Παρουσίαση στον Πολίτη της Κύπρου

“Το ζουμί του πετεινού”

11/02/2013

Γράφει η Αίγλη Τούμπα

ΤΟΥ ΓΙΆΝΝΗ ΜΑΚΡΙΔΆΚΗ
ΕΚΔΌΣΕΙΣ ΕΣΤΊΑ
ΣΕΛ. 92

Έκανα πολλές προσπάθειες για να εντοπίσω τον Γιάννη Μακριδάκη… Μόλις όμως πήρε το mail μου, απάντησε την ίδια κιόλας μέρα, και είναι εφικτό σήμερα να έχουμε και τις δικές του απόψεις πάνω στο καινούργιο του βιβλίο. Δεν έχει επισκεφθεί ποτέ την Κύπρο και αυτό είναι στα σχέδιά του, ας ελπίσουμε ότι θα έχει το βιβλιόφιλο κοινό μια ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά έναν ποιοτικό συγγραφέα.
Τον Γιάννη Μακριδάκη τον γνώρισα μέσα από τη νουβέλα του “Η δεξιά τσέπη του ράσου” και είχα πραγματικά εντυπωσιαστεί από τη λατρεία που δείχνει έμπρακτα για τη γλώσσα που χρησιμοποιεί.
Έκτοτε καρτερώ με ανυπομονησία καινούργιο του βιβλίο γιατί είμαι πλέον σίγουρη, μετά από έξι βιβλία/νουβέλες δικές του που έχω διαβάσει, ότι δεν θα με απογοητεύσει, ότι θα ταξιδεύσω μέσα από ολοζώντανες περιγραφές και θα απολαύσω εικόνες από τη Χίο, τη γενέτειρά του, όπου εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται. Με ήρωες απλούς καθημερινούς ανθρώπους, σημερινούς αλλά και παλαιότερους: μοναχοί, ναυτικοί, ψαράδες, απλοί χωρικοί, μέσα από μια χιώτικη ηθογραφία, μας περνά τον τρόπο ζωής των κατοίκων, χρησιμοποιώντας ζωντανή γλώσσα του τόπου, κομμένη και ραμμένη στον κάθε ήρωά του, μ’ έναν πλούτο λέξεων και εκφράσεων. Χρησιμοποιεί μεγάλες παραγράφους, λες και γράφει όλο το βιβλίο χωρίς να σταματήσει… μέσα σε μία μέρα.
Το ζουμί του πετεινού
Ο Παναγής παντρεύεται τη Θεοδοσία και την πείθει να ζήσουν στη Λειμώνα, μια περιοχή με εύφορη κοιλάδα πίσω από τα βουνό κοντά στη θάλασσα, σε ένα κτήμα κληροδότημα από τον προπάππο του, που του έδωσε ευχή και κατάρα να μην πουλήσει ποτέ.
Φτιάχνει μιαν ταβέρνα όπου τα Σαββατοκύριακα γεμίζει με κόσμο που έρχεται για να απολαύσει το ποιοτικό φαγητό αλλά και να ακούσει τις ατελείωτες ιστορίες που διηγείται ο Παναγής, που κάποτε τις παραφουσκώνει:

“η χαρά του ήτανε να βλέπεις τις πιατέλες στο τέλος αδειανές, να ‘χουνε σφουγγαριάσει και το ζουμάκι με του ψωμιού την ψίχα, να γλείφουνε ακόμα και τα δάκτυλά τους οι μουστερήδες του…”

Και ενώ στην πόλη όλοι ασχολούνται και βιώνουν τις επιπτώσεις της κρίσης, οι άνθρωποι του χωριού δεν έχουν πάρει χαμπάρι. Ζουν την καθημερινότητα μέσα στα περιβόλια και τα μαντριά τους, είναι ευτυχισμένοι γιατί η γη τούς ανταμείβει και δεν τους λείπει τίποτα.

Ξαφνικά ο Παναγής κάθεται πλάι σε μια νεοφερμένη παρέα:

“να τους ακούει μέσα από τη ζάλη του και να κοιτά σα χάνος, είχε γουρλώσει και τα μάτια του καθώς δεν καταλάβαινε πολλά πολλά απ’ αυτά που συζητούσανε μα μια κουβέντα τους ήρθε και τον κτύπησε ίσια μες στην καρδιά, πως το κράτος για να μαζέψει τα βερεσιέδια του θ’ αρχίσει όπου να ‘ναι να πουλάει γη και ύδωρ στους ξένους…”

Χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του… ακούει πράγματα που τον εξωθούν να σπάσει την τηλεόραση.
Μια νουβέλα παπαδιαμαντικών διαστάσεων, βγαλμένη μέσα από την ηθογραφία, εκθειάζει τη φύση και τη ζωή, αλλά θυμίζοντάς μας ότι τη διαφορά σ’ ένα βιβλίo την κάνει πάνω απ’ όλα η τέχνη του λόγου.

Ο Γιάννης Μακριδάκης γράφει στον “Π”

8-ΒΙΒΛΙΟ2

“Το ζουμί του πετεινού” είναι μια νουβέλα που αντιπαραβάλλει άμεσα τη ζωή στη φύση με τη ζωή στην κρίση και αποτελεί την προσωπική μου πρόταση για απεγκλωβισμό και απεξάρτηση, όσο μπορεί ο καθένας, από το χρηματοοικονομικό σύστημα.

Είναι μια υπενθύμιση των αξιών της ζωής τις οποίες απαξιώσαμε εντελώς, ανάγοντας σε υπέρτατη αξία το χρήμα, με αποτέλεσμα να γίνουμε σκλάβοι του και να νιώθουμε τελείως αδύναμοι και ανήμποροι δίχως αυτό.

Η παραγωγική ζωή, η ζωή με διατροφική αυτάρκεια και γνώσεις πρωτογενείς, ο πλούτος δίχως χρήμα και η φιλοσοφία που έχει επίκεντρο τη γη, τον σπόρο, τον φυσικό πόρο, η περηφάνια του ανθρώπου που δεν ξεπουλά τη γη και την πατρίδα του για χρήμα, όλα αυτά προβάλλονται μέσα από τη νουβέλα και αποτελούν συγχρόνως μια πρόταση ζωής και μια απεγνωσμένη κραυγή διαμαρτυρίας για τη συμπεριφορά των Νεοελλήνων, οι οποίοι αλλοτριώθηκαν τόσο πολύ κατά τις τελευταίες δεκαετίες της πλασματικής τους ευημερίας, που τώρα δεν διστάζουν να ξεπουλήσουν ελαφρά τη καρδία ακόμα και την πατρίδα τους, τους φυσικούς τους πόρους, τη δημόσια περιουσία τους, για να λάβουν χρήμα και να ξεπληρώσουν τα δανεικά. Το αποτέλεσμα θα είναι οι επόμενες γενιές να βρεθούν όχι μόνο χρεωμένες, αλλά και δίχως πατρίδα, δίχως πρώτη ύλη για να εργαστούν και να ζήσουν. Ξένοι στον τόπο τους.

Όλα αυτά κάνουν τον ήρωά μου, τον Παναγή, που ζει όλη του τη ζωή καταγής, να μην μπορεί ούτε να κατανοήσει ούτε να αποδεχτεί τα όσα ακούει και βλέπει να συμβαίνουν γύρω του, στη σύγχρονη Ελλάδα.

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>