Συνέντευξη στην Γκέλη Μαδεμλή (cityportal)

Ο ιδρυτής του Κέντρου Χιακών Μελετών αξιοποιεί στα μυθιστορήματά του (εκδόσεις της Εστίας) τα ερευνητικά του εργαλεία -συνεντεύξεις, απομαγνητοφωνήσεις, ψήγματα προφορικής παράδοσης- και παράγει υψηλή τέχνη του λόγου, παρουσιάζοντας παραγνωρισμένα μέρη της ελληνικής ιστορίας. Ο Γιάννης Μακριδάκης έδωσε συνέντευξη στην Γκέλυ Μαδεμλή και το περιοδικό CITY .

 

Πότε ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με τη λογοτεχνία; Πώς σχετίζεται με τις δραστηριότητες και τους Στόχους του Κέντρου;
Το Κέντρο Χιακών Μελετών «Πελινναίο» το ίδρυσα το 1997 από αγάπη προς τη Χίο, προς την έρευνα και προς τη γραφή. Όλα αυτά είναι απόλυτα σχετικά με τη λογοτεχνία, όπως φαίνεται και μέσα από το ως τώρα έργο μου, αφού στα βιβλία συνυπάρχουν η Χίος, η έρευνα κι ελπίζω η τέχνη. Επειδή μου αρέσει και ασχολούμαι πολλά χρόνια τώρα με θέματα ανθρωπολογικά, κάνω συνεντεύξεις και αρχειοθετώ μαρτυρίες ανθρώπων, αυτό νομίζω ότι είναι το βασικό χαρακτηριστικό της γραφής μου. Καταγράφω τη λογοτεχνία που ακούω γύρω μου και την τέχνη της ζωής και της φύσης που με περιβάλλει.. Εγώ απλά την εντάσσω μέσα σε επινοημένες ιστορίες.

 

Κεντρική θέση στην πλοκή των βιβλίων σου κατέχουν ιστορικά γεγονότα του τόπου σου. Σε ποιο βαθμό μπορεί να γίνει η λογοτεχνία ικανός τρόπος ανάγνωσης της ιστορίας –μπορεί ίσως η «μυθοπλασία» να φέρει διαστρεβλώσεις;
Τα ιστορικά γεγονότα στα βασικά τους χαρακτηριστικά δεν μπορούν να αλλοιωθούν. Συνέβησαν, καταγράφηκαν και υπάρχουν. Οι προσωπικότητες, ως μέρος της μυθοπλασίας, μπορούν βέβαια να υποστούν αλλοιώσεις ανάλογα με τα πιστεύω, τις γνώσεις και τις σκοπιμότητες του κάθε πεζογράφου. Εγώ αποφεύγω να χρησιμοποιώ ιστορικές προσωπικότητες σε ενεργούς ρόλους. Οι ήρωές μου είναι ανώδυνοι για τη ροή της Ιστορίας, απλοί άνθρωποι οι οποίοι απλώς και μόνο έζησαν τα γεγονότα στη γέννησή τους και επηρεάστηκαν από τα απόνερα της Ιστορίας καθώς δημιουργούνταν.

 

Η γλώσσα που χρησιμοποιείς έχει στοιχεία ιδιολέκτου και δανείζεται  φόρμες από παλαιότερα Ελληνικά. Σε δυσκόλεψε καθόλου η γραφή σε αυτό το ύφος;
Η γλώσσα που χρησιμοποιώ είναι η γλώσσα που ακούω γύρω μου, η γλώσσα με την οποία μεγάλωσα και η γλώσσα με την οποία ακόμα μιλάει ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής επαρχίας κι ας θέλουν να το ξεχνάνε αυτό ή να το σνομπάρουν κάποιοι. Δεν με δυσκολεύει καθόλου όπως καταλαβαίνεις, υπάρχει ζωντανό μέσα μου.

 

Το βιβλίο «Ανάμισης ντενεκές» μεταφράστηκε και στην τουρκική γλώσσα. Πώς προέκυψε αυτή η μετάφραση, έχεις εικόνα του για τις πρώτες αντιδράσεις των αναγνωστών στην απέναντι όχθη;
Απέναντι όχθη, όπως το είπες. Εδώ νομίζω ώρες ώρες ότι ζούμε στις όχθες μιας λίμνης, έτσι δείχνει το τοπίο. Άρα δεν είναι κάτι δύσκολο οι γείτονες να ανακαλύψουν ένα βιβλίο, έναν συγγραφέα ή κάποιο άλλο προϊόν που τους ενδιαφέρει. Έχουμε πολύ καλές σχέσεις με την Τουρκία, έχουμε φίλους στη Σμύρνη, υπάρχει εμπορικό αλισβερίσι και καθημερινή επικοινωνία ανάμεσα στις δυο ακτές. Όλα λοιπόν είναι πολύ προβλέψιμα. Όσο για την υποδοχή από το αναγνωστικό κοινό, την έζησα από πρώτο χέρι και ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία για μένα αυτός ο ενθουσιασμός.

 

Έχεις περιγράψει πολλές φορές την ταλαιπωρία και το στιγματισμό που σου επέβαλαν οι τοπικές αρχές με αφορμή τις θέσεις σου για τη σύσφιξη των σχέσεων του νησιού με τη Σμύρνη, έχεις δει αυτή τη στάση να αλλάζει με την πάροδο των ετών;
Όταν ξεκίνησα πριν από δέκα και πλέον χρόνια να μαθαίνω τουρκικά και να γράφω άρθρα για τη σύσφιξη των σχέσεων των δύο λαών, χαρακτηρίστηκα ως κατάσκοπος και εχθρός της πατρίδας. Σήμερα όλα τα ιδιωτικά φροντιστήρια ξένων γλωσσών στο νησί έχουν τμήμα τουρκικής γλώσσας και πάρα πολλοί ντόπιοι κάθε ηλικίας μαθαίνουν τη γλώσσα των γειτόνων μας. Έχει αλλάξει λοιπόν η κατάσταση και αισθάνομαι απόλυτα δικαιωμένος. Όσο για αυτά που πέρασα, δεν πειράζει, έτσι είναι, όποιος ανοίγει τα μονοπάτια πατάει και τα αγκάθια.

 

Ο Κωνσταντής στο «Ήλιος με δόντια» ταυτίζεται με το «Ιδιώνυμον». Είναι έκδηλο στα κείμενά σου πως οι κεντρικοί χαρακτήρες συγκρούονται με την υποτιθέμενη «Προστασία του Κοινωνικού Καθεστώτος» που προσπαθούν να επιβάλλουν οι τοπικές κοινωνίες… Πρόκειται ίσως και για μια μεταφορά για το ρόλο του συγγραφέα – ερευνητή στη σημερινή Ελλάδα;
Βέβαια. Ο συγγραφέας ερευνητής, ο καλλιτέχνης, ο κάθε μη βολεμένος και ο κάθε διαφορετικός άνθρωπος στην Ελλάδα και κυρίως στην επαρχία, αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Τον κατατάσσουν σε κάποιο κουτάκι επειδή ακριβώς δεν μπορούν να κατανοήσουν τι κάνει, για ποιο λόγο δεν ασχολείται με το χρήμα, με το να χτίζει τσιμέντα και με το να σχολιάζει τους γύρω του βλέποντας ποδόσφαιρο. Οι κυριότερες κατηγορίες στις οποίες κατατάσσουν τέτοιου είδους ανθρώπους είναι «αδελφή», «τρελός», «παράξενος», «ναρκομανής» ή «κατάσκοπος». Δίνοντάς του κάποια από αυτά τα χαρακτηριστικά, ησυχάζουν, θεωρούν εαυτούς κανονικούς και τον άλλον παθολογική ή παράνομη περίπτωση και προχωρούν τη ζωή τους βυθισμένη στην πλάνη και στο μαύρο σκοτάδι όπως έκαναν και πριν λάβουν όποια ερεθίσματα έλαβαν από αυτόν τον «παράξενο άνθρωπο». Κάποιοι βέβαια τυχεροί κάποτε δικαιώνονται, οι περισσότεροι όμως δεν προλαβαίνουν να γευτούν εν ζωή τη δικαίωση. Αυτό συμβαίνει από παλιά στην Ελλάδα, δεν έχει αλλάξει, γι αυτό ακούμε και λέμε για κάποιους ότι ήτανε πολύ μπροστά από την εποχή τους. Τα ίδια τράβηξαν κι εκείνοι.

 

Ο Πέτικας, ο Βικέντιος, ο Κωνσταντής, μοιάζουν να βρέθηκαν να κινούνται στο περιθώριο όχι από επιλογή, αλλά αναγκαστικά -επειδή δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν την εκάστοτε κοινωνική νόρμα. Θα έλεγε κανείς πως η σύγκρουση με τις όποιες κοινωνικές συμβάσεις μπορεί να «διαβαστεί» και με αρνητικό πρόσημο, ως μια μορφή αδυναμίας. Δεν σε απασχολεί αυτό;
Τίποτα δεν είναι μόνο θετικό. Και βέβαια είναι αδυναμία να μη μπορείς να είσαι όπως όλοι. Φέρνει και πόνο αυτή η αδυναμία διότι η μοναχική πορεία, η διαφορετικότητα δημιουργεί ακραίες εμπειρίες και συναισθήματα. Από μεγάλες χαρές μέχρι μεγάλες δυστυχίες. Και πρέπει η ψυχή να αντέχει. Οι διαφορετικοί άνθρωποι λοιπόν έχουν ψυχή που αντέχει και εκεί έγκειται η διαφορετικότητά τους. Αντέχει και καθοδηγεί. Είναι τόσο δυνατή που δεν τους άφησε περιθώρια να ξεφύγουν από το θέλημά της, την ακολούθησαν σε κάθε στιγμή, δεν καταπίεσαν το είναι τους για να «συμμορφωθούν με την πιάτσα». Το λόγω ψυχής λοιπόν αρνητικό πρόσημο δεν μετράει, είναι για μένα πάντα «άριστα».

 

Στο «Ανάμισης Ντενεκές» και το «Ήλιος με δόντια», πιάνεις το νήμα από την εποχή λίγο πριν τον Α΄Π.Π. Τι είναι αυτό που σε κάνει να επιστρέφεις εκεί;
Αυτή την εποχή την ξέρω καλά διότι έχω μελετήσει μέρα προς μέρα όλον τον τοπικό τύπο της εποχής 1912-1940 για τις ανάγκες μιας έρευνας (11.500 φύλλα εφημερίδων). Έγραψα το βιβλίο «10.516 μέρες, Ιστορία της Νεοελληνικής Χίου», που αφορά ακριβώς αυτή την περίοδο και όπως καταλαβαίνεις, την έχω πλέον αρκετά χωνεμένη μέσα μου. Άρα είναι εύκολος καμβάς για να μπορώ πάνω σε αυτόν να στήσω τις ιστορίες μου.

 

Θα συμφωνούσες με την τοποθέτηση πως για τους κατοίκους των μεγάλων πόλεων υπάρχει μια επιτηδευμένη δαιμονοποίηση της ελληνικής επαρχίας: από τη μία ως ο τόπος ανάπτυξης της «γνησιότητας» αισθημάτων, από την άλλη ως το πεδίο έκφρασης σκοτεινών πλευρών της ανθρώπινης φύσης;
Δεν νομίζω ότι είναι δαιμονοποίηση. Είναι η πραγματικότητα. Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο, ο άνθρωπος τις πόλεις και ο διάβολος τις κωμοπόλεις. Και στην πόλη υπάρχουν αυτές οι δυο εκφάνσεις τις ανθρώπινης φύσης που περιέγραψες αλλά μπορούν να μένουν αόρατες σε όποιον δεν θέλει να τις βλέπει. Στην επαρχία, θες δε θες, θα πέσεις πάνω τους, θα τις δεις, θα τις βιώσεις. Δεν είναι όλα ρόδινα ούτε όλα μαύρα στην ελληνική επαρχία. Γενικώς βέβαια κυριαρχεί η αμορφω

Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010
Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>