Παρουσίαση από Χρ. Κάσδαγλη

9789600515619«Ο ήλιος λαμπρός με φώτιζε καθώς τσάπιζα τα φασόλια μου προχωρώντας εμπρός και πίσω πάνω στην κίτρινη, αμμουδερή και γεμάτη χαλίκια γη, ανάμεσα στις δεκαπέντε μακριές καταπράσινες σειρές. Η μια τους άκρη έφτανε σ’ ένα δάσος από βελανιδιές. Εκεί μπορούσα να καθίσω και να ξεκουραστώ στην πυκνή σκιά. Κι η άλλη σ’ ένα χωράφι γεμάτο βατομουριές, κι ώσπου να τσαπίσω μια σειρά από τη μία άκρη ως την άλλη, τα βατόμουρα γινόντουσαν πιο σκούρα. Καθημερινή μου δουλειά ήταν να βοτανίζω, να σκαλίζω το χώμα γύρω από την κάθε φασολιά, να φροντίζω η γη που τριγύριζε κάθε φυτό, φυτεμένο από τα ίδια μου τα χέρια, να στείλει πλούσιους χυμούς σε φύλλα και καρπούς, και όχι να εκφράσει τα καλοκαιριάτικα αισθήματά της με σκουλήκια και ζιζάνια.»

Το κείμενο που μόλις διαβάσαμε ΔΕΝ προέρχεται από το βιβλίο «Του Θεού το μάτι», που παρουσιάζω σήμερα. Δεν έχει γραφτεί καν από τον Γιάννη Μακριδάκη.

Προέρχεται από το εμβληματικό βιβλίο «Ουώλντεν» του αμερικανού συγγραφέα και φιλοσόφου Χένρι Ντέιβιντ Θορώ, το οποίο εκδόθηκε το 1854, πριν από 160 ολόκληρα χρόνια! Ο Θορώ ήταν ένας αστός διανοούμενος που κήρυσσε την επιστροφή στη φύση. Κάποια στιγμή, στα 28 του, αφού είχε τελειώσει τις σπουδές του στο Χάρβαρντ και είχε κάνει μια πρώτη διαδρομή ως εκπαιδευτικός, τα παράτησε όλα και πήγε να ζήσει δυο χρόνια μόνος στην ερημιά, στη λίμνη Ουώλντεν, αναζητώντας μια νέα σχέση του ανθρώπου με τη φύση και, κατά προέκταση, με το Σύμπαν. Αυτό θυμίζει αρκετά Γιάννη Μακριδάκη.

Ας συνεχίσουμε όμως το διάβασμα:

«Ακαματέψανε οι άνθρωποι, Διομήδη, τη βολή τους γυρεύουνε μόνο και τίποτ’ άλλο. Χάσανε και τους σπόρους, χάσανε και την όρεξη που είχε ο κηπουρός να βγάλει τα φυτά του, να διαιωνίσει τα είδη του. Μάθανε να τα βρίσκουνε έτοιμα, κατάλαβες; Να τα παίρνουνε από δω κι από κει και να τα μπήγουνε στη γης. Για να τρώνε ύστερα κολοκύθι και να μην ξέρουνε από πού βαστά η φύτρα του. Άσε πια τα φάρμακα που τα ταΐζουνε. Αυτό μην το συζητάς καθόλου. Κάθε μέρα με τη ραντιστήρα στο χέρι, με τον υγρό θάνατο. Εγώ δεν τα μπορώ όμως αυτά τα πράγματα, Διομήδη, καθόλου δεν μ’ αρέσουνε. Εγώ θέλω να ξέρω το γενεαλογικό του σόι του κάθε μου φυτού. Να ’μαι σίγουρος δέκα γενιές πίσω….».

Το δεύτερο κείμενο δεν είναι του Θορώ – είναι του Μακριδάκη. Ο αφηγητής του βιβλίου «Του Θεού το μάτι» καταφέρεται εναντίον των συχωριανών του, τους οποίους προσφυώς αποκαλεί οπαδούς της «γιαλαντζί γεωργίας».

Ο Διομήδης, ο αποδέκτης της αφήγησης, είναι το σκιάχτρο που ο αφηγητής στήνει στο χωράφι του για να αποθαρρύνει τα πουλιά να τρώνε τους σπόρους που φυτεύει και να του χαλάνε τα φυτά.

Το Μακριδάκη τον ανακάλυψα σχετικά πρόσφατα. Μου πρωτομίλησε γι’ αυτόν ο φίλος συγγραφέας Δημήτρης Νόλλας, ο οποίος έχει πάντα την περιέργεια να ανακαλύπτει καλά βιβλία και συγγραφείς και τη γενναιοδωρία να μοιράζεται αυτή τη γνώση του με όσο γίνεται περισσότερο κόσμο. «Έχεις διαβάσει Μακριδάκη; Με ρώτησε ένα Σάββατο μεσημέρι ανάμεσα σε ρακές. Να πάρεις την Άλωση της Κωσταντίας – σπουδαίο βιβλίο». Το αστείο είναι ότι την πρώτη φορά που βρέθηκα σε βιβλιοπωλείο, θυμόμουν μεν ότι μου είχε δώσει μια συμβουλή ο Νόλλας, αλλά δεν είχα συγκρατήσει (ένδειξη Αλτσχάιμερ;) ούτε το όνομα του συγγραφέα ούτε τον τίτλο του βιβλίου. Θυμόμουν μονάχα τη λέξη «Κωσταντία», την οποία χρησιμοποιήσαμε ως λέξη κλειδί στον υπολογιστή κι έτσι τελικά τον εντοπίσαμε. Πετάγεται όμως τότε μια άγνωστή μου πελάτισσα και μου λέει: «Μην πάρεις την Άλωση της Κωσταντίας, να πάρεις τον Ανάμιση ντενεκέ». Δεν της χάλασα το χατήρι, αλλά μετά από τρεις μέρες ήμουν πάλι στο βιβλιοπωλείο… για να πάρω την Άλωση της Κωσταντίας.

Μ’ αρέσει πολύ ο Μακριδάκης. Ξεκινάει συνήθως τα βιβλία του σε ένα στυλ παραδοσιακό που προσωπικά δεν το προτιμώ, αλλά σε παρασύρει ούτως ή άλλως το ωραίο γράψιμό του, οι διάλογοι, οι ντοπιολαλιές. Κι έπειτα κάνει μια ανατροπή και παίζει πολύ περισσότερο στο δικό μου γήπεδο, περνάει από την παραδοσιακή φόρμα σε μια πολύ πιο μοντέρνα, κι έπειτα παλινδρομεί ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο στυλ, ώσπου έρχεται κι άλλη ανατροπή, κι άλλη, οπότε η γραφή του γίνεται συναρπαστική.

Αυτά τα χαρακτηριστικά τα βρήκα και στο καινούριο του βιβλίο, «Του Θεού το μάτι». Ένα μάλλον μικρό βιβλίο, που κρύβει όμως στις λίγες σελίδες του πολλή ουσία. Θα το σαν ένα σπόρο, απ’ αυτούς με τους οποίους ο Μακριδάκης έχει ούτως ή άλλως μεγάλη σχέση. Μοιάζει σε μια πρώτη ματιά με κάτι πολύ μικρό, ο Μακριδάκης όμως δεν τον βλέπει το σπόρο όπως τον βλέπω εγώ – ένας άνθρωπος της πόλης. Ξέρει πολύ καλύτερα τι είναι και τι περιέχει, διεισδύει  λοιπόν κάτω απ’ την επιφάνεια, τον ξεφλουδίζει σιγά σιγά μέχρι να φτάσει στο βαθύτερο πυρήνα του κι έπειτα τον ξανασυνθέτει και τον ξαναπαρουσιάζει μ’ ένα διαφορετικό φως, σαν αυτό που είναι πραγματικά, και όχι αυτό που εμείς οι αδαείς βλέπαμε στην αρχή, δείχνοντάς μας ολόκληρο το μηχανισμό που κάνει αυτό τον ταπεινό σπόρο, εφόσον έχει την κατάλληλη φροντίδα, να φουσκώσει, ν’ ανοίξει και να γεννήσει κάτι καινούριο από το οποίο θα προκύψουν άλλοι σπόροι, γενεαλογία ολόκληρη όπως λέει ο αφηγητής.

Φαινομενικά το βιβλίο είναι απλοϊκό. Είναι ο μονόλογος του Θόδωρου Πεπόνα, ενός παραδοσιακού ανθρώπου, ενός αγρότη ο οποίος καλλιεργεί το χωράφι που κληρονόμησε απ’ τον παππού του σε κάποιο νησί του Αιγαίου – το οποίο βασίμως υποθέτω πως είναι η Χίος. Σ’ ένα πρώτο επίπεδο, το βιβλίο είναι ένας ύμνος στην αρμονική συνύπαρξη του ανθρώπου με την πανίδα και τη χλωρίδα της φύσης, στην ήπια παραδοσιακή καλλιέργεια, στον επίμονο αγροτικό μόχθο και στα ευεργετικά αποτελέσματά του.

Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που διαπερνά το βιβλίο είναι ότι έχουμε έναν αγαθό άνθρωπο, ο οποίος στη σχέση του με τον κοινωνικό του περίγυρο είναι αρκετά τζαναμπέτης. Καμία τζαναμπετιά όμως δεν εμφανίζει στη σχέση του με τα φυτά και με τα ζώα, ακόμα κι εκείνα, όπως ο πρασάγγουρας κι ο σκατζόχοιρος, που του κάνουν το χωράφι μαντάρα.

Ένα δεύτερο επίπεδο του βιβλίου, που εμένα προσωπικά με αγγίζει ακόμα περισσότερο, έχει να κάνει με τη μοναξιά του ήρωα ο οποίος, αν και περιστοιχίζεται από ένα σωρό κόσμο μοιάζει να αποφεύγει να μιλάει με τους ανθρώπους, αποκαμωμένος από το χάος και την ασυνεννοησία της καθημερινής επικοινωνίας, και επιλέγει ως προνομιακό συνομιλητή του το σκιάχτρο που κατασκευάζει. Αν εδώ συνυπολογίσουμε ότι κατά δήλωση του αφηγητή το σκιάχτρο δεν έχει αποκτήσει ακόμα αφτιά ούτε στόμα, η αίσθηση της μοναξιάς επιτείνεται στο έπακρο.

Υπάρχουν όμως και άλλα επίπεδα, όπως το πολιτικό. Η αφήγηση γίνεται λίγες μέρες μετά την εκλογική αναμέτρηση του περασμένου Μαΐου, ο αφηγητής μάλιστα συνεχώς επιστρέφει σε μια σειρά φαινομενικά ασήμαντα  περιστατικά που εκτυλίχθηκαν εκείνη την ημέρα, τα οποία, μέσα από τη διαδοχή χιουμοριστικών κατά κανόνα ανατροπών, στη συνέχεια της αφήγησης αποδεικνύονται ολοένα και πιο σημαντικά. Δεν θέλω να προχωρήσω σε περισσότερες λεπτομέρειες γιατί δεν θα ’θελα να στερήσω από όσους δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο την απόλαυση αυτών των ανατροπών. Θα σταθώ μονάχα σ’ ένα τρυκ του συγγραφέα, ο οποίος δημιουργεί έναν ενδιαφέροντα αφηγητή στον οποίο προσδίδει όλη τη σοφία του παραδοσιακού ανθρώπου που είναι με αυθεντικό τρόπο προσδεδεμένος με τη γη. Θα μπορούσε, παρά την ηλικιακή διαφορά, να θεωρηθεί το άλτερ έγκο του συγγραφέα. Σ’ αυτό όμως το σημείο ο Μακριδάκης επιχειρεί μια ενδιαφέρουσα αντιμετάθεση, και εφοδιάζει ταυτοχρόνως τον αφηγητή με μια πολιτική πανοπλία που έρχεται σε πλήρη ρήξη με τις οικολογικές αντιλήψεις τόσο του ίδιου του αφηγητή όσο και του συγγραφέα, υπογραμμίζοντας θα ’λεγα τις αντιφάσεις που ενυπάρχουν στην έννοια της παραδοσιακότητας. Περισσότερα δεν θέλω να πω, ίσως να έχω αποκαλύψει ήδη πιο πολλά από όσα θα ’πρεπε σε σχέση με τους μηχανισμούς της έκπληξης που ενεργοποιεί συστηματικά ο Γιάννης Μακριδάκης.

Πριν φτάσω στο τέλος αυτής της παρουσίασης, θα παραθέσω ένα ακόμα απόσπασμα του βιβλίου. Ο αφηγητής ανατρέπει για μια ακόμη φορά τη σειρά των σκέψεων που έχει προκαλέσει στον αναγνώστη, ακυρώνοντας το λόγο της κατασκευής του σκιάχτρου.

«Μ’ αυτούς τους δυο, ρε συ, Διομήδη, με τον σκατζόχοιρο και με τον πρασάγγουρα, που είναι οι πιο μεγάλες κατάρες του μπαξέ, εσύ δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Ούτε σε φοβούνται, ούτε σημασία σου δίνουνε. Μη σου πω πως ούτε σε βλέπουνε καλά καλά. Γι’ αυτές τις δουλειές έχω τις γάτες. Και για τους ποντικούς, που ’ρχονται και χαλούνε τα σπορικά οι κερατάδες. Ούτε εκεί φτουράς, Διομήδη. Μη νομίζεις πως φτουράς και για τίποτα δηλαδή, Διομήδη, μετά λύπης μου σου το λέω. Για μόστρα σ’ έχω πιο πολύ και για το έθιμο κι εσένα, όχι πως κάνεις και σπουδαία πράματα. Ούτε τους σπουργίτες δεν θα διώχνεις σε κάμποσες μέρες. Ξέρεις τι πονηροί και ακαμάτηδες είναι αυτοί; Δεν υπάρχει πιο πονηρό πουλί από τον σπούργιτα, πλην την κίσσα τη ρουφιάνα, που κατεβαίνει όποτε με δει να σπείρω το μπιζέλι και μου παίρνει τους σπόρους από μέσα από τη γης.»

Αυτό τώρα μου θύμησε εμένα κάτι άλλο:

«Δυο βήματα μακριά μου, καθισμένα στο πιο ψηλό κλαδί κάποιου θάμνου, κελαηδούσαν εύθυμα καρδερίνες, φλώροι, σπίνοι και άλλα πουλιά ολόκληρο το πρωινό, χαρούμενα για τη συντροφιά μου, μα έτοιμα να πετάξουν ως το χωράφι κάποιου άλλου χωρικού, αν το χωράφι μου δεν ήταν εκεί. Την ώρα που σπέρνω μου φωνάζουν: ‘Ρίξε το σπόρο, ρίξε τον. Σκέπασέ τον, σκέπασέ τον. Θα τον βρω, θα τον βρω!’.»

Νάτη πάλι η συνάντηση του Μακριδάκη με τον Θορώ!

Πίσω στην Ελλάδα, συνεχίζει ο πολύς Θόδωρος Πεπόνας:

«Τέλος πάντων, ας μη σε απογοητεύω κιόλας, ακόμα δεν σ’ έστησα και νιώθεις πως σε κάμνω και με το ζόρι. Θα σε φτιάξω πολύ όμορφο και θα σε μπήξω εδώ, κι εσύ κάνε ό,τι μπορείς. Τουλάχιστον τώρα, στην αρχή, κάτι θα καταφέρεις. Διότι τώρα είναι όλη η υπόθεση. Που ’ναι ακόμα μωρά τα φυτά κι έχουνε ανάγκη».

Κι εδώ παίρνει τη σκυτάλη το χιούμορ, ιδιαίτερο -αν και υπόγειο- χαρακτηριστικό του βιβλίου αυτού σε σχέση με τα προηγούμενα του Γιάννη Μακριδάκη:

«Κάτσε να σε σηκώσω τώρα. Να σε στήσω εδώ μες στη μέση, να δούνε οι κωλοσπουργίτες τι έχουνε να πάθουνε. Και μετά θα σου ζωγραφίσω τη μούρη να με βλέπεις. Μη χάσεις.»

 

Σημείωση: Το κείμενο αυτό είναι η παρουσίαση του νέου βιβλίου του Γιάννη Μακριδάκη «Του Θεού το μάτι» (εκδόσεις Εστία), στο πλαίσιο της «Λογοτεχνικής εκδήλωσης για τον Αργύρη Χιόνη» που έγινε προχθές στο Ξυλόκαστρο.

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>