Μάρη Θεοδοσοπούλου (Ελευθεροτυπία)

Ο καπτα-Σίμος το Σφαντό

Από την Μ. Θεοδοσοπούλου

Φωτογραφία του Σπύρου ΒαγγελάκηΦωτογραφία του Σπύρου ΒαγγελάκηΓιάννης Μακριδάκης

Λαγού μαλλί

εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, σ. 95, ευρώ 11,10

«Καλό πνίξιμο, παιδιά», είπε ο γερο-Μπαμπούκος στον Καλούμπα, «τον εξακουστό ψαρά με το ένα χέρι, το άλλο του το είχε φάγει ο δυναμίτης, οπού ηλίευε τους περίφημους ορφούς», και τον Νεόγαμπρο, καθώς στέκονταν στην ξύλινη θαλασσοφαγωμένη αποβάθρα της Σκιάθου, έτοιμοι να επιβιβαστούν στην αλιευτική λέμβο. Ο Καλούμπας εκάγχασεν με τον απαίσιον αστεϊσμόν, ενώ ο άλλος εσιώπησεν. Την ογδόην ημέραν, «τα πτώματα των δυο πνιγμένων ηλιεύθησαν πλησίον ερήμου ακτής. Το τρίτον δεν ευρέθη». Ηταν «το ενιαύσιον θύμα» στο ομότιτλο διήγημα του Παπαδιαμάντη, γραμμένο για τα τελευταία Χριστούγεννα του προπερασμένου αιώνα.

«Λαγού μαλλί», φώναξε ο Μιχάλης της Φρόσως της καφετζούς από την «ψαρόσκαλα» της Χίου στον Νικολή τη Μουγγριά, την πρώτη ημέρα που βγήκε για ψάρεμα με το δικό του καΐκι. Ηταν συνήθης αστεϊσμός των ψαράδων, που πολύ θύμωνε μερικούς, όπως ο Νικολής στην καινούρια νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη, γραμμένη για τα τελευταία Χριστούγεννα της πρώτης δεκαετίας του τρέχοντος αιώνα. Τώρα που το επάγγελμα του ψαρά πνέει τα λοίσθια και το Αιγαίο νεκρώνει από ψάρια, ο Μακριδάκης διασώζει στη νουβέλα του, ως σε κιβωτό, το ιδιόλεκτο του επαγγέλματος και μαζί την ντοπιολαλιά της νήσου του. Ετσι κι αλλιώς, οι επιφανέστεροι Χιώτες διά της φροντίδος της γλώσσας διέπρεψαν. Απαιτείται, ωστόσο, προσοχή, καθώς ο υπερβολικός ζήλος ενίοτε βλάπτει. Μπορεί οι τοπικές διάλεκτοι και παραδόσεις να διασώζονται διά μαγνητοφωνήσεως, αλλά εκείνο που προκύπτει από την απομαγνητοφώνησή τους είναι το γραπτό ντοκουμέντο προς καταχώριση στα αρχεία του ιδιόλεκτου και των λαϊκών παραδόσεων ενός τόπου. Για να ενταχθούν τα ακούσματα στη λογοτεχνία χρήζουν επεξεργασίας προς μετουσίωση, αλλά και καθαρισμό από τις προσμείξεις της τρέχουσας ελλαδικής αργκό. Σε αυτό το επίπονο έργο, ο Μακριδάκης, στην πρόσφατη νουβέλα του, δεν φαίνεται να αφιερώνει τον απαιτούμενο χρόνο, λειτουργώντας περισσότερο ως ιστοριοδίφης.

Εντός του 2010 εξέδωσε τρία βιβλία, αυξάνοντας κατά αριθμητική πρόοδο τις εκδοτικές του επιδόσεις. Κατά σειρά, κυκλοφόρησαν το δεύτερο μυθιστόρημά του, «Ηλιος με δόντια», το δεύτερο ιστορικό του βιβλίο, «Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι-όλοι», και η δεύτερη νουβέλα του. Και στα τρία, συμπεριλαμβανομένου του ιστορικού με τις μαρτυρίες από Χιώτες, που υπήρξαν πρόσφυγες κατά τη δεκαετία του ’40 στη Μέση Ανατολή, διατηρεί το ατού τού ευρηματικού τίτλου. Κατά τα άλλα, στήνει την καινούρια νουβέλα ακολουθώντας το πατρόν της προηγουμένης, που είχε τίτλο «Η δεξιά τσέπη του ράσου». Σε αμφότερες, παντρεύει γεγονότα του δημόσιου χώρου με μυθοπλαστικά, που τοποθετεί στον μικρόκοσμο του νησιού. Στην πρώτη νουβέλα πρόκειται για τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστόδουλου, στις 28 Ιαν. 2008, και την εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου, δέκα ημέρες αργότερα, που συμπίπτουν, αντιστοίχως, με τον θάνατο πάνω στη γέννα και την ταφή της σκυλίτσας του Βικέντιου, του μοναδικού εναπομείναντος καλόγερου σε χιώτικο μοναστήρι. Στην πρόσφατη, πρόκειται για την ανακοίνωση από τον πρωθυπουργό της ένταξης της χώρας στο ΔΝΤ, που έγινε στο Καστελόριζο ανήμερα του Αγίου Γεωργίου, στις 23 Απριλίου 2010, και τη φωτιά στην τράπεζα με τους τρεις νεκρούς κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, δώδεκα ημέρες αργότερα, που συμπίπτουν, αντιστοίχως, με τον θάνατο «του καπτα-Σίμου του Σφαντού» στα ανοικτά της Χίου, εντός των τουρκικών χωρικών υδάτων, και την ταφή του.

Γενικώς, ο Μακριδάκης παίρνει το έναυσμα από την εκάστοτε τρέχουσα επικαιρότητα. Οπότε, ευλόγως, στο πρόσφατο, όπως και άλλοι συγγραφείς, εμπνεύστηκε από την πολιτικοοικονομική κρίση. Από μια άποψη, στη νουβέλα του τονίζει το αυτονόητο. Δηλαδή, τον μονόδρομο κατά τον τρόπο λήψης των αποφάσεων στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία μας έναντι της αμφίδρομης σχέσης, που υπήρχε στην άλλοτε ποτέ άμεση δημοκρατία. Ο καπετάνιος της χώρας αποφασίζει και οι απανταχού ψαράδες, καπετάνιοι στο καΐκι τους, υποχρεούνται να συμμορφωθούν κι ας θεωρούν τα νέα μέτρα άκρως παράλογα. Μοναδική πράξη αντίστασης που τους μένει, για να μη βάλει το κράτος χέρι στο βιος τους, είναι να του βάλουν οι ίδιοι φωτιά και να το κάψουν. Οταν ο καπτα-Σίμος το Σφαντό οργιζόταν, που είχαν εξομοιώσει το καΐκι του με επιχείρηση, υποχρεώνοντάς τον να έχει ταμειακή μηχανή και να κρατά ημερολόγιο για τις ψαριές του, έλεγε ότι δεν περίμενε τίποτα από αυτό «το γελοίο κράτος» της «κλεψιάς» και της «ρουφιανιάς», ούτε επιδοτήσεις ούτε σύνταξη. Οταν θα ερχόταν η ώρα, το καΐκι του θα το έκαιγε, μαζί με την άδεια. Πήγε, όμως, από ανακοπή και δεν πρόλαβε. Η επιθυμία του έμεινε άγραφη διαθήκη να εκτελεστεί από τους φίλους του, τον Λευτέρη τον Καβγατζή και τον παλιό παραγιό του, τον Νικολή.

Μονόχνοτος άνθρωπος ο καπετάνιος, μοναδική έγνοια του ήταν το καΐκι. Του είχε δώσει θηλυκό όνομα, όπως ο καλόγερος στη σκυλίτσα του. Σωστή «κούκλα» έκανε το Δεσποινιώ του κάθε Μάρτιο και τις νύχτες δεν κοιμόταν αν πρώτα δεν το ασφάλιζε από τους ανέμους. Ολη η δράση της νουβέλας αφορά τις περιπέτειες του Δεσποινιού, που βρέθηκε μεσοπέλαγα ακυβέρνητο και κατέληξε στα χέρια των Τούρκων. Με κορυφαία σκηνή την τελετουργία της καύσης του, όπως οι Ινδοί καίνε τις γυναίκες των νεκρών, που περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια. Η νουβέλα ξεκινά με τον νεκρόδειπνο του καπετάνιου, που ελλείψει οικογενείας το παραθέτει η Φρόσω η καφετζού, με παρακαθήμενους τους τέσσερις φίλους του, τους δυο παλαιούς και δυο καινούργιους, τον λιμενικό και τον καθηγητή. Στο δεύτερο κεφάλαιο, η αφήγηση πισωγυρίζει στη νεκρώσιμη ακολουθία, την εκφορά του νεκρού και τον ενταφιασμό του. Με τους τέσσερις να πηγαίνουν τον νεκρό. Στο τρίτο κεφάλαιο, έρχεται το τέλος του Δεσποινιού. Ενώ στο τέταρτο και τελευταίο ο αφηγηματικός κύκλος ολοκληρώνεται, με επαναφορά στη σκηνή της μακαριάς.

Ενόσω όλα αυτά συμβαίνουν κατά τα ειωθότα, με αποσπάσματα της ιεράς ακολουθίας να χρησιμεύουν ως γέφυρες στην αφήγηση, ο συγγραφέας ζωντανεύει την αλλοτινή ζωή στην «ψαρόσκαλα» σε αντιδιαστολή με τη σημερινή. Τότε, οι ψαράδες είχαν μεν πρωτόγονα μέσα, αλλά διέθεταν αντοχή στις κακουχίες και γνώριζαν την τέχνη τους, σε αντίθεση με σήμερα, που έχουν όλες τις ανέσεις και τα μέσα, αλλά είναι καλομαθημένοι και σκιτζήδες. Αυτή η εξιστόρηση δεν ακολουθεί την πεπατημένη μιας ανελισσόμενης με αναδρομές αφήγησης. Ο Μακριδάκης στα βιβλία του δοκιμάζει διαφορετικές μορφές, προτιμώντας εκείνες που στηρίζονται, όσο το δυνατό περισσότερο, στον προφορικό λόγο. Το δεύτερο μυθιστόρημά του έχει τη μορφή ενός σχοινοτενούς μονολόγου και η δεύτερη νουβέλα, μιας πολυεστιακής αφήγησης, που περνάει κυκλικά στην τετράδα των φίλων. Αλλοτε ανακαλούν γεγονότα από την τελευταία φορά που είδαν τον καπετάνιο και από όσα συνέβησαν στη συνέχεια κι άλλοτε θυμούνται πώς τον είχαν γνωρίσει και όσα έμαθαν δίπλα του. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος και των τεσσάρων αφηγήσεων είναι αυτούσιος ο λόγος του καπτα-Σίμου. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο μοναδικός ήρωας, που πλάθει ο συγγραφέας. Οι τέσσερις σκιαγραφούνται ως χαρακτηριστικοί τύποι. Εκείνο που πιστεύουμε ότι δυσχεραίνει την ανάγνωση, πολύ περισσότερο από το χιώτικο ιδιόλεκτο, είναι η εν μέρει κατάργηση των σημείων στίξεως και η απόδοση της πολυεστιακής αφήγησης ως έναν ενιαίο μακροπερίοδο λόγο.

Οπως και να έχει, παρά τις όποιες παρατηρήσεις, ο Μακριδάκης κατάφερε να δώσει και πάλι μια τρυφερή νουβέλα, παρ’ όλο που το κυρίως θέμα φαίνεται να παραμένει ο θάνατος. *

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>