Συνέντευξη στην Πασκουαλίτα Κότσιφα (Λέσχη Ανάγνωσης Degas)

Συνέντευξη του ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗ στην Ειρήνη-Πασκουαλίτα Κότσιφα

Η Πασκουαλίτα Κότσιφα,από τα πιο νεαρά μας μέλη,δασκάλα, που έχει δουλέψει στην Χίο και που  έχει αγαπήσει το νησί και κάθε τόσο πηγαίνει και βλέπει τους φίλους της εκεί-ένα πολύ γλυκό και δραστήριο παιδί είναι η Πασκουαλίτα, πρέπει να σας πω-στην προηγούμενη συνάντηση τής λέσχης,  που κουβεντιάζαμε για το “Ζουμί του Πετεινού” και τον Γιάννη τον Μακριδάκη, είχε την πολύ ωραία ιδέα, όταν ξαναπάει στην Χίο να τον συναντήσει για μια συνέντευξη και να την αναρτήσουμε στο μπλογκ!(Γενικώς η Πασκουαλίτα, να ξέρετε,κάνει διάφορα και συχνά αρθρογραφεί στην εκπαιδευτική σελίδα www.alfavita.gr)
Η καλύτερή μου λοιπόν εμένα, που καρασυμφωνώ στα πολιτικά ,όπως θα έχετε πάρει είδηση, με τον Μακριδάκη, πέρα από το ότι τον θεωρώ εξαιρετικό συγγραφέα(ως αγρότη θα τον  κρίνω όταν κάποτε βρεθώ στην Χίο και με φιλέψει ….ντοματούλες από το περιβόλι του,χαχα).
Λοιπόν είμαι πολύ χαρούμενη που αυτό έγινε πραγματικότητα-η συνέντευξη βρε,τις ντομάτες χλωμό το κόβω να τις κριτικάρω σύντομα-και σας παραθέτω την κουβέντα που είχε η Πασκουαλίτα με τον… αγρότη,που γράφει και βιβλία και παρακάτω θα καταλάβετε τι εννοεί ο ποιητής  μ΄αυτό.

Τους ευχαριστώ θερμά και τους δύο.

Βιβή Γ.

Γιάννης Μακριδάκης:
«Ένας ευτυχισμένος άνθρωπος και γιατί όχι!»
Δευτέρα πρωί έχω κανονίσει ν’ ανέβω στο πανέμορφο χωριό της Βολισσού (ένα χωριό βόρεια της Χίου) με απώτερο σκοπό να συναντηθώ με τον ταλαντούχο Γιάννη Μακριδάκη, έναν αγρότη που γράφει βιβλία (όχι συγγραφέας, όπως ο ίδιος αναφέρει ότι δε θέλει να τον αποκαλούν). Έχουμε τηλεφωνηθεί και έχουμε δώσει ως τόπο συνάντησης τη μικρή πλατεία του χωριού. Καθώς έχω φτάσει πρώτη εξερευνώ λίγο το χώρο γύρω μου, έχω πιάσει και την κουβέντα με τους χωριανούς μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται κι ο Γιάννης Μακριδάκης αποπνέοντας μια πραγματική απλότητα και ευγένεια.
Αφού λοιπόν χαιρετηθήκαμε, μπήκαμε στο τζιπ του για να κατευθυνθούμε όπως χαρακτηριστικά μου είπε στο γραφείο του. Κι όταν λέμε γραφείο μη φανταστείτε από κείνα τα άχαρα, αποστειρωμένα μπουντρούμια μιας επίσης άχαρης κι αποπνικτικής πολυκατοικίας με τη φινετσάτη βιβλιοθήκη (που σε πνίγει όμως από τον όγκο των ανέγγιχτων βιβλίων), με τα ξύλινα έπιπλα στα οποία υπάρχουν χιλιάδες- μυριάδες άχρηστα μπιχλιμπίδια και με έναν αέρα τόσο παγωμένο και βιομηχανοποιημένο που σε διαπερνά ως το κόκαλο κάθε άλλο παρά ευχάριστα. Όχι.
Το γραφείο του Γιάννη Μακριδάκη, το οποίο είναι πολύ φιλόξενο κι έχει δημιουργηθεί με πολύ μεράκι βρίσκεται στη φύση, έξω στην ύπαιθρο, στο χωράφι του εκεί που στεγάζονται τα ακριβότερα έργα τέχνης, τα φυτά του. Εκεί που τον συντροφεύουν τα ζώα του, πραγματικοί και εγκάρδιοι φίλοι. Λένε πως μια εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις.
Αυτό ένιωσα καθώς αντίκρισα το γραφείο του και νομίζω πως θα απογοητευόμουν αν ήταν διαφορετικό. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «εδώ γράφω τα βιβλία μου, εδώ εμπνέομαι αντικρίζοντας τα φυτά και τα ζώα μου».
Θα ήθελα σε πρώτη φάση να μας πεις λίγα λόγια για σένα και το πώς προέκυψε να εγκαταλείψεις το επάγγελμα του μαθηματικού.
 Έχω σπουδάσει μαθηματικός. Θεωρώ ότι ένας άνθρωπος που μεγαλώνει στην Ελλάδα του ’70-’80 σα μαθητής, σαν έφηβος μπαίνει σ’ ένα τρυπάκι του να σπουδάσει, του να πάρει ένα πτυχίο. Έτσι κι εγώ πήγα και σπούδασα γιατί μ’ άρεσαν πολύ τα μαθηματικά. Όταν τέλειωσα το πανεπιστήμιο και το στρατό ξεκίνησα να δουλεύω ως μαθηματικός σε φροντιστήρια και με ιδιαίτερα σε Χίο και Αθήνα διαπιστώνοντας τελικά ότι δεν είναι αυτό που μ’ ενδιαφέρει να κάνω στη ζωή μου, θεωρώντας το κάτι τελείως αντιπαραγωγικό και επαναλαμβανόμενο. Δεν είχε κανένα ιδανικό να μου προσφέρει, αλλά ούτε εγώ ένιωθα ότι προσφέρω κάτι παρά μονάχα ότι πουλάω γνώση και δε μου άρεσε καθόλου. Δεν ήμουν σε σχολείο διορισμένος ούτε όμως έδωσα ποτέ Α.Σ.Ε.Π.  Ωστόσο μέσα στα δύο πρώτα χρόνια αντιλήφθηκα  και σ’ αυτό ίσως βοήθησε και η μαθηματική παιδεία που είχα, ότι δε συμφέρει να δουλεύεις για να ζήσεις.
Τα λογάριασα όλα και είπα πόσα χρήματα βγάζω τόσα, πόση ζωή χάνω τόση- πληρώνεται η ζωή με τα χρήματα αυτά; Όχι. Τι άλλο να κάνω στη ζωή μου, ότι άλλο και να κάνω με τα λεφτά που θα βγάζω θα μπορεί να μου πληρωθεί η ζωή που θα χάνω; Όχι. Τι τα κάνω τα λεφτά που βγάζω χάνοντας τη ζωή μου, τα δίνω πίσω στο σύστημα που μου τα προσφέρει για να τρώω, να μου δίνει θεάματα όλα εκείνα που χρειάζονται για να ζήσω. Οι σκέψεις αυτές με οδήγησαν στο να πάρω μιαν απόφαση: ότι εγώ θέλω να ασχοληθώ με κάτι όπου δε θα’ χω στο κεφάλι μου ούτε πελάτες, ούτε αφεντικά αλλά ούτε και ωράριο. Η δουλειά μου θα είναι και η διασκέδασή μου και αντίστοιχα η διασκέδασή μου θα είναι και δουλειά μου, γιατί ο μόνος πλούτος στη ζωή είναι η ελευθερία. Φυσικά αυτό είναι ρίσκο κι έχει μεγάλο τίμημα τόσο μέσα από την κοινωνία, μέσα από την οικογένεια όσο και μέσα από τη μοναχικότητα. Βέβαια έχει και πάρα πολλές μεγάλες χαρές. Γενικότερα όμως πρόκειται για ακραίες καταστάσεις με μεγάλες χαρές και μεγάλες δυσκολίες.
Οπότε σταμάτησα να δουλεύω μ’ αυτόν τον τρόπο, δηλαδή να έχω μια δουλειά όπως την εννοεί το κοινωνικό- οικονομικό κατεστημένο μέσα στο οποίο ζούμε κι άρχισα να εργάζομαι για τη ψυχή μου και για μένα, βγάζοντας ταυτοχρόνως μ’ αυτήν την εργασία και τα προς το ζην. Ευτυχώς υπάρχει ακόμη χώρος σ’ αυτήν την κοινωνία για ανθρώπους που δε θέλουν να μπουν στο σύστημα.
Ξεκίνησα λοιπόν, να γυρίζω το νησί γύρω γύρω, να βγάζω φωτογραφίες, να παίρνω συνεντεύξεις από ανθρώπους ηλικιωμένους να εξασκώ εκ του πρακτέου την επιστήμη της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Έβγαλα το περιοδικό ‘Πελινναίο’ στη Χίο και με τη βοήθεια αργότερα κι άλλων ανθρώπων- συνεργατών παρουσιάζαμε τα θέματα. Το περιοδικό ‘ Πελινναίο’ έβγαινε κάθε τρίμηνο και η έκδοσή του διήρκησε  περίπου 15 χρόνια. Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολα, αλλά υπήρξε μεγάλο πάθος, μεγάλη όρεξη και μεγάλο μεράκι δίνοντας πραγματικά όλη μου τη ζωή για 15 χρόνια σ’ αυτό. Δεν είχα κάτι άλλο στο μυαλό μου και μάλιστα το παρατσούκλι μου ήταν ο Γιάννης ο Πελινναίος.
Πώς προέκυψε στη ζωή σου η Λογοτεχνία και το να γράψεις το πρώτο σου βιβλίο;
Η δουλειά που έκανα για το περιοδικό ‘Πελινναίο’ και για τα τετράδια μνήμης που έβγαζα εκείνη την εποχή, καθώς επίσης και οι παλιές εφημερίδες που μελετούσα μου δώσανε τις πρώτες ιδέες, τις πρώτες λογοτεχνικές αναφορές- πρακτικές για να γράψω λογοτεχνία, την οποία έγραψα χωρίς να το ξέρω. Δεν ήξερα δηλαδή, ότι μπορώ να γράψω κάτι, ένα βιβλίο. Τη λογοτεχνία τη ξεκίνησα ψάχνοντας και κυρίως ακούγοντας ανθρώπους και παλιές ιστορίες. Πήγαινα στα σπίτια τους, στα καφενεία και τελικά κατάφερα να αποκτήσω ένα τρομερό υλικό, περίπου 350-400 cdς  με φωνές ανθρώπων, με διάφορες ιστορίες.
Τα βράδια λοιπόν, που συναντούσα τους φίλους μου τους εξιστορούσα ό,τι είχα μάθει όλη την ημέρα από τον τάδε παππού και κάπως έτσι άρχισα να ψάχνω και την ιστορία του Πέτικα από το ‘Ανάμισης ντενεκές’ (το πρώτο μου μυθιστόρημα). Έκανα δηλαδή τις έρευνές μου και τις εξιστορούσα στους φίλους μου αναφέροντάς τους όλα αυτά που είχα μάθει και βρει, διαπιστώνοντας ξαφνικά ότι όλο αυτό εμένα μου άρεσε πολύ όπως και στους φίλους μου, οπότε είπα ας γράψω για όλα αυτά να τα διαβάσουνε για να μην τα λέω συνέχεια.
Πώς προέκυψε η συνεργασία σου με τον εκδοτικό οίκο ‘Εστία’ ;
Αρχικά αυτό που έγραψα το έστειλα σε τέσσερις εκδότες στην Αθήνα, γιατί είπα ότι αφού την έκανες την προσπάθεια, Γιάννη, και θες να το εκδώσεις στείλε το στην Αθήνα μήπως αρέσει σε κάποιους ανθρώπους, μιας και στη Χίο θα το εκδώσεις σίγουρα αφού κι εσύ είσαι μικρός εκδότης και έχεις ένα περιοδικό. Έτσι λοιπόν, θέλησα να το στείλω σε τέσσερις εκδότες που στην αγορά έχουν ένα μεγάλο μερίδιο κι αυτοί ήταν ο Καστανιώτης, η Εστία, η Πόλις και το Μεταίχμιο. Ειλικρινά δεν ήξερα τίποτα για κανέναν παρά μόνο πήρα μερικά βιβλία τους από το βιβλιοπωλείο, τα άνοιξα είδα μέσα τις διευθύνσεις και τους έστειλα αυτό που είχα γράψει.
Ωστόσο οι τρεις εκδότες μου απάντησαν αρνητικά και μόνο η Εστία μου είπε το ναι. Ευτυχώς όμως που η Εστία μου είπε το ναι γιατί διαπίστωσα πως με κείνη κολλάνε τα χνώτα μου, όχι μόνο σαν άνθρωπο, αλλά και σαν πολιτική στάση. Έτσι το 2008 βγαίνει από την Εστία ο ‘Ανάμισης ντενεκές’ και παρατήρησα ωραίες αντιδράσεις από ανθρώπους με αποτέλεσμα αυτό να με κάνει να σκεφτώ να κάνω μια προσπάθεια να δω αν μπορώ να γράψω και κάτι άλλο, αφού λέω μ’ αρέσει να γράφω και αρέσει και στους ανθρώπους που διαβάζουν αυτά που γράφω. Ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα ότι θέλω να γράψω ένα βιβλίο.
Συχνά αναφέρεις ότι δεν είσαι συγγραφέας και δεν επιθυμείς να σε αποκαλούν μ’ αυτόν τον χαρακτηρισμό. Ποιος είναι όμως,  ή καλύτερα τι σημαίνει για σένα  ο όρος ‘συγγραφέας’;
Μεγάλωσα σε επαρχία και σε σχολεία της εποχής εκείνης όπου διαβάζαμε Λογοτέχνες –συγγραφείς πεθαμένους και  ποτέ δεν είχα δει κάποιον ζωντανό άνθρωπο να λέει ότι είναι συγγραφέας. Εντωμεταξύ κι εμείς ως παιδιά στην επαρχία, που ήμασταν συνέχεια τα καλοκαίρια μες στη θάλασσα, στις βάρκες, στα χωράφια δεν είχαμε μυαλό να διαβάσουμε βιβλία και δεν είχα εμπειρίες και διαβάσματα από Έλληνες συγγραφείς και γενικά από συγγραφείς. Δε ντρέπομαι να πω ότι μέχρι και τα τριάντα μου χρόνια εγώ θεωρούσα ως συνώνυμη της λέξης συγγραφέα τη λέξη νεκρός. Πίστευα δηλαδή, ότι δεν υπάρχουν συγγραφείς, ότι οι συγγραφείς είναι πεθαμένοι κι ότι για να χαρακτηριστεί κάποιος ως συγγραφέας πρέπει να έχει τελειώσει το έργο του, να έχει τελειώσει και τη ζωή του και φυσικά μετά η ιστορία να του πει αν ήταν ή δεν ήταν συγγραφέας. Αυτό το πιστεύω ακόμα, αυτή είναι η γνώμη μου, απλά εγώ στη φάση αυτή δηλώνω συγγραφέας στην εφορία γιατί κάτι πρέπει να δηλώσω. Από τα 350 μυθιστορήματα που βγάζει η ελληνική παραγωγή κάθε χρόνο θεωρώ ότι το μέλλον θα κρίνει ποιος είναι, ποιος ήταν και ποιος θα είναι συγγραφέας. Για μένα συγγραφέας κανείς δεν είναι, συγγραφέας ήταν.
Ξεκινάς λοιπόν και γράφεις, πώς προκύπτει η θεματολογία του κάθε βιβλίου;
Τα βιβλία μου είναι πολιτικά. Σχεδόν όλα έχουν να κάνουν με ένα σχόλιο, μια λοξή ματιά πάνω στην τρέχουσα ζωή μας. Και φυσικά το νησί μου είναι εκείνο που με εμπνέει. Λατρεύω τη Χίο και πιστεύω πως δε θα έκανα τίποτα αν δε ζούσα εδώ. Δηλαδή, αν είχα γεννηθεί στη Χίο και αναγκαζόμουν να ζήσω αλλού, σε κάποιο άλλο νησί δε θα έκανα τα ίδια πράγματα για τον άλλο τόπο.
Οι περισσότεροι από τους ήρωές σου απλοί- καθημερινοί άνθρωποι σχεδόν όλοι αντρικοί χαρακτήρες, ταυτίζεσαι μ’ αυτούς;
Οι ήρωές μου μιλάνε και πράττουν κατά το πως θα μιλούσα και θα έπραττα εγώ σε παρόμοια περίπτωση, σ’ αυτήν την περίπτωση που ζούνε. Συγκεκριμένα στη ‘Δεξιά τσέπη του ράσου’ ο Βικέντιος είμαι εγώ. Ο Πέτικας πάνω στα βουνά είμαι εγώ επομένως ό,τι θα έκανε και θα σκεφτόταν δεν μπορεί να μην αντληθεί από τον εαυτό μου. Αντίθετα στις νουβέλες ‘Λαγού μαλλί’ και ‘Το ζουμί του πετεινού’ οι ήρωες είναι υπαρκτά πρόσωπα. Συγκεκριμένα το ζουμί του πετεινού είναι βασισμένο σ’ έναν άνθρωπο- αγρότη, που κάνει αυτή του είδους τη ζωή εδώ και πάρα πολλά χρόνια κι επειδή τον έχω γνωρίσει, τον έχω ζήσει αυτόν τον άνθρωπο και με έχει εντυπωσιάσει από τις κουβέντες του, τον έκανα βιβλίο. Ομοίως και στο Λαγού μαλλί ο άνθρωπος είναι αληθινός, ένας ψαράς.
Με εμπνέουν διάφοροι άνθρωποι με τη στάση ζωής τους, αλλά κυρίως με τις κουβέντες που λένε, με τη λογοτεχνία που κάνουν την άγραφη. Κι επειδή φαίνεται έχω αυτήν την ‘αρρώστια’ τη συγγραφική θέλω αυτά που ακούω να τα έχω γραμμένα, να τα έχω σε βιβλία. Μιλάνε οι άνθρωποι και ξαφνικά ανατριχιάζω, σκιρτάω και λέω αυτό που είπε αυτός είναι τέχνη. Τέχνη για μένα είναι οι κουβέντες των ανθρώπων, η οικονομία της φύσης.
Παρόλο που τα βιβλία σου έχουν μεγάλη απήχηση στο ευρύ κοινό και θα μπορούσα να πω με σιγουριά ότι πλέον είσαι πολύ γνωστός στο λογοτεχνικό χώρο κι όχι μόνο, εσύ δε φαίνεται να εγκαταλείπεις το νησί για να έρθεις να μείνεις στην Αθήνα και να αξιοποιήσεις πιθανές ευκαιρίες  που μπορεί στην πόλη να σου δοθούν πιο εύκολα. Ωστόσο έχεις δεχτεί προτάσεις για να έρθεις να μείνεις στην Αθήνα;
Προτάσεις για να έρθω και να μείνω στην Αθήνα έχω δεχτεί πολλές φορές. Μάλιστα μου έγιναν και προτάσεις όπως το να πηγαίνω να διδάσκω σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Ωστόσο όλα αυτά τα θεωρώ αποπροσανατολιστικά από το στόχο σου. Νομίζω ότι όποιος δε μπορεί να γράψει γίνεται κριτικός βιβλίων ή δάσκαλος σε σεμινάριο δημιουργικής γραφής, γιατί άμα μπορούσες να γράψεις θα το έκανες. Γενικά είμαι στο δεν… .
Δεν ανταποκρίνομαι σε προσκλήσεις, δε συμμετέχω σε εκδηλώσεις και ειδικά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο δε διαλέγω τίποτα, απορρίπτω τα πάντα. Πρώτον δε γίνεται να πάω στην Αθήνα γιατί το νησί μου είναι υπέροχο για μένα, είναι η έμπνευσή μου και δε θέλω ν’ αφήσω τα φυτά και τα ζώα μου και δεύτερον αν πάω στην Αθήνα θα στεναχωρηθώ στη θέα του δήθεν που υπάρχει ακόμα, αλλά και στην εικόνα της πραγματικότητας που ζούμε με όλες αυτές τις τραγικές εξελίξεις. Εξάλλου εγώ δεν είμαι πολυάσχολος συγγραφέας, είμαι αγρότης που γράφει κιόλας.
Αν και αγαπάς πολύ τον τόπο σου κι αυτό φαίνεται από τη στάση που κρατάς όλα αυτά τα χρόνια και τον συνεχή αγώνα που κάνεις προκειμένου να τον αναβαθμίσεις σε όλα τα επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά έχεις κι αρκετούς πολέμιους στο νησί, πού το αποδίδεις αυτό;
Στη Χίο δε με συμπαθούν πολλοί γιατί έχω πολιτική άποψη αντίθετη από αυτήν που επιθυμούν, γιατί αυτοί θέλουν την τσιμεντοποίηση. Παρ’ όλα αυτά έχω δεχτεί και πολύ ωραία μηνύματα από πάρα πολύ κόσμο από παντού στην Ελλάδα. Πολλοί Χιώτες που λείπουν από τη Χίο με στηρίζουν πολύ, αλλά κι ένα μεγάλο μέρος της τοπικής κοινωνίας που ζει εδώ και που είναι άνθρωποι που δεν ασχολούνται με την πολιτική- δεν έχουν παραγοντισμό.
Δέχεσαι την κριτική που μπορεί να σου ασκηθεί θετική ή αρνητική για το έργο ή το άτομό σου;
Από τη στιγμή που εκτίθεμαι είναι λογικό να υπάρξει κάποια κριτική. Έχω δεχτεί και αρνητική κριτική και για τα βιβλία μου και για το άτομό μου. Γενικώς όμως δε μ’ ενδιαφέρει τι λέγεται καθόλου. Εμένα μ’ ενδιαφέρει αυτό που κάνω, να μπορώ να γράφω όχι μόνο γιατί με ζει και με θρέφει το γράψιμο, αλλά και γιατί με κάνει ευτυχισμένο. Με ενδιαφέρει να είμαι εδώ στη Χίο και να δουλεύω με τη γη.
Διαβάζεις λογοτεχνικά βιβλία και γενικά έχεις κάποιον αγαπημένο συγγραφέα;
Δεν έχω κάποιον αγαπημένο συγγραφέα, βιβλία μόνο έχω. Ωστόσο δε διαβάζω πολλά βιβλία, έχω τόσα ερεθίσματα απ’ έξω που δεν μπορώ να κάτσω μέσα και να διαβάσω και βέβαια είναι κι η εποχή τέτοια που όταν είμαι μέσα ασχολούμαι, γράφοντας κάποια άρθρα, με τον πόλεμο αυτόν που έχουμε γύρω μας, τον κοινωνικό. Πιστεύω όμως, πως η λογοτεχνία στην Ελλάδα είναι παρεξηγημένη γιατί κάποιοι έχουν την εντύπωση ότι για να γράψεις λογοτεχνία πρέπει να διαβάζεις.
Συνήθως αυτοί που γράφουν μέσα από διαβάσματα δεν κάνουν πετυχημένη λογοτεχνία, γιατί ζουν μια διαμεσολαβημένη ζωή, δεν έχουν αυθεντικά βιώματα. Εγώ προσωπικά δε θα μπορούσα να το κάνω. Θέλω να δω πως τη βλέπει ο άλλος τη ζωή μέσα από το διάβασμα, αλλά να ζω και τη ζωή μέσα από την πραγματικότητά μου- τα χαμηλά επίπεδα της ζωής. Άμα μου βγει γράφω άμα δε μου βγει δε γράφω πολύ απλά.
Με αφορμή ότι στη νουβέλα  ‘Η δεξιά τσέπη του ράσου’ ο ήρωάς σου είναι ένας μοναχός, τι σχέση έχεις με τη θρησκεία;
 Δεν έχουμε κοινό τόπο, δεν έχουμε καμία σχέση, δεν τα πάμε- δεν πάει.
Το πρώτο σου μυθιστόρημα ο ‘Ανάμισης ντενεκές’ έχει ήδη μεταφραστεί και στην τουρκική γλώσσα, τι αισθάνεσαι για τους γείτονές μας;
Είμαι λάτρης της Τουρκίας ως φυσικό περιβάλλον, είμαι λάτρης των Τούρκων ως κουλτούρα και ως παράδοση, είμαι λάτρης της τουρκικής γλώσσας. Γενικά μου αρέσει πάρα πολύ η Τουρκία, έχω πολύ καλές σχέσεις και δυστυχώς έχω να πάω και πάρα πολύ καιρό.
Να περιμένουμε κάποιο επόμενο βιβλίο;
Ήδη μέσα στους επόμενους μήνες αναμένεται να βγει το καινούργιο μου βιβλίο από τις εκδόσεις Εστία με τίτλο ‘Του Θεού το μάτι’, το οποίο είναι και το πιο βιογραφικό. ‘Του Θεού το μάτι’ πραγματεύεται τη ζωή μου εδώ μέσα στο κτήμα απλά έχω βάλει τον εαυτό μου σ’ έναν κόντρα ρόλο. Είμαι ένας καθεστωτικός ψηφοφόρος πρώην δημόσιος υπάλληλος συνταξιούχος, που έχει απεριόριστη εκτίμηση στο κόμμα που τον διόρισε και του έκανε ρουσφέτια όλα αυτά τα χρόνια και τώρα βασανίζεται και δε μπορεί να μην πάει να ψηφίσει πάλι το κόμμα του.
Απέναντί του όμως είναι μια παρέα γειτόνων και φίλων που προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον κάνουν να ξεχάσει ότι είναι η ημέρα των εκλογών για να μην πάει να ψηφίσει. Και μέσα σ’ όλο αυτό το πράγμα αναδεικνύεται και η ζωή μέσα στο κτήμα, οι εργασίες του χωραφιού-της κηπουρικής. Αποτελεί ένα μικρό εγχειρίδιο για τους καλοκαιρινούς κήπους.
Τώρα που γράφω βρίσκομαι στο πλοίο φορτωμένη από αναμνήσεις, αγναντεύω το λιμάνι της Χίου, τη θάλασσα- φεύγω από το νησί που τόσο θαυμάζω. Αν και προσωπικά ξέρω ότι θα μεσολαβήσουν πολλά χρόνια για να ξαναβρεθώ κι αν ξαναβρεθώ σ’ αυτόν τον λατρεμένο τόπο, εσείς όμως, όσοι βρεθείτε επιδιώξτε να συναντηθείτε μ’ αυτόν τον αγρότη που γράφει βιβλία. Μη σας τρομάξουν τα χέρια του, είναι χέρια που φροντίζουν κι αγαπούν τη γη κάτι που τα δικά μας χέρια έχουν ξεχάσει να κάνουν. Αφήστε τον να σας μιλήσει και καλύτερα ακούστε τον (κάτι που ίσως θα ήθελα να έχω κάνει περισσότερο), έχει να πει πολλά. Βαθιά πολιτικοποιημένος και αξιόλογος άνθρωπος.
 Όσοι πάλι δε βρεθείτε στο νησί μην απογοητευτείτε, διαβάστε τα βιβλία του σίγουρα θα καταλάβετε πολλά γι’ αυτόν (είτε σας ταιριάξει η γραφή του είτε όχι). «Είμαι ευτυχισμένος όταν γυρνάω από τη θάλασσα, όταν είμαι κοντά στα φυτά και στα ζώα μου»
 Ένας ευτυχισμένος άνθρωπος λοιπόν, και γιατί όχι;!
Τον ευχαριστώ θερμά για το ταξίδι στη φύση, για τη φιλοξενία και τα γευστικά μούρα που μου πρόσφερε, αλλά κυρίως για τα δικά μου ταξίδια που πραγματοποίησα διαβάζοντας τα βιβλία του.
Ο Γιάννης Μακριδάκης έχει γράψει τα μυθιστορήματα: «Ανάμισης ντενεκές» και «Ήλιος με δόντια» το οποίο παίχτηκε και στο θέατρο σε Αθήνα και Αίγινα τη χρονιά που μας πέρασε. Ακόμη έχει γράψει τις νουβέλες: «Η δεξιά τσέπη του ράσου», «Λαγού μαλλί», «Το ζουμί του πετεινού», «Η άλωση της Κωνσταντίας» η οποία αναμένεται κι αυτή να παιχτεί στο θέατρο από πολύ γνωστούς ηθοποιούς μέσα στην επόμενη χρονιά. Μέσα στους επόμενους μήνες θα κυκλοφορήσει και η καινούργια του νουβέλα «Του Θεού το μάτι». Όλα τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Εστία.
Ειρήνη- Πασκουαλίτα Κότσιφα
Χίος, 2012
Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>