Γιάννης Μακριδάκης (Ελευθεροτυπία)

Λίγο πριν κυκλοφορήσουν και αναλυθούν

Η νουβέλα γράφτηκε επειδή υπάρχει ήδη ως λογοτεχνία άγραφη

Υπεύθυνος: Επιμέλεια Μισέλ Φάις

Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή; Το βλέμμα ή το θέμα χαρακτηρίζει ένα βιβλίο; Υπάρχουν συνέχειες και ασυνέχειες σε μια γραφή; Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη -βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.

Γιάννης Μακριδάκης Λαγού μαλλί, νουβέλα, εκδόσεις Εστία

Την έκφραση «Λαγού μαλλί» την άκουγα από μικρός στο λιμανάκι που είχαμε τη βάρκα μας, τον Ρομπεόλα (Rompeolas = Κυματοθραύστης στα πορτογέζικα). Μακρόσυρτα και εμφαντικά ακουγόταν, συνόδευε συνήθως ένα «βρε» κι εκτοξευόταν πάνω απ’ τον ντόκο ή μέσα απ’ τις βάρκες, από στόματα συνηθισμένα να τρώνε διάφορα σύμφωνα, «βρε λα(γ)ού μαλλίίίί», φωνάζανε κι ύστερα χάχανα τρανταχτά, κι από την άλλη πάντα χειρονομίες άπρεπες και γέλια. Καμιά φορά και μούτρα.

Εκφραση δανεική από τους κυνηγούς, μεγάλη παράδοση στο κυνήγι το νησί· γίνε πουλί και πέρνα από τη Χίο λέγανε σαν κατάρα οι γέροι Μυτιληνιοί άμα τους πείραζε κανένας. Την πήρανε λοιπόν οι ψαράδες, την κόψανε, διότι οι άλλοι την είχανε πιο περιγραφική, λαγού μαλλί και σπίνου κώλο λέγανε, και οι πιο πονηροί, λαγού μαλλί και χήρας κωλομέρι, την κόψανε λοιπόν οι ψαράδες και κρατήσανε μονάχα τις δυο λέξεις, την κάνανε μια σύντομη αντ-ευχή για να πειράζουνε ο ένας τον άλλονε.

Ετσι, την άκουγα σχεδόν καθημερινά κι έγινε για μένα τόσο δεδομένη όσο το όνομά μου. Ποτέ δεν ρώτησα τι σημαίνει, μονάχα από τον τρόπο που την εκφέρανε και από τις αντιδράσεις κατάλαβα πως δεν είναι και ό,τι καλύτερο να δεις γκαντέμη άνθρωπο μπροστά σου πριν πας για την καλάδα.

Ολα αυτά λοιπόν τα βιώματα από τα καΐκια και τα ψαρέματα, από τις κουβέντες, τις κινήσεις και τις φιγούρες των ψαράδων μιας εποχής που πέρασε και δεν θα ξανάρθει, όπως δεν θα ξαναγίνουν ποτέ τα καΐκια – άγγελοι που κόπηκαν με την επιδότηση της Ευρώπης, όλα αυτά με έκαναν να σκιρτήσω την ώρα που αντίκρισα στην τηλεόραση τον Πρωθυπουργό να ανακοινώνει από το Καστελόριζο την ένταξη της χώρας στο ΔΝΤ και από πίσω του να περνάει αμέριμνος ένας ψαράς μέσα στο όμορφο καταπράσινο τρεχαντήρι του. Η σύγκρουση των δύο κόσμων. Ο καπετάνιος της χώρας ανακοινώνει μέτρα που αφορούν τον καπετάνιο του καϊκιού. Και ο καπετάνιος του καϊκιού, αυτή η λεύτερη ψυχή της θάλασσας, καλείται να προσαρμοστεί και να ζήσει καλουπωμένος μέσα στα μέτρα που του θεσπίζει ο καπετάνιος της χώρας. Εκείνη τη στιγμή έγινε ξαφνικά στα μάτια μου φόντο το πρώτο πλάνο και ο ψαράς ήρθε μπροστά.

Η νουβέλα «Λαγού μαλλί», λοιπόν, γράφτηκε από τη ζωή. Γράφτηκε επειδή υπάρχει ήδη ως λογοτεχνία άγραφη. Μιλιέται καθημερινά από τους μεροκαματιάρηδες της θάλασσας, τους παλαιάς κοπής πολίτες αυτής της χώρας, που ξέρουνε από πρώτο χέρι τι συνέπειες έχουν στην καθημερινή ζωή οι νόμοι και οι διατάξεις που θεσπίζουν άλλοι μέσα σε αποστειρωμένα περιβάλλοντα. Και ο ήρωας, ο καπτα-Σίμος, δεν είναι παρά ο κάθε τέτοιος νησιώτης ψαράς που καλείται να συνηθίσει τη νέα τάξη πραγμάτων, ν’ αφήσει την απεραντοσύνη του γιαλού και να χωθεί στα κιτάπια της σύγχρονης πραγματικότητας.

«Φιρί-φιρί το πάνε να μας ξεκάτσουνε από το γιαλό Νικολή, μα δε θα τους κάμω το χατίρι, θα το κάψω στα τελευταία, δε θα μου δώκουνε δεκάρα, μα θα το βγάλω εκειδά να του βάλω φωτιά να το κάψω. Δε θέλω τίποτι, ούτε μου δώκατε όλη μου τη ζωή που είμαι ψαράς πούστηδοι, ούτε θα μου δώκετε, άμα τελειώσω την αποστολή μου θα του βάλω πυρκαγιά εκεινά να το κάψω», λέει για το καΐκι του ο καπτα-Σίμος και κλείνει μέσα σ’ αυτή τη φράση όλη την αγανάκτηση του βίου του, όλη την τέχνη του λόγου που πλανιέται καθημερινά σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, πολύ μακριά από τους πρακτικούς και τους θεωρητικούς της λογοτεχνίας.

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>