Η επανάσταση σήμερα

Κατά τον αείμνηστο Βασίλη Ραφαηλίδη (και σε ελεύθερη απόδοση), Επανάσταση σημαίνει το ξαναστήσιμο σε άλλη βάση μιας κατάστασης που έχει ξεφύγει, που έχει πάρει άσχημο δρόμο, που έχει υποτροπιάσει. Στην πορεία της ανθρωπότητας έγιναν πολλές βίαιες και αιματηρές επαναστάσεις, οι οποίες σε μικρό ή μεγάλο βαθμό πέτυχαν να ξαναστήσουν τα πράγματα στην επιθυμητή βάση τους αλλά, όπως ιδίως αντιλαμβανόμαστε σήμερα, το ξαναστήσιμο αυτό ήταν πάντα πρόσκαιρο, με διάρκεια λίγων ετών ή πολλών δεκαετιών.

Διότι, όσο αίμα και βία χρειάστηκε για να επαναστηθούν ανά τους αιώνες τόσες φορές τα πράγματα, τόσο ανώδυνα, υπόγεια και ανεπαίσθητα με το πέρασμα των χρόνων διολίσθαιναν ξανά, με αποτέλεσμα να φτάσουμε τελικά στο σήμερα και να βλέπουμε το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων της γης να υποφέρει, να εξουσιάζεται από μια ισχνή μειονότητα των επωνομαζόμενων αγορών. Να βλέπουμε μια ανθρωπότητα που ζει, παρόλο τον εκσυγχρονισμό του βίου και την άνοδο του πολιτιστικού και βιοτικού επιπέδου στον “ανεπτυγμένο” κόσμο, σε καθεστώς ανασφάλειας, ανέχειας ή εξαθλίωσης.

Με λίγα λόγια, ως τώρα, κάθε αλλαγή προς το συμφέρον των πολλών απαίτησε αίμα πολύ, ενώ κάθε αλλαγή προς το συμφέρον των τραγικά ολίγων έγινε λάου λάου, με μεθόδους υπόγειες, μελετημένες σε βάθος, φαινομενικά αναίμακτες, μεθόδους αποβλάκωσης και αλλοτρίωσης κυρίως.

Η Ελλάδα είναι πολύ χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της πορείας της ανθρωπότητας, κυρίως κατά το σκέλος της “ανεπαίσθητης διολίσθησης”

Από μια χώρα με κατοίκους τραχείς, ψυχωμένους, αυτάρκεις, πλούσιους δίχως χρήματα, ανθρώπους που κέρδιζαν τον βίο τους δύσκολα μεν, κατέχοντας γη και ύδωρ δε, μεταμορφώθηκε μέσα σε λίγες δεκαετίες σε μια χώρα με κατοίκους που από άνθρωποι μεταλλάχθηκαν σε αριθμούς, σε πλαδαρά ομοιώματα, άφησαν την παραγωγή, εγκατέλειψαν τη γη και το ύδωρ που τους έθρεφαν και συνωνιστιζόμενοι σε αστικά κέντρα άρχισαν να ζουν “πολιτισμένα”, ασχολούμενοι όχι πια με τις πρωτογενείς εργασίες διαβίωσης αλλά με δευτερογενείς και τριτογενείς κλάδους της λεγόμενης οικονομίας.

Άφησαν δηλαδή τα πρωτεύοντα, τα απαραίτητα, και έδωσαν βάση στα δεύτερα και τα τρίτα υποκύπτοντας στα καλέσματα των σειρήνων της νέας τάξης, οι οποίες τραγουδούσαν θελκτικά για να μαζέψουν γρανάζια υπόδουλα στο μεγάλο τους κόλπο. Κι οι Έλληνες, που πριν μερικά χρόνια αποθήκευαν σοδειές και σπόρους στα κελάρια τους, βρέθηκαν λίγο λίγο να αποταμιεύουν χαρτονομίσματα.

Οι άνθρωποι που μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ζούσαν δύσκολα μεν ελεύθεροι δε, μεταλλάχθηκαν σε δούλους ενός εντελώς πλασματικού σύμπαντος, μέσα στο οποίο για να τραφούν έπρεπε να προσμένουν τον μισθό στο τέλος του κάθε μήνα. Το “βολικόν” του βίου, η άνευ μόχθου διαβίωση, τους δελέασε και τους εξαπάτησε πλήρως. Λησμόνησαν αμέσως ως και τον βασικό φυσικό νόμο που έμαθαν στα σχολεία και δεν είναι άλλος από την αρχή διατήρησης της ενέργειας. Της κάθε ενέργειας.

Δεν σκέφτηκαν ότι είναι αδύνατον να κερδίζουν πλέον βίον άμοχθο και βολικό και παράλληλα να μην χάνουν τίποτε. Και βρέθηκαν να χάνουν καθημερινά τα πάντα, να οδηγούνται αργά αλλά σταθερά σε αδιέξοδο. Το βασικότερο που έχασαν ήταν η υγεία τους. Σωματική και ψυχική. Γέμισαν οι παραλιακές λεωφόροι και τα γυμναστήρια βαδιστές, οι οποίοι άρχισαν να εξασκούν την καρδιά που είχε μείνει ατροφική και δυσλειτουργική λόγω του ότι κατάφεραν να κερδίζουν τον βίο τους ξεκούραστα. Γέμισαν τα νοσοκομεία φορείς χοληστερίνης και τα κέντρα αδυνατίσματος σάκους λίπους.

Γέμισαν και τα γραφεία των ψυχολόγων, ψυχοθεραπευτών, ψυχιάτρων και ψυχοσυμβούλων (ειδικότητες που πριν τη δεκαετία του 80 ακούγονταν στην Ελλάδα ως “αμερικανιές”), λόγω του ότι το ανικανοποίητο αίσθημα βρήκε χώρο και όρμησε στην άδεια από πρωτογενείς εμπειρίες ζωή τους.Γέμισαν τα ινστιτούτα γιόγκας και τα άσραμ από ανθρώπους που άρχισαν να την ψυλλιάζονται αλλά μη μπορώντας και μη γνωρίζοντας πλέον τι να πράξουν, έπιασαν να ψάχνουν εναλλακτικούς τρόπους ζωής οι οποίοι να έχουν κάτι από την παρελθούσα ζωή αυτών ή των προγόνων τους.

Από άνθρωποι ελεύθεροι, λεβέντες-ισσες και γερά σκαριά οι Έλληνες μεταλλάχθηκαν σε νοικιασμένα στις επιχειρήσεις αναλώσιμα άτομα, σε γρανάζια κυκλοφορίας χρήματος, σε μηχανές που φουλλάριζαν στο τέλος κάθε μήνα για να ταϊζουν με το μεδούλι τους τη νέα τάξη πραγμάτων.

Κι ύστερα ήρθαν τα δάνεια. Συνηθισμένοι στην ευκολία της “καλοζωίας” και με σταθερό εισόδημα πλέον, μπήκαν στο δέλεαρ του παραπανίσιου. Την ίδια στιγμή που ο καθένας προσωπικά μεριμνούσε τι θα κληροδοτήσει στα τέκνα του, όλοι μαζί υπονόμευαν το μέλλον όλων μαζί των τέκνων τους, δανειζόμενοι λεφτά από τις ζωές τους.

Δεν κράτησε πολύ, ως ήταν φυσικό, αυτή η προτελευταία περίοδος του δανεισμού. Είχανε σχέδιο οι δανειστές, άνθρωποι γαρ κι αυτοί. Κι ήρθανε φουριόζοι να θέσουνε την τελική φάση. Να πάρουνε πίσω τα λεφτά. Αυτά που δώσανε συν την τοκογλυφία. Κι άρχισε έτσι το ξεζούμισμα. Χαράτσια και φόροι για να παρθούν αυτά που ακόμη υπάρχουν. Κι ύστερα ξεπούλημα της χώρας, της γης, δημόσιας και ιδιωτικής, των φυσικών πόρων, του ορυκτού πλούτου για να καλυφθούν οι τόκοι.

Αν συνεχίσουμε έτσι, οι μελλοντικές γενιές δεν θα διαφεντεύουν τίποτε σε αυτόν τον τόπο. Πρέπει να επαναστήσουμε την κατάσταση στην πρότερη μορφή της. Κι όπως είδαμε, με βία και με αίμα δεν γίνεται πλέον διότι από τη μια ο φασισμός της νέας τάξης είναι άνευ προηγουμένου, από την άλλη πάλι δεν μπορεί να επαναστατήσει βίαια ένας άνθρωπος νοικιασμένος επί χρόνια, βολεμένος στην πλασματική του πραγματικότητα, μεταλλαγμένος σε αριθμό μιας διεύθυνσης διαμερίσματος ή ενός αριθμού φορολογικού μητρώου.

Ούτε βέβαια ο εξαθλιωμένος μπορεί να σαλπίσει την επανάσταση παρά μόνο το πλιάτσικο. Όσες προσπάθειες βίαιης ανατροπής γίνανε τα τελευταία χρόνια απέτυχαν να φτάσουν ως το τέλος. Η φλόγα της νέας γενιάς τις άναψε αλλά η φωτιά βρήκε μετά χέρσο χωράφι κι έσβησε. Καταπνίγηκαν οι εξεγέρσεις σε λίγες ώρες ή έστω σε δυο τρεις μέρες.

Και τι να κάνουμε λοιπόν; Μα τη σιωπηρή επανάσταση μέσα μας. Την προσωπική μας αλλαγή. Την προσπάθεια κατάκτησης της ισορροπίας. Την επαναμετάλλαξή μας από άτομα σε ανθρώπους. Σε ανθρώπους πιο ελεύθερους από τα δεσμά του πλαστού συστήματος που μας πλασάρει ευζωία και κρίση ανάλογα με τα συμφέροντά του. Να επαναστήσουμε την κατάσταση εξαρχής, να ξαναγυρίσουμε στην παραγωγή χρησιμοποιώντας προς όφελός μας όλα τα επιτεύγματα και τις εξελιγμένες μεθόδους της σύγχρονης ζωής μας. Να γυρίσουμε το κεφάλι λίγο πίσω για να πάρουμε ιδέες, μεθόδους, γνώσεις και υλικά τα οποία θα εξελίξουμε εκμεταλλευόμενοι τις σύγχρονες κατακτήσεις μας για να οδηγηθούμε στην ισορροπία. Ας το κάνουμε όσο είναι καιρός ακόμη.

Είναι απελπιστικά αργά αλλά η κατάσταση ακόμη δεν είναι μη αναστρέψιμη.Αρκεί να κατανοήσουμε επιτέλους ότι η ανάπτυξη με την οποία μας φλομώνουν τόσα χρόνια, από μόνη της είναι ένα τεράστιο ψέμα. Να πάρουμε χαμπάρι ότι όσα επιτεύγματα κατακτήσαμε, τόσα πρωτογενή υλικά και γνώσεις αφήσαμε ελαφρά τη καρδία να χαθούν. Και χάνονται ακόμη.

Να πάρουμε επιτέλους πρέφα τα απλούστατα. Π.χ. ότι δίχως τις μέλισσες και τους σπόρους δεν ζει ο άνθρωπος όσα πολυσύνθετα και δύσκολα κι αν έχει κατακτήσει με τις επιστήμες και την τεχνολογία. Να δούμε μπροστά μας το ηλίου φαεινότερο: Ότι η ζωή είναι απλή, μία κι όμορφη. Κι η ευζωία δεν είναι προνόμιο που κατακτάται μοναχά με την “ανάπτυξή” που τόσα χρόνια μάς προτείνουν.

Υ.Γ
Την ώρα που μόλις είχα τελειώσει αυτό το κείμενο και πριν ακόμη το αποστείλω, βγήκε σε κεντρικό δελτίο ειδήσεων ο Δήμαρχος Λέσβου και είπε για το έργο διάνοιξης του δρόμου Καλλονής – Σιγρίου, το οποίο κινδυνεύει να χαθεί λόγω της αποχής των μηχανικών, ότι είναι το σημαντικότερο έργο ζωής για το νησί. Και φαίνεται λογικό σε όλων μας τα αυτιά αυτό το επιχείρημα των 43 εκ. ευρώ. Ότι το πάλαι ποτέ περήφανο και αυτάρκες νησί της Λέσβου ζούσε και εξήγαγε κιόλας τόσα προϊόντα, δεν το σκέφτεται πια κανείς. Αυτή είναι η κατάντια της σύγχρονης Ελλάδας, της προσηλωμένης μονομερώς στην “ανάπτυξη”.

Be Sociable, Share!

One thought on “Η επανάσταση σήμερα

  1. Λέμε ότι είμαστε μια εξελιγμένη κοινωνία και κάνουμε μια «άνετη» ζωή. Πόσα πράγματα άλλαξαν όμως στη βασική δομή της κοινωνίας από το 1516 μέχρι το 2011 (500 χρόνια μετά);

    Παρακάτω ένα απόσπασμα του βιβλίου Ουτοπία που γράφτηκε στην Αγγλία από τον Τόμας Μορ το 1516μΧ:

    «Τι είδους δικαιοσύνη την λέτε αυτή; Αριστοκράτες, χρυσοχόοι και τοκογλύφοι, που είτε δεν εργάζονται καθόλου, ή κάνουν εργασία που δεν είναι απαραίτητη, αμείβονται για την τεμπελιά τους ή για τις άχρηστες δραστηριότητες τους με μια λαμπρή και πολυτελή ζωή. Μα οι εργάτες, οι αμαξάδες, οι ξυλουργοί και οι γεωργοί, που πάντοτε δουλεύουν σαν τα ζεμένα άλογα, σε εργασίες τόσο απαραίτητες που, αν σταματήσουν να εργάζονται, θα φέρουν την χώρα σε νεκρό σημείο μέσα σε δώδεκα μήνες – τι απολαμβάνουν; ….. .
    Μπορείτε να διακρίνετε καθόλου δικαιοσύνη ή ευγνωμοσύνη σε ένα κοινωνικό σύστημα που κατασπαταλάει τόσο μεγάλες αμοιβές στους «ευγενείς», στους «χρυσοχόους» κτλ, που είτε είναι ολοκληρωτικά μη παραγωγικοί ή απλά παράγουν τα μέσα πολυτελείας και καλοπέρασης, μα δεν είναι το ίδιο ευγενικό στην αμοιβή που δίνει στους γεωργούς, τους ανθρακωρύχους, τους εργάτες, τους καραγωγείς ή τους ξυλουργούς, που χωρίς αυτούς δεν θα μπορούσε να υπάρξει κοινωνία; Και η αποκορύφωση της αγνωμοσύνης έρχεται όταν γεράσουν και αρρωστήσουν και είναι εντελώς άποροι. Αφού τους εκμεταλλευτεί στα καλύτερα χρόνια της ζωής τους, η κοινωνία ξεχνάει τώρα όλες τις άγρυπνες ώρες που πρόσφεραν στην υπηρεσία της και τους ξεπληρώνει όλη τη ζωτική εργασία που της πρόσφεραν αφήνοντας τους να πεθάνουν στην φτώχεια. Κι επιπλέον, οι σαθρές αποδοχές των φτωχών καθημερινά εξανεμίζονται από τους πλούσιους, όχι μόνο με τις προσωπικές τους ατιμίες, μα και με δημόσια νομική κατοχύρωση. Λες και δεν ήταν ποτέ άδικο πως αυτός που προσφέρει τα περισσότερα στην κοινωνία να παίρνει τα λιγότερα, το κάνουν ακόμα χειρότερο, και μετά τα κανονίζουν έτσι ώστε η αδικία να χαρακτηρίζεται από το νόμο σαν δικαιοσύνη.
    Στα αλήθεια όταν σκέφτομαι οποιονδήποτε κοινωνικό σύστημα που υπάρχει στην εποχή μας, δεν μπορώ μα το θεό, να το δω αλλιώς παρά ως συνομωσία των πλουσίων να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα τους με το πρόσχημα πως οργανώνουν την κοινωνία, να ψάχνουν και βρίσκουν κάθε είδους τεχνάσματα και απατεωνιές, πρώτα για να διατηρήσουνε τα άνομα κέρδη τους, και μετά για να εκμεταλλευτούν τους φτωχούς αγοράζοντας την δουλειά τους όσο πιο φτηνά γίνεται. …. Έτσι μια αδίστακτη μειοψηφία, οδηγημένη από την ακόρεστη λαιμαργία της μονοπωλεί αυτά που θα ήτανε αρκετά να καλύπτουν τις ελλείψεις ολόκληρης της ανθρωπότητας.»
    Thomas More, Outopia

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>