Δημοσθένης Κούρτοβικ (Βιβλιοδρόμιο)

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου…

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: , Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ

Εκδοτικό φαινόμενο ο Γιάννης Μακριδάκης. Μέσα σε τρία χρόνια ο 39χρονος σήμερα Χιώτης, ιδρυτής και ιθύνων νους του Κέντρου Χιακών Μελετών, αλλά άγνωστος ώς πρόπερσι στο πανελλήνιο, έβγαλε ισάριθμα βιβλία που είχαν όλα σημαντική εμπορική επιτυχία και εισέπραξαν πολλούς επαίνους από την κριτική (μπορούμε ήδη να το πούμε αυτό και για το πιο πρόσφατο, εκδοτικής ηλικίας μόλις δύο μηνών).

Η επιτυχία αυτή είναι παράδοξη εκ πρώτης όψεως. Σε ό, τι αφορά τη λογοτεχνική ποιότητα, τα δύο μυθιστορήματα και η μία νουβέλα του Μακριδάκη είναι γεμάτα ατσαλοσύνες και πλαδαρότητες, πράγμα που οι περισσότεροι κριτικοί παρέβλεψαν πρόθυμα ή το είδαν διαφορετικά. Για το ευρύ κοινό, βέβαια, μετράνε άλλα πράγματα, όπως ένας αγνός, αλλά εμποδισμένος έρωτας (φυσικά ετεροφυλοφιλικός), ένα δυνατό οικογενειακό δράμα, μια πλοκή με πολύ σασπένς, ένας πλουμιστός διάκοσμος. Αλλά τα βιβλία του Μακριδάκη δεν έχουν ούτε τέτοια γνωρίσματα. ΄Εχουν, πάντως, ένα άλλο όπλο αυτής της κατηγορίας, που ίσως μας δίνει ένα πρώτο κλειδί για την εξήγηση της απήχησής τους: μια καθησυχαστική, τολμώ να πω καταπραϋντική θεώρηση του κόσμου, ομολογουμένως με ιδιότυπο τρόπο.

Στη λογοτεχνία της εντοπιότητας που καλλιεργεί ο Μακριδάκης (αφού και στα τρία βιβλία του χώρος των τεκταινομένων και, σε μεγάλο βαθμό, πρωταγωνιστής είναι η Χίος) υποφώσκει ένας κοινοτικός ευσεβισμός, που ανατρέχει σε μια παλιά, «βαθιά» Ελλάδα και θυμίζει την ευχαριστιακή κοινότητα των σκιαθίτικων διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, χωρίς βέβαια να εκφράζεται με τη δύναμη και τους ιριδισμούς της γραφής, την υποβλητικότητα και τελικά την πειστικότητα εκείνων. Στην περσινή νουβέλα Η δεξιά τσέπη του ράσου, που κατ΄ εξαίρεσιν διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή, το πνεύμα αυτό διασώζεται σ΄ ένα απόμερο, εγκαταλειμμένο μοναστήρι κι ενσαρκώνεται από τον μοναδικό εναπομείναντα ένοικό του, τον μοναχό Βικέντιο, που είναι ερημίτης θέσει, αλλά όχι και φύσει.

Μπορούμε να καταλάβουμε την έλξη που ασκεί μια τέτοια βιοθεωρία στο ελληνικό αστικό κοινό της εποχής μας και που μάλλον θα μεγαλώνει στις συνθήκες της πρωτοφανούς κρίσης που διερχόμαστε: η νοσταλγία για ένα «αγνό» ελληνικό παρελθόν, για τη χαμένη κοινοτική συνοχή, συν οι πατριδογνωστικού χαρακτήρα περιγραφές του Μακριδάκη, οι οποίες δεν διανθίζουν απλώς την αφήγηση αλλά είναι μέρος της ουσίας της. Αν μάλιστα επαληθευτούν οι προβλέψεις (ευοίωνες κατά τ΄ άλλα) για ένα κύμα επιστροφής από τις μεγάλες πόλεις στην ύπαιθρο, τέτοια λογοτεχνήματα μπορεί να γίνουν κάτι σαν ευαγγέλια των νεοεποίκων.

Στο ΄Ηλιος με δόντια παρακολουθούμε τον φυσικό, υποτίθεται, μονόλογο του κεντρικού προσώπου της ιστορίας, που καταγράφεται εν αγνοία του σε μαγνητόφωνο και απλώνεται σε τρεις μπομπίνες. Ο Κωσταντής, ιερέας σε μια ενορία της πόλης της Χίου (όπως τουλάχιστον λέει ο ίδιος), αναδιηγείται κάθε Σάββατο στον εαυτό του, μπροστά στον καθρέφτη, την ιστορία της ζωής του, από τη γέννησή του το 1908 ώς τη μοιραία 7η Φεβρουαρίου 1944. Εκείνη τη μέρα βρετανικά πολεμικά αεροπλάνα βομβάρδισαν, από εσφαλμένη πληροφόρηση, το σουηδικό πλοίο του Ερυθρού Σταυρού Wiril στο λιμάνι της Χίου και ανάμεσα στα θύματα ήταν το πιο αγαπημένο πρόσωπο του Κωσταντή. Το μυαλό του τελευταίου σάλεψε και το νήμα της μνήμης του κόπηκε, καθώς ο Κωσταντής είναι πεπεισμένος ότι αυτός φταίει για ό, τι έγινε: μέλος μιας αντιστασιακής ομάδας, αμέλησε να διαβιβάσει ένα μήνυμα που θα είχε αποτρέψει τον βομβαρδισμό και τον θάνατο του άνδρα της ζωής του.

Γιατί ο Κωσταντής είναι ομοφυλόφιλος. Δακτυλοδεικτούμενος από μικρός ως «γυναικωτός», μεγάλωσε στον εξαθλιωμένο μαχαλά μέσα στα τείχη του παλιού φρουρίου της πόλης και γνώρισε στοργή μόνον από τις πόρνες της γειτονιάς. Στα έντεκά του, ορφανός πια και από τους δύο γονείς, υιοθετήθηκε άτυπα από τον ιδιοκτήτη ενός μηχανουργείου, έγινε παραγιός του, εξελίχτηκε σε ικανότατο μηχανικό και ηλεκτρολόγο. Στο μεταξύ είχε γνωρίσει τον Αποστόλη, γκαρσόνι και δεινό παίκτη της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας. Ο Αποστόλης τον αποπλάνησε, έγινε μόνιμος εραστής του και πολύ αργότερα, στη διάρκεια της Κατοχής, τον μύησε στην αντιστασιακή οργάνωση στην οποία συμμετείχε ο ίδιος. Με τον χαμό του Αποστόλη ο Κωσταντής παραφρόνησε, όπως είπαμε, και όταν κάποτε συνήλθε, χάρη σε ιατρικές φροντίδες, διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς ξετυλίχτηκαν τα γεγονότα εκείνης της αποφράδας μέρας. Κάθεται, λοιπόν, κάθε Σάββατο μπροστά στον καθρέφτη κι εφαρμόζει ένα είδος αυτοσχέδιας λογοθεραπείας, αναπλάθοντας μιλητά τη ζωή του ώς εκείνη την ημερομηνία, ξανά και ξανά, με την ελπίδα πως θα καταφέρει να κλείσει το κενό της μνήμης του. Στα δύο τελευταία, σύντομα μέρη του μυθιστορήματος παίρνουν τον λόγο δύο άλλα πρόσωπα, που συμπληρώνουν την ιστορία του Κωσταντή από διαφορετική οπτική γωνία, ανατρέποντας βασικές παραμέτρους της δικής του αφήγησης. Ο Μακριδάκης, αφορμώμενος από ένα πραγματικό περιστατικό (τον βομβαρδισμό του πλοίου Wiril από τους ΄Αγγλους) και παρενθέτοντας στην ιστορία που διηγείται μερικά υπαρκτά πρόσωπα, που έδρασαν στη Χίο εκείνη την εποχή, θέλησε ν΄ αναπαραστήσει τη χιώτικη κοινωνία των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα μέσα από τα μάτια ενός αποσυνάγωγου. Η ιδέα είναι καλή, καταρχήν. Είναι όμως ο Κωσταντής πραγματικά αποσυνάγωγος; Ναι μεν αληθεύει ότι λοιδορείται συχνά από τους συντοπίτες του για το «κουσούρι» του. Αλλά δεν περιθωριοποιείται ούτε, πολύ περισσότερο, αποκλείεται κοινωνικά. Ο πατριός του εξοργίζεται, όταν μαθαίνει την ιδιαιτερότητά του, αλλά δεν τον διώχνει από το σπίτι και τη δουλειά, απεναντίας, τον εμπιστεύεται όλο και απερισσότερο. Η μητριά του δεν φαίνεται να ενοχλείται, κι ας είναι παλαιοημερολογίτισσα. Ο δεσμός του με τον Αποστόλη δεν είναι και τόσο κρυφός ούτε συναντά μεγάλα προσκόμματα. Ο Κωσταντής προσκαλείται σε κοινωνικές εκδηλώσεις της ανώτερης τάξης, όπου συμμετέχει χωρίς ν΄ αντιμετωπίζεται μειωτικά. Με δυο λόγια, η ομοφυλοφιλία του δεν του δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα. Καμία σχέση με τη θέση του ομοφυλόφιλου στην ελληνική επαρχιακή κοινωνία όπως τη σκιαγραφεί η ταινίαΣτρέλλα, και μάλιστα σχεδόν έναν αιώνα αργότερα. Κατά συνέπεια, η εικόνα που έχει ο Κωσταντής για τη γενέθλια κοινότητα δεν διαφέρει και πολύ από αυτή που θα είχε ένας «κανονικός» ντόπιος.

Η κοινωνία που περιγράφει ο Μακριδάκης δεν είναι σχετικά ανεκτική, στην πράξη, μόνον απέναντι στην ομοφυλοφιλία. Είναι και γενικά ανεκτική, άκακη ουσιαστικά και χωρίς βαθιές αντιθέσεις (μόνον οι κομμουνιστές ζορίζονται, αλλά γι΄ αυτό φταίει η χωροφυλακή!). Ο Κωσταντής ήξερε από παιδί ότι ο άνδρας που έμελλε να τον υιοθετήσει ήταν κρυφός επιβήτορας της μητέρας του, αλλά αυτό δεν του άφησε κανένα ψυχικό τραύμα και δεν επηρεάζει τη στάση του απέναντι στον θετό γονιό του. Ο δεσπότης που θα θέσει υπό την προστασία του τον Κωσταντή μετά την κατάρρευσή του είναι ένας άγιος άνθρωπος. Η ερωμένη του Γερμανού διοικητή του νησιού επιδίδεται μετά την Κατοχή σε κοινωφελή έργα και δεν υφίσταται τίποτα χειρότερο από μερικά «κακόβουλα σχόλια» για το παρελθόν της (το ότι ήταν στην Αντίσταση και αποσπούσε πληροφορίες από τον εραστή της μάλλον δεν θα προλάβαινε να το εξηγήσει στους συντοπίτες της, έτσι άγριες που ήταν οι διαθέσεις αμέσως μετά την απελευθέρωση). Οι άνθρωποι στη χιώτικη κοινότητα του Μακριδάκη έχουν τις αδυναμίες τους, όπως και στη σκιαθίτικη κοινότητα του Παπαδιαμάντη, αλλά συμβιώνουν αρμονικά σ΄ ένα κλίμα σύμπνοιας και αμοιβαίας αποδοχής, που δεν γνωρίζει ταξικούς, πολιτικούς ή άλλους φραγμούς. Όλα αυτά εκτίθενται με το γνωστό χλιαρό, μειλίχιο, ευπρεπισμένο ύφος του Μακριδάκη, που στην προκειμένη περίπτωση είναι τόσο λιγότερο πειστικό όσο αποδίδεται σ΄ ένα άτομο με διαταραγμένο ψυχισμό, το οποίο επιπλέον μιλάει παλεύοντας εναγώνια ν΄ ανακτήσει τις τυφλές ζώνες της μνήμης του. Η μυθιστορηματική σύμβαση των τακτικών «αυτοβιογραφικών» μονολόγων μπροστά στον καθρέφτη είναι χονδροειδής. Το τέχνασμα για τη μυστική μαγνητοφώνησή τους είναι τραβηγμένο απ΄ τα μαλλιά. Ενώ, πολύ βολικά για τον συγγραφέα, κάθε μπομπίνα τελειώνει ως εκ θαύματος ακριβώς τη στιγμή που ολοκληρώνεται όχι μόνο μια πρόταση αλλά και μια ολόκληρη φάση από τη ζωή του ομιλητή. Θα χρειαζόταν πολύ μεγαλύτερη συγγραφική επιδεξιότητα για ν΄ αποκτήσει αληθοφάνεια μια διήγηση που περνάει από φωτοσόπ την εικόνα μιας αλλοτινής εποχής.

Λεπτομέρειες, θα μου πείτε…

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>