλου με τις δουλειές όλη μέρα. Κάτσαμε κιόλας το μεσημέρι εκεί στον μαγκανόγυρο, και δώσ’ του τα ρακιά και οι κουβέντες, τι εκλογές και ξεκλογές; Τίποτα δεν θυμήθηκα. Φύγανε απ’ το μυαλό μου εντελώς και παραλίγο να πάει ο ψήφος μου χαμένος».

Ο Διομήδης ακούει με υπομονή την αφήγηση χωρίς να λέει λέξη, επειδή είναι σκιάχτρο, που το φτιάχνει ο Πεπόνας για να τρομάζει τα πουλιά, αν και δεν τρέφει και μεγάλες ελπίδες για τις ικανότητές του: «Για μόστρα σ’ έχω πιο πολύ και για το έθιμο εσένα, όχι πως κάνεις και σπουδαία πράματα. Ούτε τους σπουργίτες δεν θα διώχνεις σε κάμποσες μέρες. Ξέρεις τι πονηροί και ακαμάτηδες είναι αυτοί; … Τέλος πάντων, ας μη σε απογοητεύω κιόλας, ακόμα δεν σ’ έστησα και νιώθεις πως σε κάμνω και με το ζόρι. Θα σε φτιάξω πολύ όμορφο και θα σε μπήξω εδώ, κι εσύ κάνε ό,τι μπορείς. Τουλάχιστο τώρα, στην αρχή, κάτι θα καταφέρεις. Διότι τώρα είναι όλη η υπόθεση. Που ’ναι ακόμα μωρά τα φυτά κι έχουνε ανάγκη».

Κι όση ώρα σκαρώνει μερακλήδικα ο Πεπόνας τον Διομήδη, του διηγείται τα καθέκαστα της μοιραίας εκείνης Κυριακής του Μάη (πέρσι τέτοιες μέρες) όταν, με το μούρκι γεμάτο μουσαφίρηδες που είχαν συρρεύσει για να προμηθευτούν τους σπόρους της χρονιάς, ξεχάστηκε και παραλίγο να μην προλάβει να ρίξει τον ψήφο του. Διότι ο Πεπόνας, ναυτικός στην αρχή και στη συνέχεια υπάλληλος, συνταξιούχος τώρα απροσδιόριστης δημόσιας υπηρεσίας, είναι παραδοσιακός μπαχτσεβάνης, βάζει μόνο δικούς του σπόρους για τα ζαρζαβατικά του, από πατροπαράδοτες ποικιλίες, κι έχει όνομα στην περιοχή και κάθε χρόνο έρχονται όλοι οι γειτόνοι να πάρουν τους δικούς του σπόρους και τα φιντάνια του, άσχετο αν δεν τα καταφέρνουν το ίδιο καλά -γιατί είναι αρμπάνηδες και δεν ξέρουν να φροντίσουν τα φυτά.

Γιατί ο Θοδωρής ο επιλεγόμενος Πεπόνας, ο μερακλής και οικολόγος (αλλά χωρίς να το ξέρει) αγρότης, ήξερε τι θα ψηφίσει στις 6 Μαΐου πέρυσι. «Κι εγώ που δεν τ’ απαρνήθηκα το κόμμα μου ποτές, ούτε είχα σκοπό να το προδώσω τώρα που βουλιάζει και όλοι το βρίζουνε και φεύγουνε από κοντά του σαν τους ποντικούς, παραλίγο να μην προκάμω να πάω να του δώσω τον ψήφο μου. Ακούς τι πήγα να πάθω;» Η έμπνευση του συγγραφέα, να δώσει τέτοια σαφή πολιτική ταυτότητα στον κεντρικό του ήρωα, λειτουργεί εξαιρετικά. Σε πείσμα όλων των φίλων και γειτόνων που έχουν μεταστραφεί, ο Πεπόνας, που είναι χήρος και συζεί με μια χήρα, που κι αυτηνής της έχει πάρει τα μυαλά ο Κότσυφας, ένας «κουμουνιστής και αναρχικός» νεαρός με οικολογικές ιδέες, δικαιολογεί τα μέτρα των προηγούμενων κυβερνήσεων, από την ψήφιση του μνημονίου και την περικοπή των συντάξεων (μαζί και της δικής του) ως ακόμα και τη διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών. Στην αφήγησή του Ο Πεπόνας ευγνωμονεί εκείνους που «δώσανε φαγάκι στον φτωχό να λιγδώσει τ’ αντεράκι του» και θυμάται ότι γράφτηκε στην τοπική οργάνωση και «με διορίσανε στο άψε σβήσε μέσα στην υπηρεσία. Στο ταμείο με βάλανε. Να κάθομαι και να μετρώ το χρήμα. Διότι είχα και το χέρι μου το ζαβό, που δεν μου επέτρεπε να κάνω βαριές εργασίες». Όμως φοβάται κιόλας: «Πόσες φορές δεν της είπα, ρε συ Διομήδη, πως θα απολύσουνε τον Τάσο μου από την υπηρεσία, που και τι δεν κάναμε για να τον διορίσουνε, να φύγει από το χωριό κι από το κεφάλι μας, και νάχει έναν μισθό κι αυτός, ας είναι και του πόνου. Μέχρι και υποψηφιότητα στις δημοτικές εκλογές έβαλε μαζί τους πριν από τρία χρόνια, που δεν βρίσκανε άλλονε. Εκτέθηκε σ’ όλη την κοινωνία, εικοσπέντε χρονώ παλικάρι, για να βοηθήσει το κόμμα και να βρει μια δουλίτσα».

Όμως δεν μιλάει μόνο, ή κυρίως, για τα πολιτικά ο Πεπόνας· ταυτόχρονα περιγράφει και τη ζωή στο μούρκι, και εκθέτει τις ιδέες του υπέρ της παραδοσιακής, μη εμπορευματοποιημένης γεωργίας, χωρίς χημικά, χωρίς υβριδικές ποικιλίες, με οδηγό τις συμβουλές των παλιών. Μερικά αποσπάσματα της φιλοσοφίας του Πεπόνα βρίσκουμε ανθολογημένα σε κάποιο άλλο ιστολόγιο.

Όπως και στα άλλα έργα του Μακριδάκη, ξεχωριστή θέση έχει η γλώσσα, με έντονο το ιδιωματικό στοιχείο, αλλά με μαστόρικες διαφοροποιήσεις από το ένα έργο στο άλλο ανάλογα με τον εκάστοτε ομιλητή. Η απουσία πλοκής στις περισσότερες νουβέλες του Μακριδάκη είναι μία μόνο από τις ομοιότητες με τον Παπαδιαμάντη -και δεν νομίζω πως είναι άτοπη η σύγκριση. Επειδή όμως εδώ μπαίνουμε σε βαθιά νερά λογοτεχνικής κριτικής ενώ το ιστολόγιο ως γνωστόν έχει αποστολή να λεξιλογεί, θα κλείσω με μια σταχυολόγηση των σπάνιων λέξεων και εκφράσεων που βρήκα στου Θεού το μάτι. Και πάλι, σπάνιες θεωρώ τις λέξεις που δεν υπάρχουν στα δυο μεγάλα σύγχρονα λεξικά μας, το κριτήριο δηλαδή που είχα χρησιμοποιήσει στις Λέξεις που χάνονται.

* χρουσαλοιφές (σ. 11) Έτσι χαρακτηρίζει ο αφηγητής τις δυο κόρες της συμβίας του, που είναι δασκάλες ή καθηγήτριες και μένουν στην Αθήνα, κι έρχονται τα καλοκαίρια. Η λ. υπάρχει στα λεξικά (με τον καλαμαρίστικο τύπο, χρυσαλοιφή) αλλά όχι με τη μεταφορική σημασία που έχει εδώ, που πρέπει να σημαίνει κάποιον που πάει να σε ρίξει με μαλαγανιές.

* πακιάρομαι (σ. 13): ασχολούμαι με κάτι, επιδίδομαι σε κάτι. Χιώτικη λέξη, αν μας βρείτε την ετυμολογία θα σας χρωστάω χάρη. Και πακιαρίζομαι αλλού.

* φιάκα (19) να του κάμουνε και φιάκα πως είναι καλοί κηπουροί. Φιάκα είναι θαρρώ η φιγούρα, εξού και ο Φιάκας της παλιάς κωμωδίας του Μισιτζή.

* ξεχαλικώ (20) νομίζουνε πως ξεχαλικώ. Πως είναι παλαβιάρης. Ρετάρω, χάνω τον έλεγχο, δεν ξέρω τι μου γίνεται.

* φούσκωση (31) Η φάση που το φεγγάρι μεγαλώνει. Τη σημασία αυτή δεν την έχουν τα λεξικά. Και γέμωση (πιο κάτω)

* λίγωση (32) θα φυτεύανε με λίγωση τους μπαξέδες τους. Κι άντε πια να κάμεις μαξούλι υπό τέτοιες συνθήκες. Λίγωση είναι η χάση του φεγγαριού, όταν δηλ. πάρει να μικραίνει, οπότε, κατά την παράδοση, δεν πρέπει να φυτεύεις γιατί δεν θα πιάσουν.

* μαξούλι (32) Η (καλή) συγκομιδή, μια από τις 366 Λέξεις που χάνονται (τουρκικό δάνειο).

* μούρκι: το μούλκι στα χιώτικα (όπου το λάμδα σε ορισμένα συμφωνικά συμπλέγματα τρέπεται σε ρο, όπως γίνεται και στα κερκυραϊκά και σε άλλα ιδιώματα). Μούλκι είναι το χτήμα, μία από τις 366 Λέξεις που χάνονται.

* μέλερη: ένα ζωύφιο, που έχει την τιμή να απαθανατίζεται στα Άτακτα του Κοραή, αλλά δεν ξέρω ποιο ακριβώς είναι -αν κατάλαβα καλά, μήτε ο Κοραής ξέρει. Πάντως, φόβος και τρόμος στο μούρκι.

* σωτηρεύομαι (57): Ο χειμώνας μ’ αρέσει. Το κρύο σωτηρεύεται, τρέχεις, δουλεύεις, ζεσταίνεσαι. Αντιμετωπίζεται, παλεύεται.

* «του αξινογυριού οι μύτες στάζουνε νερό» (60), παροιμία γεωργική που δείχνει την αξία του σκαλίσματος, που είναι εξίσου αναγκαίο όσο και το πότισμα.

* του φόβου (60), έναν μπαχτσέ του φόβου που θα τον ζηλεύει ο πάσα ένας· ως επίθετο «φοβερό», και για καλά και για κακά.

* γέμωση (76), η γέμιση του φεγγαριού (που την έχουν έτσι τα λεξικά). Εξαιρετικά ποιητικό απόσπασμα: Για να βάλεις φρέζα μες στο χωράφι, θέλει το φεγγάρι να’ναι στη γέμωση. Ν’ αφρατεύει η γης, να κυματίζει σαν θάλασσα. Να τη βλέπεις να σπαρταρά και να σου’ρχεται να κυλιστείς μέσα της να τη φας.

* μπεγεντίζω (79) παινεύω (τουρκ. δάνειο)

* τσούκλι (87) το παρατσούκλι

* γεντί μπελάς (94) Είναι γεντί μπελάς ο άνθρωπος, ένα πράγμα προσπαθείς να ξεμπλέξεις μαζί του και μπερδεύεις άλλα εφτά. Στα τούρκικα γεντί σημαίνει εφτά (Γεντί κουλέ = Επταπύργιο). Άρα, εφτά φορές μπελάς, μεγάλος μπελάς (πρβλ. πεντακάθαρος, εφτασφράγιστο). Δεν ξέρω αν όντως το λένε αυτό στη Χιο ή αν είναι έμπνευση του συγγραφέα, αλλά υποψιάζομαι πως λέγεται. Γκουγκλίζοντας βλέπω ότι υπάρχει τέτοιο όνομα και σε ένα παραμύθι.

* η ελιά θέλει λωλό αφεντικό (99) Γεωργική παροιμία, επειδή πρέπει να την κλαδεύει κανείς βαθιά και άσπλαχνα.

* έκαμα τα κουφά αφτιά (103) Παλιά παροιμία, σήμερα λέμε πιο πολύ «έκανα τον κουφό».

* λούγαρο (108) Ωδικό πουλί, σαν την καρδερίνα, βλ. εδώ. Έτσι είναι και το παρατσούκλι ενός γείτονα στο βιβλίο.

* στράνιος (109): παράξενος πρέπει να σημαίνει, ιδιόρρυθμος, αν και σε διάφορα χιώτικα γλωσσάρια βρίσκω και άλλες σημασίες («αυτός που δεν συμβιβάζεται»). Την έχει κι ο Κοραής τη λέξη.

* σόικος (109): καθωσπρέπει, εντάξει. Ο αφηγητής λέει πως το Λούγαρο δουλεύει σε κάτι δουλειές που «δεν μου φαίνονται και σόικες». Η λέξη γνωστή, αλλά όχι στα λεξικά (μόνο το σοϊλήδικος υπάρχει)

* δεντροκούβακας (115) Δεντροβάτραχος. Ο Φραγκούλης, για τον οποίο συνεχώς λέει ο αφηγητής ότι εξαιτίας του θυμήθηκε να ψηφίσει, είναι, όπως μαθαίνουμε στο τέλος, ένας δεντροβάτραχος, όχι άνθρωπος.

* σαν μύγδαλο σιδερίτικο (134) Υποθέτω σημαίνει σκληρός κι ανθεκτικός· την παρομοίωση τη χρησιμοποιεί ο αφηγητής για μια γειτόνισσα που δεν ενδίδει στην πολιορκία κάποιου.

* «τι μας νοιάζει εμάς αν του Παντελή τ’ αρνιά είναι δέκα γιά εννιά;» Παροιμία, μάλλον παροιμιόμυθος.

* πίκουπα (143) Μπρούμυτα. Τη λέξη τη χρησιμοποιεί για το μάτσο τα ψηφοδέλτια που του έδωσε η δικαστίνα: «Τα γύρισα ίσια, διότι ήτανε όλα πίκουπα, και έπιασα να μετροφυλλώ για να βρω το κόμμα μου».

Κλείνω με δυο τιτίζικες παρατηρήσεις. Πρώτον, το οπισθόφυλλο είναι παραπλανητικό στο σημείο που λέει ότι ο Ποπόνιας αφηγείται «την πολυκύμαντη ζωή του». Όχι, ελάχιστα μαθαίνουμε για την προηγούμενη ζωή του και καθόλου συνταρακτικά δεν είναι, ακόμα και το ναυτικό του ατύχημα που τον έριξε στη στεριά το περνάει ακροθιγώς και στο τέλος. Τη φιλοσοφία του μας εκθέτει ο άνθρωπος.

Και δεύτερο, και περίεργο, στη σελ. 142, εκεί που ο Φραγκούλης, ο δεντροκούβακας, έκρωξε λίγο πριν κλείσουν οι κάλπες, ο αφηγητής διηγείται τη σκηνή ως εξής: «Διότι εκεί στις παρά τέταρτο, να ο Φραγκούλης κι έκρωξε. Βρε, καλώς μου το, είπα, κι αμέσως είδα το ρολόι για να τσεκάρω αν είναι στην ώρα του σαν κάθε απόγεμα. Και μόλις είδα το ρολόι, λες, ρε παιδί μου, και προσγειώθηκα ξαφνικά στη γη. Μου ’ρθανε η μια σκέψη μετά την άλλη, αράδα. Εφτά παρά τέταρτο, Κυριακή πέντε του Μάη, της Αγιάς Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου, πού να τα βρεις τώρα τα χρυσά βαλάντια έτσι που μας καταντήσανε, σε λίγο ούτε σύνταξη δεν θα μας δίνουνε, αμάν, εκλογές, το κόμμα, ο ψήφος. Και πετάχτηκα πάνω. Ρε, πανάθεμά σε, Πεπόνα, εσύ δεν θα πας να ψηφίσεις, είπα φωναχτά στον εαυτό μου…»

Πέρα από τη μαστοριά της γραφής, προσέξατε κάτι παράξενο σ’ αυτό το απόσπασμα;

Να το πάρει το ποτάμι. Πέντε του Μάη Κυριακή είναι φέτος, το 2013. Πέρσι, το 2012, η Κυριακή των εκλογών έπεφτε 6 του Μάη. Ασφαλώς όχι αμέλεια του συγγραφέα, αλλά ποιητική άδεια για να ταιριάξει τον συνειρμό με την Ειρήνη. Μπορούμε όμως να σκεφτούμε ότι ο Πεπόνας λάθεψε και στην ημερομηνία, κι έτσι σωτηρεύεται και η μικρή ημερολογιακή ανακρίβεια.

http://sarantakos.wordpress.com/2013/05/07/theoutomati/

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>