Συνέντευξη στην koel.gr

Ο Γιάννης Μακριδάκης είναι ένας νέος συγγραφέας –αν και ο ίδιος δεν δέχεται τον χαρακτηρισμό συγγραφέας– που ξεχώρισε με το ντεμπούτο του, τον Ανάμιση Ντενεκέ, για να επιβεβαιώσει στη συνέχεια με τη νουβέλα Η Δεξιά Τσέπη του Ράσου ότι αποτελεί μια αξιοπρόσεκτη φωνή στα σύγχρονα ελληνικά γράμματα.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Χίο, ο Μακριδάκης επέλεξε μετά τις σπουδές του στα Μαθηματικά να επιστρέψει στο νησί του, όπου και ίδρυσε, το 1997, το Κέντρο Χιακών Μελετών Πελινναίο, με αξιόλογη δράση στη μελέτη της ιστορίας και της λαϊκής παράδοσης του νησιού αλλά και στη διασφάλιση της ταυτότητάς του σήμερα. Μέσα από τη δραστηριότητα του Πελινναίου, προέκυψαν και τα πρώτα βιβλία του Μακριδάκη: Χιώτες Πρόσφυγες και Στρατιώτες στη Μέση Ανατολή, Μαρτυρίες (1941-1946) (Κ.Χ.Μ., 2006) και 10.516 Μέρες: Ιστορία της Νεοελληνικής Χίου 1912-1940 (Κ.Χ.Μ., 2007). Ακολούθησε, κι αυτό σε απόλυτη σχέση με την ερευνητική δουλειά του Μακριδάκη, το μυθιστόρημα Ανάμισης Ντενεκές (Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2008 – ετοιμάζεται και η μετάφραση στα τουρκικά), βιβλίο που προέκυψε απρογραμμάτιστα, τυχαία, όπως λέει ο ίδιος: “Δεν είχα σκοπό να γράψω ένα ευρείας ανάγνωσης βιβλίο, ούτε πολύ περισσότερο είχα κανένα στόχο να αποκτήσω την ιδιότητα του συγγραφέα –και δη του λογοτέχνη–, την οποία ούτε και τώρα υιοθετώ, δηλαδή δεν αυτοπροσδιορίζομαι ως συγγραφέας. Ο Ανάμισης Ντενεκές προέκυψε μόνος του, όπως ακριβώς έχουν προκύψει όλα όσα έχω κάνει ως τώρα. Το βιβλίο δεν ήταν αυτοσκοπός. Η περιέργειά μου για τον θρύλο που υπέπεσε στην αντίληψή μου και με γοήτευσε, με ώθησε στην έρευνα. Και η ανάγκη να πω σε κάποιους ανθρώπους τα όσα εκπληκτικά κατά την άποψή μου ανακάλυψα μέσα από αυτό το ταξίδι στο παρελθόν, οδήγησε στην αυθόρμητη συγγραφή ενός βιβλίου που ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι θα γράψω”.

Όπως και αν προέκυψε, γεγονός είναι ότι το βιβλίο ξεχώρισε και αγαπήθηκε, παρά το ότι διαφοροποιείται –ή ίσως ακριβώς επειδή διαφοροποιείται– από τα συνηθισμένα πρώτα βιβλία των σύγχρονων λογοτεχνών, τόσο ως προς τη θεματολογία, όσο και ως προς τη γλώσσα (γλώσσα που μερίδα τουλάχιστον της κριτικής θεωρεί παπαδιαμαντική – και σίγουρα είναι ένα από τα δυνατά σημεία του Μακριδάκη).

Ο Ανάμισης Ντενεκές εξελίσσεται στη Χίο του πρώτου μισού του προηγούμενου αιώνα και του σήμερα. Ένας Χιώτης μετανάστης στην Αμερική, ο Γιώργος Πέτικας, επιστρέφει στο νησί για να ζήσει μια ήσυχη ζωή δίπλα στην αγαπημένη του. Διαπράττει όμως ένα έγκλημα πάθους, καταφεύγει στα βουνά για να διαφύγει τη σύλληψη (ο τίτλος του μυθιστορήματος είναι το όνομα που δίνει στο κρησφύγετό του) και τελικά γίνεται θρύλος για τους ντόπιους. Χρόνια αργότερα, ο συγγραφέας/αφηγητής ερευνά αυτή την ιστορία και προσπαθεί να εντοπίσει τις πραγματικές της διαστάσεις πέρα από το θρύλο, βρίσκοντας το δρόμο του ανάμεσα στις υπερβολές, τις αντιφάσεις, ακόμα και τις αποσιωπήσεις της τοπικής κοινωνίας. Ο Μακριδάκης διαχειρίζεται εξαιρετικά τις πολλαπλές αφηγήσεις για να σκιαγραφήσει τον ήρωά του, γράφοντας με καλοδουλεμένη γλώσσα και αξιοποιώντας τη ζωντάνια της ντοπιολαλιάς. Με τον Ανάμιση Ντενεκέ, ο Μακριδάκης ήταν υποψήφιος για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου του περιοδικού Διαβάζω (διάκριση που δόθηκε τελικά στη νουβέλα Προδοσία και Εγκατάλειψη της Σταυρούλας Σκαλίδη).

“Με έλκει το περιθώριο”

Ακολούθησε, ένα χρόνο αργότερα, η νουβέλα Η Δεξιά Τσέπη του Ράσου. Αυτή τη φορά ο Μακριδάκης επιλέγει να φωτίσει το παρόν – ή, καλύτερα, μια άκρη του παρόντος, την άκρη ενός καλόγερου, του Βικέντιου, που ζει με μόνη συντροφιά μια σκυλίτσα, τη Σίσσυ. Όταν η Σίσσυ πεθαίνει στη γέννα, ο Βικέντιος θα κάνει απελπισμένες προσπάθειες να σώσει ένα, έστω, απ’ τα κουτάβια της. Είναι οι μέρες που οι πιστοί πενθούν τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο: τα νέα φτάνουν στον Βικέντιο πρώτα απ’ το ραδιόφωνο και μετά απ’ τους προσκυνητές.

Ο Μακριδάκης δεν έχει σχέση με τη ζωή της εκκλησίας. Ο λόγος που διαλέγει για ήρωα έναν μοναχό είναι άλλος: “Με έλκει το περιθώριο. Οι μοναχικές ζωές στην άκρη της κοινωνίας. Και ο Πέτικας και ο Βικέντιος είναι ήρωες μοναχικοί, ο καθένας με διαφορετικά χαρακτηριστικά βέβαια, αλλά με κοινό σημείο τη λοξή προσέγγιση του βίου. Η λοξή πορεία με συναρπάζει. Η σχέση μου με την εκκλησία είναι όση και η σχέση μου με το φονικό πάθους. Αυτό δεν σημαίνει πως επειδή δεν είμαι σε θέση να κάνω φόνο έστω και από πάθος ή επειδή δεν με αγγίζουν τα περί χριστιανισμού, δεν μπορώ να ασχοληθώ, να μελετήσω και να περιγράψω ανθρώπινους χαρακτήρες που έχουν σχέση με αυτά τα θέματα. Η λοξή πορεία έχει σημασία για μένα, όχι η ίδια η λόξα της”.

Η ιστορία του Βικέντιου μοιάζει εκ πρώτης όψεως ασήμαντη, μικρή, ειδικά σε σχέση με το συλλογικό εκκλησιαστικό πένθος που βρίσκεται στο φόντο της, όμως ο Μακριδάκης κατορθώνει να της δώσει πνοή, τόσο με τη γλώσσα της αφήγησης, όσο και με τη γνησιότητα και την τρυφερότητα της ματιάς του στον κόσμο του μοναχού, κάνοντας ταυτόχρονα ένα σχόλιο για την απόσταση που χωρίζει την εκκλησιαστική εξουσία από τους απλούς πιστούς, αλλά και για την ομορφιά των απλών πραγμάτων. Το αποτέλεσμα είναι μια ιστορία που προσφέρει πολύ περισσότερα απ’ όσα μοιάζει αρχικά να υπόσχεται. Όσο για το αν είναι παλιομοδίτικες οι επιλογές του ή όχι –ειδικά σε μια λογοτεχνία που μοιάζει επικεντρωμένη κυρίως στο αστικό μυθιστόρημα–, αυτό δεν τον απασχολεί: “Δεν με ενδιαφέρουν τα περί σύγχρονης ή παλαιάς μόδας διότι ποτέ δεν ζούσα παρακολουθώντας ή ακολουθώντας τις μόδες. Άρα και ποτέ δεν με απασχολούσε αν αυτό που πρεσβεύω ή δημιουργώ ακολουθεί τη μόδα της εποχής”.

Το Πελινναίο

Κύρια δραστηριότητα του Μακριδάκη εξακολουθεί να είναι το Κέντρο Χιακών Μελετών Πελινναίο: είναι υπεύθυνος για την οργάνωση του ερευνητικού προγράμματος του κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το περιοδικό Πελινναίο που κυκλοφορεί κάθε τρίμηνο. Το ρόλο του κέντρου στα δεκατρία χρόνια λειτουργίας του τον συνοψίζει ως εξής: “Το Πελινναίο ασχολείται με τομείς όπως η ιστορία, η αρχιτεκτονική, η γεωλογία, σπηλαιολογία, βοτανολογία, η ανθρωπολογία και γενικά η μελέτη οποιουδήποτε παλαιού ή σύγχρονου θέματος και τεκμηρίου της Χίου. Παράλληλα το Πελινναίο παράγει πολιτική, διαμορφώνει συνειδήσεις και οργανώνει αντιδράσεις ενάντια στην “ανάπτυξη” που πρεσβεύει η πλειονότητα των νεοελλήνων, οι οποίοι με γνώμονα το βραχυπρόθεσμο κέρδος συμπεριφέρονται ως αποικιοκράτες στην ίδια τους τη χώρα. Οι δράσεις και η σταθερή προσήλωση στις αρχές μας όλα αυτά τα χρόνια έχουν φέρει κοντά μας φανατικούς υποστηρικτές και απέναντί μας φανατικούς αντιδρώντες. Αυτή η πολωμένη και συνεχώς εκρηκτική κατάσταση μας κάνει να προχωράμε συνεχώς παρακάτω με μοναδικό και απόλυτο στόχο η δουλειά και η στάση ζωής μας να αποτελεί πηγή έμπνευσης για ολοένα και περισσότερους νέους ανθρώπους”.

* Στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας, εκ παραδρομής το βιβλίο Υπερηφάνεια και Προκατάληψη αποδόθηκε στη Σταυρούλα Σκαλίδη. Το βιβλίο φυσικά είναι της Τζέιν Όστιν. Η νουβέλα της Σταυρούλας Σκαλίδη στην οποία αναφερόμαστε λέγεταιΠροδοσία και Εγκατάλειψη. Ζητάμε συγγνώμη από τους αναγνώστες μας και τη συγγραφέα για το λάθος.

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>