Ελισάβετ Κοτζιά (Καθημερινή)

Ξεχασμένο ήθος

Tης Ελισαβετ Kοτζια / ekotzia@yahoo.gr

Μέσα σε πολύ σύντομο χρόνο ο Γιάννης Μακριδάκης έκανε αισθητή την παρουσία του στην ελληνική πνευματική ζωή. Πρώτον, διότι διαθέτει δραστικότατο καλλιτεχνικό λόγο και, δεύτερον, διότι έχει κάτι δικό του να πει. Σε μια εποχή διεθνούς ρευστότητας και έντονης εθνικής κρίσης, σε μια περίοδο μαζικών μετακινήσεων, αλλεπάλληλων κοινωνικών ρήξεων και σοβαρότατων οικολογικών καταστροφών, ο σαραντάχρονος συγγραφέας από τη Χίο υποδεικνύει με το έργο του μια θέση: τη σημασία του τοπικού, του περιθωριακού και του σεμνού. Και παράλληλα προωθεί μιαν άποψη: τη σημασία της οριοθετημένης κοινότητας ως μιας προστατευμένης γωνιάς διαβίωσης και ως μιας σταθερής σκοπιάς κατόπτευσης του εαυτού και του κόσμου. Συνθέτει έτσι μιαν ερεθιστική, ανατρεπτική καλλιτεχνική πρόταση. Διότι, σε αντίθεση προς τα ειωθότα, το έργο του δεν περιέχει κανένα στοιχείο ουτοπικής εξιδανίκευσης, καμιά επιθυμία περιχαράκωσης, κανέναν πόθο φυγής ή απομόνωσης? ούτε υποκρύπτει αισθήματα αθεράπευτης νοσταλγίας ή ανεφάρμοστα οράματα επιστροφής στον μακρινό παρελθόντα χρόνο. Το αντίθετο μάλιστα: Χρησιμοποιεί την ιδιοτυπία, καταφεύγει στην ιδιοσυστασία κι επιστρατεύει το ιδιάζον ως πολύτιμα χαρακτηριστικά της υποκειμενικότητας μετατρέποντάς τα στο ασφαλές έδαφός πάνω στο οποίο πατάει η προσωπικότητα που έχει συνείδηση της ταυτότητάς της.

Ο συγγραφέας έχει στο ενεργητικό του τέσσερα πεζογραφικά βιβλία, δύο μυθιστορήματα και δύο νουβέλες δημοσιευμένα όλα από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας μέσα σε τρία χρόνια – «Ανάμισης τενεκές» (2008), «Η δεξιά τσέπη του ράσου» (2009), «Ηλιος με δόντια» (2010) και το «Λαγού μαλλί» (2010). Κι ακόμα, ένα ιστορικό αφήγημα, «10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912-1940», και μια συλλογή μαρτυριών, «Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι? όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: 1941-1946». Η συνειδητοποίηση του εκδοτικού αυτού οργασμού μάλλον τρομάζει. Πόση καλλιτεχνική αντοχή μπορεί να διαθέτει μια συγγραφική προσωπικότητα έτσι ώστε να μην εκτροχιαστεί, όταν εμφανίζεται με τέτοια συχνότητα, σε κείμενα ασυμμάζευτης φλυαρίας; Στο ανήσυχο ερώτημα απαντά καθησυχαστικά η πληροφορία πως ο Μακριδάκης πραγματοποίησε κρίσιμες επιλογές αρκετά νωρίς, όταν το 1997, στα είκοσι έξι του χρόνια, δημιούργησε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό τη διερεύνηση, την αρχειοθέτηση, τη μελέτη και τη διάδοση τεκμηρίων της Χίου, διευθύνοντας παράλληλα το τριμηνιαίο περιοδικό «Πελινναίο». Υποθέτει έτσι κανείς πως και η κυοφορία της λογοτεχνίας του διαθέτει ανάλογο βάθος χρόνου.

Στα προηγούμενα έργα του, οι ήρωες υπήρξαν μεθοριακές προσωπικότητες – ένας φονιάς, ένας καλόγερος, ένας ομοφυλόφιλος. Το ίδιο και στο «Λαγού μαλλί» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 94) έχουμε να κάνουμε με έναν μονόχνωτο ψαρά, και τον μικρό του κύκλο: Δύο βιοπαλαιστές ψαράδες, έναν λιμενικό κι έναν καθηγητή που παρακολουθούν την κηδεία του πρώτου, κάνοντας συνεχώς αναδρομές στις μικρές περιπέτειες του βίου, στους χαρακτήρες τους, καθώς και στη μοιραία θαλάσσια έξοδο του μακαρίτη. Η γλώσσα του Μακριδάκη διαθέτει μια ευλογημένη προφορικότητα. Καμιά ενόχληση δεν δημιουργεί η υπερβάλλουσα χρήση του τοπικού ιδιώματος, που όχι μόνον δεν επιβαρύνει το κείμενο αλλά και του προσδίδει αυθεντικότητα. Είναι τόση η πλαστικότητα της φράσης έτσι όπως βαδίζει απρόσκοπτα, κι είναι τόση η παραστατικότητα της αφηγηματικής φωνής, που αυτόματα μας στέλνει στο λιμάνι της Χίου. Οχι στην τουριστική προβλήτα, αλλά εκεί όπου συχνάζουν οι ντόπιοι. Ανθρωποι ψημένοι απ’ την αρμύρα του νερού, άνθρωποι ολιγαρκείς, σεμνοί, μετρημένοι? άνθρωποι που υφίστανται τις μοιραίες συνέπειες της σημερινής οικονομικής κρίσης χωρίς να εξανίστανται, αλλά και χωρίς να μασούν τα λόγια τους? άνθρωποι που δεν έφταιξαν σε τίποτα, που νιώθουν τι σημαίνει ιδρώτας, αλλά ούτε επαιτούν ούτε ζητούν προστασία, δείχνουν αντιθέτως μάλιστα να κουμαντάρουν τη ζωή με την ίδια τέχνη που χειρίζονται τις μηχανές και τα σύνεργά τους. Καθένας με τον χαρακτήρα και τον τρόπο του? καθένας με τη μοίρα και την τύχη του. Στο «Λαγού μαλλί» δεν θα βρούμε ούτε ιδεολογήματα για την ελληνικότητα, ούτε εύκολα λόγια για την απόδοση κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά τη βαθιά αίσθηση ενός ξεχασμένου ήθους. Θα συναντήσουμε πραγματικούς ανθρώπους που ακόμα κι αν κατατρύχονται από παράξενες εμμονές ή αν έχουν κυρτώσει εξ αιτίας αθεράπευτων νοσημάτων, διαθέτουν αυτή την τόσο ξεχασμένη απλότητα κι ένα αλάνθαστο ένστικτο του σωστού και του λάθους? διαθέτουν ψυχή, κουράγιο και αξιοπρέπεια έτσι ώστε, πατώντας γερά πάνω στη γη, να παρακολουθούν με μάτι άγρυπνο τι γίνεται στον περίγυρο και τι συμβαίνει στον κόσμο.

Be Sociable, Share!

One thought on “Ελισάβετ Κοτζιά (Καθημερινή)

  1. Pingback: ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗΣ | ΑΦΗΓΗΣΗ ΖΩΗΣ ————-

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>