Η πάλη των τάξεων στο Αιγαίο (εφημ. Έθνος)

Η πάλη των τάξεων στο Aιγαίο

Μια απ’ τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις μου είναι μια παιδική αταξία: Ο πατέρας μου, χήρος, που μεγάλωσε τρία αγόρια μόνος του, με έβαζε τα καλοκαίρια που έκλειναν τα σχολεία, στη θέση του συνοδηγού όποτε επρόκειτο να κλείσει μια επαγγελματική συμφωνία ως ασανσεριτζής. Την περίεργη πεποίθηση ότι «είμαι το γούρι του» την πλήρωνα με αρκετές ώρες μοναξιάς μέσα στο αυτοκίνητο εκείνα τα πνιγηρά καλοκαίρια στην Αθήνα του νέφους της δεκαετίας του ’70.

Oμως, εκείνο το αποπνικτικό μεσημέρι του Ιούνη του 1978 το τελευταίο ραντεβού που πήγαμε δεν ήταν ακριβώς επαγγελματικό. Σταματήσαμε στις παρυφές ενός φλογισμένου Λυκαβηττού που μόλις άρχιζε να δέχεται τις πρώτες ριπές της ευεργετικής μπουκαδούρας που ερχόταν απ’ τον Πειραιά. Ο πατέρας είχε μόλις συνέλθει από μια οικονομική καταστροφή και την απώλεια της μάνας μου και θα μας πρόσφερε λίγες μέρες διακοπές στο πατρικό νησί.

Η πάλη των τάξεων στο Aιγαίο

Τον είδα να κατευθύνεται με αποφασιστικό βηματισμό σε ένα καθαριστήριο ρούχων με θολά τζάμια απ’ τους ατμούς της πρέσας, τα οποία όμως ήταν καλυμμένα σε μεγάλο βαθμό από φωτογραφίες δυτών που φορτωμένοι με φιάλες οξυγόνου κρατούσαν τεράστια μαύρα ψάρια. Από το αυτοκίνητο που βρισκόμουν καθηλωμένος είδα τον πατέρα μου να ανοίγει την πόρτα, διακοσμημένη με τη διαφημιστική αφίσα της Balco Sub (αυτή τη συμπυκνωμένη εξιδανίκευση των καταναλωτικών πόθων που τότε μόνο μια ελάχιστη μερίδα τουριστών απ’ τη Δυτική Μεσόγειο διέθετε…). Απ’ το μικρό μαγαζί ξεχύθηκαν ατμοί και η χαρακτηριστική μυρωδιά του καθαριστηρίου και η πόρτα ξανάκλεισε.

Oταν συμπλήρωσα μισή ώρα παραμονής μέσα στο αυτοκίνητο υποπτεύθηκα ότι ο πατέρας μου δεν πέρασε για να παραλάβει το μοναδικό κοστούμι του αλλά για κάποιον άλλο, ανεξήγητο λόγο. Για πρώτη και μοναδική φορά, ο υπάκουος 9χρονος δραπέτευσε και χώθηκε σκυφτός μέσα στο μαγαζάκι όπου δίπλα σε έναν αεροσυμπιεστή που γέμιζε θορυβωδώς μπουκάλες για αυτόνομη κατάδυση συνωστίζονταν αρκετοί ακμαίοι ακόμα άντρες και λογομαχούσαν για τη χθεσινή κατάκτηση του Mundial από την Αργεντινή.

Σε αντίθεση με την μπρούτα εικόνα της νεότητας, ο μεσήλικας πελάτης, σιωπηλός, σε μια γωνιά, περιεργαζόταν με ονειροπόλα μάτια αυτό που θα γινόταν το αντικείμενο-φετίχ για τα επόμενα καλοκαίρια, τη μαύρη μάσκα μεγάλου όγκου της Balco, Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να κατανοήσει τη χρήση των υποδοχών εξίσωσης της πίεσης που διέθετε η μάσκα αφού ο μηχανισμός Valsava ήταν επαγγελματικό μυστικό εκείνα τα χρόνια αλλά εκτιμούσε αφάνταστα τη μοναδική ιδιότητα της δημοφιλούς μάσκας να μη μπάζει νερά ακόμα κι αν ο χρήστης διέθετε μουστάκι ή μούσι όπως ήταν η μόδα της εποχής που ακολουθούσαν φίλαθλοι ψαράδες και ο μυστικοπαθής πελάτης, ένας τρομαγμένος εσωτερικός μετανάστης απ’ τη Νάξο.

Η πάλη των τάξεων στο Aιγαίο

Oταν βγήκαμε από το μαγαζί ο πατέρας μού ανακοίνωσε ότι αυτή η αγορά σε συνδυασμό με το δανεικό ψαροντούφεκο από τον θείο Στέφανο, ίσως, του επιτρέψει να ξαναψαρέψει με μια παραλλαγή της μεθόδου που κάποτε, κατά το τέλος του πολέμου, του έδωσε τη μεγάλη χαρά να βγάλει μια σκορπίνα απ’ τα νερά της Γρόττας: Ηταν τότε που μια νύχτα, με μακρύ καμάκι και λουξ πετρελαίου ψάρεψε με πυροφάνι… Αμέσως μετά έφυγε από την επαρχία για την Αθήνα, ζώντας επί 30 χρόνια με το όνειρο να ξανακαμακώσει ψάρι, ουσιαστικά, η έκφραση μιας βαθιά απροσάρμοστης αντίληψης για τον κόσμο, που αντιστεκόταν άκαμπτα στις απαιτήσεις της νεωτερικότητας – και για αυτό ακριβώς καταδικασμένος να γίνει θύμα της, αφού ποτέ δεν ασπάστηκε την υλοφροσύνη και τον συβαριτισμό που κυριάρχησαν στη Μεταπολίτευση.

H επιλογή του να κολυμπά απέξω απ’ τον λιμενοβραχίονα του λιμανιού καμακώνοντας κεφαλόπουλα (που δυστυχώς μύριζαν πετρέλαιο?) την εποχή που κόμματα και πολιτικοί, κατ’ ομάδες ή κατά μόνας, είχαν αρχίσει έναν αδυσώπητο διαγκωνισμό προσωπικής επιβίωσης και ανόδου, εν τέλει σε βάρος της χώρας, στιγματιζόταν ως βαθιά αντισυμβατική, απολιτίκ, τελικά περιθωριακή συμπεριφορά απ’ τη μάνα του, μια αυταρχική αγρότισσα. Η ακτή που ψάρευε και ξεχνούσε τα βάσανά του, όλες, υποψιάζομαι, οι παράκτιες ζώνες «του πράσινου νερού» ήταν ένα σύμβολο του μεσογειακού δυισμού, των αντιθέσεων του Ευρωπαϊκού Νότου. Η ναξιώτικη ακτή προέκυπτε ως το μεταίχμιο, μια οριακή περιοχή μεταξύ της μιζέριας και της διαφθοράς της πόλης και της καθαρότητας και της ελευθερίας της ανοιχτής θάλασσας.

Η πάλη των τάξεων στο Aιγαίο

Τελικά, η συντηρητική γιαγιά μου έδωσε άφεση αμαρτιών αφού του αναγνώρισε το ελαφρυντικό ότι ήταν οι πρώτες του διακοπές. Προσπαθώντας να βρω μια φόρμα αφήγησης για μια ιστορία της ψαροσύνης που έχει στόχο να κοιτάξει με επιφύλαξη το παρελθόν και το παρόν και να ανατρέψει τις προκαταλήψεις και τις υποθέσεις μας για το μέλλον, μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι οι άνθρωποι τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες δεν κάνουν ταξίδια αναψυχής. Οι επιπτώσεις του πολέμου, του εμφυλίου, η ανέχεια, ο αποδεκατισμός του πληθυσμού δεν παρέχουν την πολυτέλεια ενός μακρινού ταξιδιού για ψάρεμα. Νιώθουμε όμως τον πειρασμό να υποστηρίξουμε ότι τα ηθικά όρια που επιβάλλονται στην επιδίωξη της ευτυχίας του ψαρά είναι συστατικά για μια κοινωνία συγγένειας (kinship society) όπως η ελληνική. Για τη βαθιά κοινοτιστική κουλτούρα μας ως πρόσφατα, αναγκαίες συνθήκες για την ευτυχία του ψαρά ήταν η αρετή, η επιστημονική κατανόηση, η ελευθερία, τρόποι επιδίωξης της ευτυχίας που σέβονται θεμελιώδεις ηθικές αξίες και διαφέρουν καίρια από τους τρόπους που απαιτούν εξαπάτηση, βία, προδοσία.

Δεν υπήρχε σε όλη τη Μεσόγειο η ίδια προσέγγιση ! Τον Αύγουστο του 1956 διοργανώθηκε στη χώρα μας ο πρώτος διεθνής αγώνας υποβρυχίου αλιείας από το Club Mediterranee της Κέρκυρας. Με τράπεζα τους Παξούς και Αντίπαξους 18 αθλητές επί 9 ώρες έπιασαν 320 κιλά ψάρια. Πρώτοι ήλθαν Αλγερινοί που ήταν στην πραγματικότητα Γάλλοι αποικιοκράτες με άφθονο ελεύθερο χρόνο και εξοπλισμό που είχε προκύψει απ’ την ανηλεή καταπίεση ενός περήφανου λαού.

Η πάλη των τάξεων στο Aιγαίο

Ποια ήταν η κοινωνική θέση του επαγγελματία ψαρά στο Αιγαίο του 20ού αιώνα; Ποια η θέση του στην ιεράρχηση των επαγγελμάτων; Πόσο πρώιμη ήταν η ανάπτυξη αντιζηλίας (rivalry) με τον ερασιτέχνη; Πόσο αποδεχτοί ήσαν αμφότεροι από τους συνανθρώπους τους; Για τη μητέρα του πατέρα μου, μια αυτόχθονα των Κυκλάδων, δεν υπήρχε αμφιβολία: «Αν ήσουν έξυπνος δεν θα γινόσουν τρατάρης!» κατακεραύνωνε τον γείτονα.

Eνα επαναλαμβανόμενο στερεότυπο στην αναπαράσταση του ψαρά στην τέχνη και τη λογοτεχνία, τουλάχιστον μέχρι την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, ήταν η απεικόνισή του σε μέση ή προχωρημένη ηλικία. Μια σειρά αριστουργηματικών γλυπτών της Ελληνιστικής Περιόδου που απεικονίζουν αλιείς φαίνεται να εκφράζουν ένα ιδιόμορφο φαινόμενο «ωμού κοινωνικού ρεαλισμού». Οι γέροντες αυτοί ψαράδες, με τα κορμιά φαγωμένα από την κακουχία και τους κυρτούς ώμους από τα βάρη μιας ζωής γεμάτης άχθος, στερήσεις και ανεκπλήρωτους πόθους, αποτελούν τις λιγότερο εξιδανικευμένες μορφές του αρχαίου κόσμου και μας θυμίζουν ότι, παρά την όποια ρομαντική διάθεση με την οποία ενίοτε περιβάλλεται η αλιεία, η δουλειά του αλιέα ήταν ένα σκληρό και ανήλεο επάγγελμα, επιβεβαιώνοντας την άποψη του Αριστοτέλη πως η βαριά χειρωνακτική εργασία παραμορφώνει το σώμα και το πνεύμα.

Τα αρχαία κείμενα, επίσης, τεκμηριώνουν με αρκετή ασφάλεια την ταπεινή καταγωγή των αλιέων στην Κλασική Περίοδο, που πιθανότατα προέρχονταν από την κοινωνική τάξη των θητών. Στους Νόμους, ένα προγραμματικό πλατωνικό βιβλίο, η αλιεία ήταν μια δραστηριότητα μη συμβατή με την ιδεώδη αγωγή των νέων, αν και η ηθική απαξία του «αλιεύειν» αποδίδεται σε σύγκριση με την ανωτερότητα κάποιων μορφών κυνηγιού. Το κριτήριο εδώ είναι παιδαγωγικό, οι δε δύο δραστηριότητες κρίνονται μάλλον ως αθλοπαιδιές και όχι ως επαγγέλματα. Οπως έχει υποστηρίξει ο αρχαιολόγος και δύτης Γιώργος Κουτσουφλάκης σε προσωπική επικοινωνία, αν ο Πλάτωνας γνώριζε τη δυνατότητα του υποβρυχίου ψαρέματος θα την προέκρινε ως αρίστη ψυχαγωγία!

Oι πρόδρομοι
Το ερασιτεχνικό ψάρεμα στο Αιγαίο, δίκην αναψυχής, προέκυψε από αρκετά σύγχρονα φαινόμενα που συνέπεσαν χρονικά: την έννοια του ελεύθερου χρόνου και της αναψυχής, τη σταδιακή εκμηχάνιση του στόλου, την εισαγωγή νέων αποτελεσματικών αλιευτικών εργαλείων από τους πρόσφυγες, την ανάδυση των περιοδικών ευρείας κυκλοφορίας όπως η «Αλιεία» (η έκδοση αρχίζει το 1947 και τελειώνει το 1979) και ο αλησμόνητος Υποβρύχιος Κόσμος. Από την περίοδο του Μεσοπόλεμου και έκτοτε, το χόμπι της αλιείας δεν θα ήταν πια αποκλειστικό προνόμιο μιας αργόσχολης ελίτ που αναζητούσε όπως οι Ευρωπαίοι αριστοκράτες νέα αθλήματα, νέες προκλήσεις και νέες πηγές σωματικής ευεξίας.

Οι πρώτοι, με τη σύγχρονη έννοια, ερασιτέχνες ήταν μεγαλέμποροι Ρωμιοί όπως ο βαμβακέμπορος Ράλλης, ο Αβράμης, διευθυντής του Grand Garage, o ζάπλουτος Δημητρακόπουλος, που είχαν την έδρα της επιχείρησής τους στην Κωνσταντινούπολη και έβγαιναν με τα καΐκια των ψαράδων. Υπήρξαν άνθρωποι πραγματικά παθιασμένοι με τη θάλασσα και τον κόσμο του βυθού της. Ο Β.Λ., ψαράς απ’ τα Πριγκιπόννησα, μας πληροφορεί: «Πλέρωναν δέκα λίρες για μιας-μιάμισης ώρας ψάρεμα: έπιανε τα χρόνια εκείνα μια χρυσή και είκοσι γρόσια! Δικές τους βάρκες δεν είχαν. Και ποιος να τολμούσε τότε από τους παραθεριστές να κάνει δικό του σκάφος που οι παλιοί ψαράδες, σωστοί γενίτσαροι, θα στην κομμάτιαζαν τη νύχτα και θα στη βούλιαζαν, να μη χάσουν το ψωμί τους.

Ηταν βέβαια και οι βόλτες [πετονιές] δύσκολες τότε. Τις έφτιαχναν οι ψαράδες μόνοι τους, στο χέρι, από αλογοουρά. Ουρά αλόγου αρσενικού, πλυμένη, κομμένη στην άκρη που κοκκινίζει, διαλεγμένη η κάθε τρίχα προσεκτικά, να ‘ναι στρογγυλή και να μην πλαταίνει, ενωμένη κομμάτι κομμάτι, τα μισά στριμμένα δεξιά, τ’ άλλα μισά αριστερά, δεμένα με μαστορικούς κόμπους: στρίψιμο, γύρισμα της άκρης, χαλκάς και τράβηγμα. Πενήντα οργιές μια βόλτα ήθελε πολλά κομμάτια και δουλειά με μεροκάματο…»

Στον Σπύρο Κεραμιδώνα, περίφημο επαγγελματία ψαρά ο Δημητρακόπουλος έδινε δέκα λίρες για να τον πάει να ψαρέψει για μισή ώρα μόνο στα σημάδια του. Αθεράπευτος γλεντζές και γαλαντόμος ο Αντώνης Δημητρακόπουλος, «ο άνθρωπος που έκαψε ‘κατοστάλιρο ν’ ανάψει το τσιγάρο της ερωμένης του», μετά το ψάρεμα, ήθελε να περάσουν στην Πρίγκιπο, να μοιράσει γενναιόδωρα τα φαγκριά και τις συναγρίδες του σε γνωστούς και φίλους, και το πιο μεγάλο και λιμπιστερό κοκκινόψαρο σε κάποια εφήμερη ευνοούμενή του.

Το σημάδι του Κεραμιδώνα δεν το έμαθε ποτέ κανένας κι άδικα καραδοκούσανε από μακριά οι άλλοι ψαράδες να μάθουνε το μυστικό, καθώς άλλαζε αυτός θέση «για να τους σαστίσει?»

Ο Τούρκος λόγιος Sait Faik, περνώντας από τα νησιά της Προποντίδας γοητεύτηκε απ’ τον τελευταίο Ρωμιό ψαρά αστακού. «Οταν ο μπαρμπα-Απόστολος άρχιζε τις φιλοσοφίες του», γράφει ο Σαϊτ Φαϊκ, «όχι μόνο θαρρούσες πως έχεις μπροστά σου πανάρχαιο Ελληνα ψαρά, δυο χιλιάδες χρόνους παλιό, αλλά ήταν λες κι ο ίδιος μέσα στους σωκρατικούς εκείνους διαλόγους, να τα βάζει με τον παρά, να τα βάζει με τους θεούς και τους ανθρώπους και με τον αστακό ακόμα να τα βάζει: ‘πώς να τον κάνεις, μαμούδι πράμα, να κάτσει ν’ ακούσει αυτά που θα του πεις; Πώς να του πεις, βρε αστακέ, παιδί μου, τρώγεται τούτο το ψοφίμι, το λέσι;”» Ο μπαρμπα-Απόστολος είχε μια αποτελεσματική τεχνική: δόλωνε τα αστακόδιχτα με μικρά κομμάτια ψόφιας από καιρό κατσίκας!

Ο Τούρκος συγγραφέας δεν έχει ρομαντικές αυταπάτες: «Είναι σιχαμερά βρώμικο πράγμα να κερδίζεις έτσι τα λεφτά σου», τον θέλει να μονολογεί ψιλοκόβοντας με τον σουγιά το σάπιο κατσικόδερμα. «Από τη μια όμως βρώμα στην άλλη έχει διαφορά, καθώς την μπόχα της δικής μου δουλειάς τη νιώθεις από μακριά και τη μυρίζεις, είναι όμως οι άλλων λογιών δουλειές που ‘χουνε τη βρώμα τους καλοκρυμμένη και μπλέκεις χωρίς να το πάρεις είδηση»

Ο Αποστόλης ο Χαψαλάκης θα ‘φαγε δεν θα ‘φαγε στη ζωή του όλη δυο με τρεις αστακούς «και μη νομίσετε πως έφταιγε το βρωμερό κατσικοκούτελο που τόσο ορεγόταν ο αστακός. Ηταν που με τα λεφτά του θα κατέβαζε το βράδυ τέσσερα-πέντε ποτηράκια στου Κορνήλη, θα ‘φερνε σπίτι μισό κιλό κιμά, ζάχαρη, αλάτι, τρία-τέσσερα κουβάρια κλωστή για τα δίχτυα και, με ό,τι περίσσευε, κανένα κουτί μπογιά για το καΐκι του…».

Toν μπαρμπα-Απόστολο τον βρήκαν νεκρό στη βάρκα του, τυλιγμένο με τα δίχτυα του αστακού και ο Sait Faik τον μοιρολόγησε σε ένα περίφημο διήγημα, περιγράφοντάς τον να ρίχνει τα στακόθηρα πλεμάτια του, όπως λένε οι Πολίτες τα αστακόδικτα, κατά την πέτρα του Κουμπάρου, «αραδιασμένα όπως τα ‘χε στην κουπαστή με τερτίπι, έτσι που να πέφτουνε μόνα τους στη θάλασσα» (μτφ. Ακ. Μήλλα).

Μεγαλοερασιτέχνες ψαράδες στη δικτατορία Μεταξά
Η περίοδος του Μεσοπολέμου βρήκε τον ευρωπαϊκό Νότο να χειμάζεται από οικονομική ύφεση και στρατιωτικές δικτατορίες. Η μεγαλοαστική ελληνική τάξη όμως «τα έφερνε βόλτα». Εφοπλιστές όπως ο Γουλανδρής, καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών όπως ο Γεώργιος Φωτεινός και Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος, τραπεζικοί όπως ο Ιωάννης Δροσόπουλος, διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, πολιτικοί όπως ο Αμβρόσιος Πλυτάς είχαν κυριευθεί από τη μανία του ψαρέματος. Πολύ πριν αποκτήσουν οι παράκτιοι επαγγελματίες ψαράδες μηχανοκίνητα σκάφη, οι μεγαλοερασιτέχνες αυτοί ψαράδες είχανε σκαρώσει καΐκια πρώτο μπόι, με τις πιο ακριβές μηχανές, με καμπίνες, με κουζίνα και ψυγεία, «με μαγκιόρα πληρώματα». Κοντά σε τούτα είχανε και πλούσια, αξεπέραστη, αρματωσιά σε αλιευτικά εργαλεία: παραγάδια και δίχτυα κάθε λογής, συρτές, ζόγκες, πυροφάνια, αστακόδιχτα, φαγκρόδιχτα, παραγάδια ψιλά, σκαθαρωτά, χοντρά, σκυλοπαράγαδα. Ο,τι ήθελες το ‘βρισκες σε τούτα τα καΐκια. «Σερμαγιά που τη ζήλευανε οι επαγγελματίες ψαράδες. Κανείς τους δεν τολμούσε να ονειρευτεί παρόμοιο πλούτο εργαλείων».

Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Κοτζιά είναι ενδεικτική για το πώς συμπλέκεται φασιστική ιδεολογία και ψαράδικος μεγαλοϊδεατισμός: Το 1936 χρημάτισε υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης στην κυβέρνηση Μεταξά . Τον Ιούλιο του 1940 φέρεται να έχει ανάμιξη σε γερμανική αντιμεταξική κίνηση ανατροπής του Ιωάννη Μεταξά. Oπως σημειώνει στο ημερολόγιό του ο Ι. Μεταξάς με ημερομηνία 19 Ιουλίου 1940: «Εξηγήσεις Κοτζιά, δηλώσεις αφοσιώσεως. Αλλά το γεγονός μένει». Ο Κώστας Κοτζιάς υπήρξε ένας από τους πιο ενθουσιώδεις υμνητές τόσο του Μπενίτο Μουσολίνι όσο περισσότερο του Αδόλφου Χίτλερ στην Ελλάδα. Χαρακτηριστικές είναι οι εντυπώσεις του από την επίσημη επίσκεψή του στη φασιστική Ιταλία το 1935:

«Εις την Ιταλίαν εδημιουργήθη ήδη ένας νέος τύπος ανθρώπου, νέος ως προς την επίγνωσιν καθηκόντων και υποχρεώσεων. Η Κυριακή δεν είναι ημέρα σχόλης και παιδικής αταξίας. Είναι ημέρα γυμνασίων, Αγώνων, εκδρομών. Πάντοτε όμως εις ομάδας πειθαρχούσας, με νέους έχοντας τεταμένον το πρόσωπον προς το μέλλον, πιστεύοντας εις τον εμπνευστήν των, τον Ντούτσε! Τα παιδάκια, με επικεφαλής ανά τάξιν τον κοσμήτορα μαθητήν, με παράγγελμα ‘εν δύο’, συντεταγμένα, σημειώνω ιδιαιτέρως πειθαρχημένα, και με ύφος σοβαρότατον φθάνουν προ της εξωθύρας όπου αναμένει ο γονεύς. Εκεί μετά τον χαιρετισμόν προς τον Ντούτσε, την ύψωση της δεξιάς [ο γνωστός φασιστικός χαιρετισμός] λύουν τους ζυγούς..!»

Ο δήμαρχος Αθηναίων, οπαδός του νιτσεϊκού Υπερανθρώπου πίστευε στην επικράτηση του ισχυροτέρου. Εχοντας ασπαστεί βαθιά τη φασιστική ιδεολογία δεν ήταν απλώς οπαδός του ανταγωνισμού: είχε κηρύξει πόλεμο σε ψαράδες και ψάρια. Ο Κοτζιάς με το σίγουρο και καλά αρματωμένο πλοίο του τολμούσε τα πιο μακρινά ταξίδια στα ελληνικά πέλαγα και στα ερημονήσια, όπου μπάγκοι και ξέρες για ψάρεμα. Κάποτε εξομολογήθηκε στον συγγραφέα Τάσο Ζάππα μέχρι πού τον οδήγησε το πείσμα του για να κατατροπώσει έναν μεγαλοαστό ψαρά: «Είχα μιαν απροσμέτρητη επιτυχία εκείνη την ημέρα, μου είχε πει ο Κοτζιάς». «Καθώς σηκώναμε το πρωί τα παραγάδια, ερχόταν απάνου συναγρίδες, τσιπούρες, φαγκριά, σφυρίδες. Με τα ψιλά είχαμε σηκώσει λυθρίνια, σαργούς. Aστραφτε το κατάστρωμα του καϊκιού. Για να πικάρω τον Φωτεινό, έβαλα τους ναύτες και κρέμασαν σ’ ένα σκοινί- περασμένο σε μακαρά ψιλά στο άλμπουρο- πλήθος ψάρια, με τα πιο λαμπερά χρώματα: λυθρίνια, συναγρίδες, τσιπούρες, σαργούς, φαγκρόπουλα, κι ύστερα όλα τούτα τα ισάρισαν, δεξά-ζερβά στο κατάρτι ως ψηλά. Λαμποκοπάγαν τα ψάρια στον ήλιο. Το παραγάδι του Φωτεινού -είχα προσέξει από μακριά με τα κιάλια- ανέβαινε άδειο απάνου, χωρίς ψάρια. Την πρώτη φορά περάσαμε από κοντά, τάχα να τον καλημερίσουμε. Ο καθηγητής, με κάτι μούτρα ξινισμένα, απάντησε ανόρεκτα, χωρίς μιλιά, μονάχα με μια κίνηση της κεφαλής. Φέραμε ένα-δυο γύρους ακόμα, ολότελα αδιάφορα, τάχα πως τον περιμέναμε να τελειώσει για να φύγουμε μαζί τα δυο καΐκια, μα ο λόγος ήταν να μπούνε τα ψάρια μας στο μάτι του Φωτεινού, που τα ‘χε δει πια, κρεμασμένα ψηλά. Ετρωγε τα μουστάκια του απ’ το κακό του. Στερνά δεν άντεξε και με διαβολόστειλε. Είχε γίνει μπαρούτι ο καθηγητής!».

Το σπορ της υποβρύχιας αλιείας ανατέλλει…
Η διεθνής έκθεση της Βαρκελώνης το 1930 είναι το ορόσημο γέννησης ενός νέου σπορ στη Δυτική Μεσόγειο. Ας σημειωθεί ότι η επιτέλεση του υποβρυχίου ψαρέματος από τις σφουγγαράδικες κοινότητες της Δωδεκανήσου ήταν μια συνήθης, όχι καθημερινή δραστηριότητα στα πλαίσια ιδιοκατανάλωσης ή δώρου σε προύχοντες των λιμανιών και γινόταν με χρήση απλού καμακιού με τρίαινα, μήκους 2,5 μέτρων.

Αυτό το καμάκι, όπως γράφει ο J. Bazal το 1946 στο βιβλίο του «Chasses sous la Mer», παρουσίαζε ένα διπλό μειονέκτημα. Από τη μια μεριά επειδή εκσφενδονιζόταν μόνο χάρη στη μυική αντίδραση του κολυμβητή, απαιτούσε ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα για να φτάσει στον στόχο, χρονικό διάστημα που το ψάρι εκμεταλλευόταν για να ανοιχθεί στη θάλασσα. Από την άλλη μεριά, εάν το ψάρι είχε καμακωθεί, σπαρταρούσε με τόση δύναμη που «ξεκρεμιόταν» από την τρίαινα για να πάει συχνά να χωθεί σε σκοτεινή τρύπα. Οι περιορισμοί που υποδείκνυε ο J.Bazal συμφωνούν με ανεκδοτολογικές μαρτυρίες προπολεμικών Ελλήνων δυτών που αναφέρουν ως πιθανή λεία μόνο αστακούς, ροφούς, ελάχιστους σαργούς και οστρακοειδή (πίνες, φούσκες και αγριόστρειδα). Μετά την επίδειξη από Ιάπωνες των μικρών, διοφθαλμικών γυαλιών τύπου «Fernez» και τη χρήση τους στο νέο σπορ οι Ασιάτες δύτες αποφάσισαν να ξεκινήσουν επαγγελματικά το υποβρύχιο κυνήγι στις γειτονικές ακτές της Γαλλικής Ριβιέρας, όπου όμως γρήγορα «άνοιξαν λογαριασμούς» με μέλη του εργατοδικείου των ψαράδων στην πόλη Collioure οι οποίοι θεωρούσαν ότι αδικούνται από αυτόν τον αθέμιτο ανταγωνισμό και αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την ευρωπαϊκή ήπειρο. Αλλά το υποβρύχιο ψάρεμα είχε γεννηθεί.

Η τελειοποίηση του εξοπλισμού, η χωρίς σταματημό αυξανόμενη μόδα των διακοπών, η εκλαΐκευση της κολύμβησης, επέτρεψαν σε έναν αυξανόμενο αριθμό κολυμβητών να επιδοθεί σε αυτό το θαυμάσιο αθλητικό ψάρεμα, «θαυμάσιο για τα αποτελέσματά του κατά τη διάρκεια των χρόνων της Γερμανικής Κατοχής όπου το χρηματικό συμπλήρωμα από ένα λαυράκι ή μια τσιπούρα στο οικογενειακό τραπέζι δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητο» γράφει ο J. Bazal. Η Γαλλική Δημοκρατία ήταν η πρώτη που θέσπισε απαγορεύσεις στο υποβρύχιο ψάρεμα και αποτέλεσε για δεκαετίες το πρότυπο για αντίστοιχες νομοθεσίες στον Ευρωπαϊκό Νότο. Στον πρώτο μεταπολεμικό αλιευτικό νόμο της διαβάζουμε:

«Είναι υποχρεωτικό να μην επιδίδονται οι υποβρύχιοι αλιείς παρά μόνον περιστασιακά και ως χόμπυ στο κυνήγι των ψαριών και είναι απαγορευτικό να πουλούν τα ψάρια. Το προνόμιο αυτής της πώλησης ανήκει μόνο στους εγγεγραμμένους στα μητρώα επαγγελματιών. Το ψάρεμα με καμάκι θα είναι απαγορευμένο στις παραλίες όπου υπάρχουν κολυμβητές, στα λιμάνια και εκεί όπου έχουν ποντιστεί δίχτυα, προκαλώντας διαμάχες ανάμεσα στα μέλη του εργατοδικείου».

Τελικά, εξαιτίας της μεγάλης προσφοράς του υποβρυχίου ψαρέματος στην επισιτιστική κρίση της Κατοχής αλλά και της μεταπολεμικής συναινετικής δημοκρατίας, στη Γαλλία, τα συνδικάτα των ψαράδων τουλάχιστον στην αρχή «επέδειξαν ανοχή και άφησαν τους ερασιτέχνες να τρυπούν με τις λόγχες τους, ειρηνικά, ψάρια και θαλάσσιους βράχους…» γράφει ο J. Bazal.

H Eλλάδα στη δίνη της εμφύλιας σύγκρουσης καθυστέρησε να εισαγάγει την καινοτομία του υποβρύχιου ψαρέματος. Και εδώ όμως, όπως και στη Γαλλία, η ταξική καταγωγή ασκούσε περιορισμούς επισκοτίζοντας συχνότατα τα αλιευτικά επιτεύγματα των φτωχών, δίνοντας ενίοτε τη δυνατότητα για προσωρινή διάκριση και φιλίες ταξικών αντιπάλων που άντεξαν στον χρόνο. Στη Γαλλία ο Κουστό γνώρισε το έκτοτε δεξί του χέρι, Φρεντερίκ Ντιμά, σε αγώνα υποβρυχίου ψαρέματος όταν ο κοινωνικά άσημος και πτωχός ψαράς έλαβε μέρος σε διαγωνισμό υποβρύχιας αλιείας που γινόταν σε κοντινή ακτή του χωριού του και έβγαλε τα πενταπλάσια ψάρια από τους υπόλοιπους εύπορους αθλητές.

Στην Ελλάδα ήταν γνωστή η φιλία του ευκατάστατου υποβρύχιου ψαρά Χάρη Σαρκόπουλου, ιδιοκτήτη μιας απ’ τις μεγαλύτερες τότε εταιρείας καλλυντικών, με τον κορυφαίο ψαρά της δεκαετίας του ’50 πλην μπατίρη Γιάννη Βιδάλη . Μνημειώδες έχει μείνει και το πείραγμά του προς τον μονοπόδαρο ψαροκυνηγό: «Ρε κουτσέ, έχω τόσες λίρες, που άμα μπορέσεις και τις σηκώσεις, θα στις χαρίσω!». Oμως οι ταξικοί αποκλεισμοί δεν ήταν ασυνήθιστοι. Αντιθέτως, τουλάχιστον σε μια περίπτωση, που ανέσυρε από τη λήθη ο πρόεδρος του ΠΣΑΥΚ, Νίκος Καμπάνης, ένας αθλητής απαγορεύτηκε να πάρει μέρος σε αγώνες υποβρυχίου ψαρέματος επειδή «ήταν επαγγελματίας». Την ημέρα όμως των δεύτερων πανελλήνιων αγώνων το 1957, στις Φλέβες, μνημονεύει ο Ν. Καμπάνης, ο άδικα αποκλεισμένος Αγγελος Μεϊντάνης έπεσε εκτός συναγωνισμού και έβγαλε τα διπλάσια ψάρια από τον πρωταθλητή?

Οπως ανακαλύπτουμε ξανά σήμερα, οι περιορισμένοι πόροι αύξαναν την αλληλεγγύη στους φτωχότερους ψαράδες. Οπως και σήμερα αρχίζει να καθιερώνεται, τα ψαρέματα ήταν ομαδικά. Ο Μυτιληνιός Γ. Ψωμαδέλλης περιγράφει ένα ομαδικό ψάρεμα γύρω στο 1960 στις βραχονησίδες Τοκμάκια, κοντά στο Μανταμάδο της Λέσβου: «Hταν το μέσον του καλοκαιριού και μια μέρα ένας συνάδελφος ψαροντουφεκάς με ρώτησε: ”Eρχεσαι μαζί μας την Κυριακή για ψαροντούφεκο; Είμαστε μεγάλη παρέα. Θα πάμε με μια μεγάλη βάρκα με εσωλέμβια μηχανή”. Συμφώνησα και έφτασα στην ώρα μου. Εκεί είδα καμιά δεκαριά γεροδεμένους και μαυρισμένους από τον ήλιο και τη θάλασσα άνδρες να κρατούν ψαροντούφεκα και σακίδια και να μπαίνουν στην παλιά μεν αλλά με γερό σκαρί βάρκα που μας χώραγε άνετα όλους. Φτάνοντας κοντά στο σημείο όπου θα ψαρεύαμε, με έκπληξη είδα όλους αυτούς να ξεντύνονται, να μένουν με το μαγιό και να φορούν κατάσαρκα χοντρές, μάλλινες φανέλες, «για να τους κρατούν ζεστούς».

Πρέπει εδώ να προσθέσω ότι τότε δεν είχαν φτάσει στα μέρη μας οι λαστιχένιες στολές και ούτε μας περνούσε από το μυαλό ότι υπάρχουν. Οι φανέλες, όπως διαπίστωσα, ήταν μια κάποια λύση. Eχοντας παγώσει βγήκα στη βάρκα πιο νωρίς από όλους. Eμεινα στον ήλιο αρκετή ώρα αντλώντας ενέργεια από το ζωογόνο φως του. Oταν αισθάνθηκα το αίμα μου να κυλά καυτό στις φλέβες μου και το κεφάλι μου να πυρώνει από τις ακτίνες φόρεσα μια φανέλα και ξαναβούτηξα. Eνιωσα την παγωνιά στο ζεστό κορμί μου αλλά σιγά σιγά η φανέλα κράτησε το νερό μέσα στις «φολίδες» της και αμέσως αισθάνθηκα τη διαφορά. Eτσι κολύμπησα άνετα αρκετές ώρες στα βαθιά και τα ρηχά και χτύπησα μπόλικα ψάρια, όλα χοντρά και πάνω από κιλό…».

Λαγού μαλλί…!
Η απόπειρα να αφηγηθείς γραμμικά, ως παντεπόπτης παρατηρητής, τις ιστορίες των ψαράδων του Αιγαίου, ερασιτεχνών και επαγγελματιών, σκόνταφτε διαρκώς μπροστά σε έναν ωκεανό έκκεντρων ιστοριών, με πολλαπλές ροπές και ταχύτητες: περιφερειακό και απομονωμένο και συνάμα ανοιχτό και δυναμικό, αμυντικό και φοβικό και παράλληλα εξωστρεφή και αεικίνητο. Πρόσφατα, η νουβέλα «Λαγού μαλλί» του Γιάννη Μακριδάκη, ενός από τους πιο δημοφιλείς σήμερα λογοτέχνες, πρότεινε μια ερμηνεία των ψαράδων στο Αιγαίο με συμπαγή ταυτότητα και ενιαίο παρελθόν και μέλλον που γνώρισε σημαντική εκδοτική επιτυχία και εισέπραξε επαίνους από την κριτική.

Η ιστορία έχει ως εξής: Ο γεροθαλασσόλυκος Σίμος, ο επονομαζόμενος και Σφαντό (δηλαδή φάντασμα), έχει πεθάνει από συγκοπή μεσοπέλαγα μες στο καΐκι του στη Χίο την ημέρα που ο Γιώργος Παπανδρέου κάνει τις δηλώσεις για την υπαγωγή της χώρας στον Μηχανισμό Στήριξης από το Καστελόριζο. Το καΐκι του Σίμου φτάνει ακυβέρνητο στα παράλια της Τουρκίας και κατάσχεται, αφήνοντας τους μοναδικούς φίλους του καπετάνιου να δώσουν γραφειοκρατική μάχη για να επαναπατρίσουν νεκρό και πλεούμενο. Ετσι η κηδεία γίνεται τελικά δύο εβδομάδες αργότερα, την ημέρα της μεγάλης απεργίας στην Αθήνα. Καθώς μάλιστα η τελευταία επιθυμία του νεκρού εκπληρώνεται και το καΐκι γίνεται παρανάλωμα, η τηλεόραση δείχνει στιγμιότυπα από την τραγική πυρκαγιά στη Μarfin Bank. Η Ελλάδα συζητά για εθνικό χρέος και αποπληρωμή και η αφήγηση θυμάται τις δυσκολίες του γεροψαρά με τις ταμειακές μηχανές, τους ελέγχους του Λιμενικού και τα ακριβά δίχτυα.

Τώρα «που το επάγγελμα του ψαρά πνέει τα λοίσθια και το Αιγαίο νεκρώνει από ψάρια», ο συγγραφέας ζωντανεύει την αλλοτινή ζωή στην ιχθυόσκαλα σε αντιδιαστολή με τη σημερινή (ας σημειωθεί ότι έχει κατασκευασθεί καινούργια από την «επάρατη» Ευρωπαϊκή Ενωση?) Τότε, οι ψαράδες «είχαν μεν πρωτόγονα μέσα, αλλά διέθεταν αντοχή στις κακουχίες και γνώριζαν την τέχνη τους, σε αντίθεση με σήμερα, που έχουν όλες τις ανέσεις και τα μέσα, αλλά είναι καλομαθημένοι και σκιτζήδες».

Ο Γ. Μακριδάκης προωθεί μιαν άποψη: τη σημασία της οριοθετημένης κοινότητας των ψαράδων ως μιας προστατευμένης γωνιάς διαβίωσης και ως μιας σταθερής σκοπιάς κατόπτευσης του εαυτού και του κόσμου. Οι ψαράδες του Μακριδάκη αν και έχουν τις αδυναμίες τους όπως την κατάχρηση αλκοόλ συμβιώνουν αρμονικά σε ένα κλίμα σύμπνοιας και αμοιβαίας αποδοχής, που δεν γνωρίζει ταξικούς, πολιτικούς ή άλλους φραγμούς. Μπορούμε να καταλάβουμε την έλξη που ασκεί μια τέτοια βιοθεωρία στο ελληνικό αστικό κοινό της εποχής μας και που μάλλον θα μεγαλώνει στις συνθήκες της πρωτοφανούς κρίσης που διερχόμαστε: η νοσταλγία για ένα «αγνό» ελληνικό παρελθόν, για τη χαμένη κοινοτική συνοχή, συν τις πατριδογνωστικού χαρακτήρα περιγραφές και το κάψιμο από αγανάκτηση του τρεχαντηριού .

«Φιρί φιρί το πάνε να μας ξεκάτσουνε από το γιαλό Νικολή, μα δε θα τους κάμω το χατίρι, θα το κάψω στα τελευταία, δε θα μου δώκουνε δεκάρα, μα θα το βγάλω εκειδά να του βάλω φωτιά να το κάψω. Δε θέλω τίποτι, ούτε μου δώκατε όλη μου τη ζωή που είμαι ψαράς πούστηδοι, ούτε θα μου δώκετε, άμα τελειώσω την αποστολή μου θα του βάλω πυρκαγιά εκεινά να το κάψω», λέει για το καΐκι του ο καπτά’ Σίμος και κλείνει μέσα σ’ αυτή τη φράση όλη την αγανάκτησή του επειδή φοβήθηκε, κρίνοντας από το αμήχανο βλέμμα του, τον εκσυγχρονισμό και την οικονομική κρίση, που θέλει παράβολα και αντικειμενικά κριτήρια, ταμειακή μηχανή στη βάρκα και έλεγχο βιβλίων για την πλωτή επιχείρησή του. Μοναδική πράξη αντίστασης που μένει στους ψαράδες, για να μη βάλει το κράτος χέρι στο βιος τους, είναι να του βάλουν οι ίδιοι φωτιά και να το κάψουν (κάτι που αμφιβάλλω αν έπραττε ψαράς στην πραγματική ζωή?)

Ο Peter Gay, φημισμένος Ευρωπαίος ιστορικός περιγράφει την πνευματική ζωή της Γερμανίας πριν την άνοδο του Χίτλερ, όπου ο εύκολος έστω και ευεξήγητος δρόμος των διανοουμένων ήταν η ουτοπική εξιδανίκευση και η αθεράπευτη νοσταλγία για το παρελθόν της Αυτοκρατορίας παράλληλα με τα ανεφάρμοστα οράματα επιστροφής στον μακρινό παρελθόντα χρόνο αντί της προσαρμοσμένης στα σήματα των καιρών διαύγασης του παρελθόντος. Η τελευταία συνεχίζει να παραμένει το ερεθιστικό και ανατρεπτικό στοίχημα!

  • Ο πατέρας μου δεν μπορούσε να κατανοήσει τη χρήση των υποδοχών εξίσωσης της πίεσης που διέθετε η μάσκα αφού ο μηχανισμός Valsava ήταν επαγγελματικό μυστικό εκείνα τα χρόνια αλλά εκτιμούσε αφάνταστα τη μοναδική ιδιότητα της δημοφιλούς μάσκας να μη μπάζει νερά ακόμα κι αν ο χρήστης διέθετε μουστάκι ή μούσι όπως ήταν η μόδα της εποχής.
  • Το καμάκι παρουσίαζε ένα μειονέκτημα, επειδή εκσφενδονιζόταν μόνο χάρη στη μυική αντίδραση του κολυμβητή, απαιτούσε ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα για να φτάσει στον στόχο, χρονικό διάστημα που το ψάρι εκμεταλλευόταν για να ανοιχθεί στη θάλασσα.

Kείμενο Κώστα Προμπονά – Νότια Χίος

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>