Συνέντευξη στο fermouart.gr (Δεκ. 2017)

Αν δεν ήταν η Χίος δεν θα ήμουν εγώ… Όλα είναι η Χίος…

Δημοσιεύθηκε από  | Δεκ 22, 2017 |  | 

Αν δεν ήταν η Χίος δεν θα ήμουν εγώ… Όλα είναι η Χίος…

Γιάννης Μακριδάκης

Αποκλειστική συνέντευξη του συγγραφέα στο FermouArt

 

Από την Βίκη Κουτρή

Γνώρισα τον συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη μέσα από τα βιβλία του. Ήταν το καλοκαίρι του 2008, όταν ανακάλυψα τυχαία σε ένα βιβλιοπωλείο της Χίου, το πρώτο μυθιστόρημά του, το «Ανάμισης Ντενεκές».
Μέσα από το βιβλίο γνώρισα επίσης εκείνον τον εκπληκτικό βασικό ήρωα του, τον θρυλικό Γιώργη Πέτικα, χάριν του οποίου μπήκα στην διαδικασία -και εξακολουθώ ακόμα και σήμερα- να σκέφτομαι, να συζητάω, να ρωτάω και να προσπαθώ να συλλέξω όσες περισσότερες πληροφορίες μπορώ, σχετικά με τον συγκλονιστικό Πέτικα και για την τόσο γοητευτική και αληθινή ιστορία του.
Επιτυχημένος είναι ένας συγγραφέας, όταν διαθέτει την ικανότητα να «χτίζει» ψυχογραμματικά τον χαρακτήρα ενός ήρωα του και να τον απογειώνει. Να τον προσφέρει έκθετο στο αναγνωστικό κοινό του, και το κοινό του από την αντίπερα όχθη, να αγκαλιάζει τον συγκεκριμένο ήρωα, να τον νιώθει οικείο, να τον αναγνωρίζει παρά τα αντικρουόμενα συναισθήματα που του βγάζει, να τον κάνει δικό του, να τον αποδέχεται και να παθιάζεται με την ιστορία του, βιώνοντας την μέχρι το τέλος, και πέρα από αυτό. Κατά κάποιον βαθύ τρόπο, είναι κάτι σαν ο ίδιος ο συγγραφέας που τον γέννησε, να του χαρίζει την αιωνιότητα του μέσα στην αιωνιότητα… Δεν είναι καθόλου τυχαίο αυτό που με λίγα λόγια περιέγραψε ο Κάφκα και σας το παραθέτω: “Ένα βιβλίο πρέπει να είναι η αξίνα που θα θρυμματίσει την παγωμένη θάλασσα του εσωτερικού μας κόσμου”.
Από την βίωση του πρώτου βιβλίου του λοιπόν μέχρι και σήμερα, κάθε νέα έκδοση που κυκλοφορούσε από τον συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, κοσμεί την βιβλιοθήκη μου και κάθε επόμενος ήρωας του αποτελούσε μια καινούρια έκπληξη στην ενεργητική φαντασία μου.
Όταν του ζήτησα να μου δώσει μία συνέντευξη για το περιοδικό, δέχτηκε αμέσως την πρόσκληση μου. Συνεπής στο ραντεβού του, βρεθήκαμε λίγες ημέρες αργότερα, σε ένα καφέ στο κέντρο της Αθήνας.
Από την πρώτη στιγμή της συνάντησης μας ήταν φιλικός, οικείος, χαμηλών τόνων και ευχάριστα προσεγγίσιμος χωρίς ίχνος υπεροψίας, παρά τις πολλές επιτυχίες που μετρά στο ενεργητικό του. Κατάλαβα ότι μπροστά μου βρισκόταν ένας πολυτάλαντος άνθρωπος, ένα ανήσυχο πνεύμα(φαινόταν από το βλέμμα του), με ατίθασες απόψεις, με δαιδαλώδη σκέψη, με βαθιά πειθαρχία, με κλειδωμένη εσωτερική ηρεμία(ενδεικτικό του χαμηλού τόνου της φωνής του καθώς μιλούσε), ίσως εγκεφαλικά «αναρχικός» αλλά αυτοελεγχόμενος, συμπαθητικά «περίεργος» με την καλή έννοια πάντα και με ανεξάντλητη δημιουργική ικανότητα, που με χειρουργική ακρίβεια και χωρίς αμφισβήτηση θεωρώ ότι όπου εστιάσει το βλέμμα του κι όπου κι αν στοχεύσει, θα φέρει εις πέρας και επιτυχώς κάθε νέα του προσπάθεια -όποια κι αν είναι αυτή- γιατί όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά του δηλώνουν ότι κατέχει τους κωδικούς. Με άλλα λόγια «το ‘χει».
Εκτός των άλλων, ανυπομονούσα να συναντηθούμε για να τον ρωτήσω κατ’ ιδίαν, λεπτομέρειες για τον αγαπημένο μου ήρωα, τον Γιώργη Πέτικα του «Ανάμιση Ντενεκέ», που τόσο πολύ με είχε συνεπάρει η ιστορία, η προσωπικότητά και η διαδρομή του. Παρόλο που η εποχή του ήταν αρκετά προγενέστερη της δικής μου, ακόμα η υπόθεση του κεντρίζει τη σκέψη και τη φαντασία μου. Συζητώντας λοιπόν για εκείνον με τον λογοτεχνικό δημιουργό του, ένιωσα κυριολεκτικά ότι συνάντησα τον ήρωα μου, τον θρύλο Πέτικα, ότι τον προσέγγισα με έναν… «διαφορετικό» τρόπο, σχεδόν μεταφυσικό και  ένιωθα έντονα ότι θα εμφανιστεί ξαφνικά ολοζώντανος μπροστά μας από κάποια γωνία, καταπατώντας αυτήν την φορά τον νόμο του χώρο-χρόνου μας…
Δεν παρέλειψα δε να του εκφράσω, το πόσο απόλαυσα την θεατρική απόδοση του βιβλίου του, τον «Ανάμιση Ντενεκέ» σε σκηνοθεσία της Μαρίας Αιγινίτου, όταν πρόσφατα πήγα στο Θέατρο Φούρνος προκειμένου να κάνω την παρουσίαση για το περιοδικό μας. Φυσικά «πετούσε» το έργο. Το ίδιο και ο Χάρης Χαραλάμπους ως Γιώργης Πέτικας! Ήταν ένα μονόπρακτο-έκπληξη με θετική επίδραση από πολλές απόψεις. Είχε την αύρα της θάλασσας… Είχε την αύρα της Χίου. Εκείνο το βράδυ μιλούσε η Χίος τη δική της γλώσσα και χάριζε ιστορία…
Αντιλήφθηκα στην συνέχεια ότι ο διάλογος μαζί του, μου προσέφερε πολλά μηνύματα και κατευθύνσεις που μου έφεραν στο μυαλό την έκφραση: Όλα είναι δρόμος…
Δεν χρειάζεται να μακρηγορήσω άλλο γιατί η συζήτηση που κάναμε ήταν ποικιλόμορφη, περιεκτική και εφ’ όλης της ύλης. Ήταν επίσης πολύ ενδιαφέρουσα, με πολύ νησί, με πολύ δημιουργία, με πολλούς ήρωες, με πολλές δραστηριότητες, με πολλά χαμόγελα, με πολύ διάθεση και με έναν Γιάννη Μακριδάκη φανερά παθιασμένο για την έρευνα και για την ζωή! Απολαύστε την.

Γεννηθήκατε, μεγαλώσατε και ζείτε σε ένα ακριτικό νησί του Βορείου Αιγαίου, την Χίο, με καταβολές από την Μικρά Ασία. Πιστεύετε ότι οι καταβολές μας ευθύνονται για την προσωπικότητά μας και την εξέλιξή της;
Βέβαια. Το πιστεύω αυτό. Αν δεν είχα ζήσει στη Χίο θα ήμουν ένας άλλος άνθρωπος. Κάτι άλλο θα έγραφα ή δεν θα έγραφα καθόλου. Η Χίος είναι η έμπνευσή μου. Και η ζωή που έχω ζήσει εκεί. Είναι σημαντικό το πως έχει ζήσει ο καθένας και πως έχει μεγαλώσει. Τα παιδικά μας χρόνια μας καθορίζουν. Ο τόπος που μεγαλώνει κάποιος διαμορφώνει την προσωπικότητά του και τον χαρακτήρα του. Αν ήμουν σε μια άλλη πόλη, πχ. σε μια μεγάλη πόλη, θα είχα άλλα βιώματα και άλλο τρόπο προσέγγισης της ζωής. Μπορεί να είχα κι έναν άλλον τρόπο που θα μιλούσα ή μια άλλη γλώσσα γραφής. Όλα αυτά που γράφω οφείλονται στο ότι μεγάλωσα, έζησα και ζω στο νησί. Το νησί αποτελεί την κινητήριο δύναμη και την έμπνευση μου.

Έχετε πει ότι πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια. Τι εικόνες έχετε κληρονομήσει και πόσο αυτές επηρέασαν τη μετέπειτα πορεία σας;
Από καταγωγή οι γονείς μου είναι Μικρασιάτες. Εγώ έζησα στο νησί και δεν έφυγα ποτέ από εκεί μέχρι τα δεκαοκτώ μου χρόνια. Η πόλη της Χίου είναι μια αστική κοινωνία. Μεγάλωσα λοιπόν σε μια αστική πόλη. Είναι επίσης και μία μικρή πόλη. Είναι πιο κοντά στη φύση, πιο κοντά στη θάλασσα. Μεγάλωσα με τη βάρκα, με τα μπάνια τα καλοκαίρια, με την ανεμελιά και… χωρίς βιβλία.
Μέχρι τα τριάντα μου πίστευα ότι οι συγγραφείς είναι νεκροί. Στο σχολείο μόνο κάναμε λογοτεχνία, όπου όλα τα κείμενα ήταν νεκρών συγγραφέων. Δεν είχα διαβάσει ποτέ. Ούτε είχα γνωρίσει από κοντά κάποιον ζωντανό συγγραφέα. Τώρα πηγαίνω στα σχολεία και οι καθηγητές με συστήνουν ως έναν συγγραφέα και τα παιδιά γνωρίζουν έναν συγγραφέα. Ζωντανό! Εγώ δεν είχα ποτέ αυτήν την εικόνα, αυτό το ερέθισμα. Ούτε σε μεγαλύτερη ηλικία. Αυτό ήταν καθοριστικό, γιατί με έκανε να μην έχω ποτέ στο μυαλό μου το γράψιμο. Δεν είχα ποτέ στο μυαλό μου να γράψω. Δεν είχα σκεφτεί καν να εκδώσω ένα βιβλίο. Στα παιδικά μου χρόνια δεν είχα διαβάσει ποτέ βιβλία. Δεν διαβάζαμε τότε. Για ποιό λόγο να διαβάσει ένα παιδί στο νησί; Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια διαβάζω.

Είστε μαθηματικός, ερευνητής, οργανώνετε εκπαιδευτικά προγράμματα, έχετε επιμεληθεί εκδόσεις, έχετε διευθύνει περιοδικό, έχετε ιδρύσει το Απλεπιστήμιο, έχετε δημιουργήσει το Σπίτι της Λογοτεχνίας στην Βολισσό, με λογοτεχνικά εργαστήρια στη Χίο, Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας ενώ παράλληλα έχετε ασχοληθεί με τη συγγραφή 8 επιτυχημένων βιβλίων καθώς επίσης πολιτικά και φιλοσοφικά σας κείμενα έχουν δημοσιευθεί στον διεθνή τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό στην γαλλική, ισπανική, ολλανδική, σουηδική γερμανική και αγγλική γλώσσα. Αυτό σημαίνει ότι είστε πολυσχιδής προσωπικότητα. Πως καταφέρνετε αυτήν την πολύ-ποικιλία;
Μέσα μου έχω διάφορα πράγματα που θέλω να υλοποιήσω. Ό, τι βάλω στο μυαλό μου, θέλω να το κάνω. Έχω ένα πάθος για δημιουργία. Αυτό είναι η «ψυχοθεραπεία» μου. Από τα 27 μου χρόνια, όταν σταμάτησα να εργάζομαι στο καπιταλιστικό σύστημα, σαν «γραναζάκι» που ήμουν πριν, είπα ότι θα ασχοληθώ μόνο με αυτό που μου αρέσει να κάνω. Μου άρεσε η τέχνη του λόγου. Όχι ως λογοτέχνης-συγγραφέας αλλά πιο πολύ ως ερευνητής. Υπήρξα επίσης και εκδότης ενός περιοδικού για το νησί και παράλληλα ήμουν και οργανωτής διαφόρων δράσεων εκεί.
Η λογοτεχνία βγήκε μετά. Ήταν προϊόν της έρευνας που έκανα. Το πρώτο μου βιβλίο το «Ανάμισης Ντενεκές» είναι ένα προϊόν έρευνας. Και αν σκεφτούμε ότι ποτέ δεν είχα στο μυαλό μου να γράψω -τη στιγμή που δεν ήξερα τι είναι λογοτεχνία- όλα οφείλονται στην έρευνα. Στην παρατήρηση.

Έχετε πει ότι οι άνθρωποι όσο πετυχαίνουν την πολυπόθητη «ανάπτυξη» και όσο κατακτούν γνώσεις και τεχνολογίες που διευκολύνουν τον βίο τους τόσο χάνουν ταυτόχρονα πρωτογενείς γνώσεις και υλικά για την επιβίωσή τους. Τι εννοείται με αυτό;
Εννοώ ότι όλα είναι μία η άλλη. Τίποτα δεν είναι μόνο κέρδος. Όσο κέρδος έχουμε από κάπου, το χάνουμε από κάπου αλλού. Είναι ζημιά σε κάτι άλλο. Η πρόοδος και η εξέλιξη της τεχνολογίας στην επιστήμη έχει συνέπειες σε μία πιο πρωτογενή κατάσταση, γιατί όσο η ανθρωπότητα γίνεται πολιτισμένη, προοδευμένη και τεχνολογικά καταρτισμένη τόσο αφήνει από κάτω τα πρωτογενή υλικά της δηλαδή τους πόρους, το νερό, το χώμα. Αυτά είναι που την θρέφουν. Αυτά ουσιαστικά είναι οι πρώτες ύλες που την ζουν. Και τα έχει αφήσει απροστάτευτα, δίνοντας τα προς διαχείριση σε μεγάλες εταιρίες, οι οποίες έχουν σκοπό το κέρδος. Και τα διαχειρίζονται με τρόπο «ανήθικο». Γιατί χάνεται η υγεία.
Όσο πασχίζουμε να φτιάξουμε την υγεία μας, να εφεύρουμε μαγνητικούς τομογράφους, εμβόλια, φάρμακα τόσο περισσότερο μολύνουμε τη γη. Κάνουμε μεταλλαγμένους πόρους και δίνουμε στον εαυτό μας ασθένειες. Είναι ένας φαύλος κύκλος. Όσο προσπαθούμε να φτιάξουμε κάτι, χαλάμε κάτι άλλο. Και αυτό υπάρχει παντού. Η ανθρωπότητα είναι μία. Δεν είναι μόνο η Χίος και η Αθήνα. Υπάρχουν μέρη που ακόμα κρατάνε, όχι μόνο μία αυθεντικότητα όσο και μια καθαρότητα. Όπου και να είσαι όμως ο καπιταλισμός είναι το ίδιο, ο νεοφιλελευθερισμός τα έχει αλλοιώσει και τα έχει ισοπεδώσει όλα.

Τι σημαίνει Απλεπιστήμιο Βολισσού;
Αυτό ήταν μία ιδέα που έγινε για δυο-τρία χρόνια. Στα πρώτα χρόνια της κρίσης, που οι άνθρωποι άρχισαν να αναρωτιούνται και να αναζητούν τις βασικές πρωτογενείς πηγές ζωής, στραφήκαμε στο να αναδείξουμε τη φυσική καλλιέργεια και την συνύπαρξη με το οικοσύστημα. Οι άνθρωποι έρχονταν στην Βολισσό και κάναμε εργαστήρια απλής ζωής με πρωτογενή υλικά, όπως διαχείριση των φυσικών πόρων και παραγωγή καθαρών προϊόντων διατροφής, με σεβασμό απέναντι στο φυσικό περιβάλλον, με σεβασμό στον υδροφόρο ορίζοντα, με σεβασμό στα άλλα πλάσματα που υπάρχουν γύρω μας. Όλο αυτό είχε και μια φιλοσοφική παράμετρο σε σχέση με την φύση.

Έχετε γράψει δέκα μυθιστορήματα-νουβέλες και δύο ιστορικά βιβλία. Ξεχωρίζετε κάποιο και γιατί;
Το κάθε βιβλίο είναι ξεχωριστό, γιατί έχει κάποιο λόγο που γράφτηκε. Τα βιβλία μου έχουν μία διαφορετικότητα μεταξύ τους. Όσα έχω γράψει τα θεωρώ ξεχωριστά, ένα προς ένα. Τα αγαπώ όλα εξίσου για διαφορετικούς λόγους.
Ο «Ανάμισης Ντενεκές» με τον Γιώργη Πέτικα είναι το πρώτο μου μυθιστόρημα, το πιο αυθόρμητο. Βγήκε μόνο του χωρίς να ξέρω τι γράφω και χωρίς να έχω συνειδητοποιήσει ότι γράφω λογοτεχνία. Είναι μια ιστορία διπλή.
«Η δεξιά τσέπη του ράσου», είναι ένα θλιβερό βιβλίο της αλήθειας, με ήρωα τον Βικέντιο, οπότε είναι τρυφερή η σχέση με αυτό. Αυτό το βιβλίο μαζί με το «Ήλιος με δόντια», με ήρωα τον Κωνσταντή, έχουν την πιο μεγάλη αναγνωσιμότητα.
Η «Άλωση της Κωνσταντίας» είναι ένα βιβλίο που αγαπώ πολύ γιατί έχει μία πρωτότυπη τεχνική αφήγηση. Είναι τριπλή η αφήγηση. Έχει εμποτισμένες αφηγήσεις η μία μέσα στην άλλη.
Το «Λαγού μαλλί» μιλάει για την αξιοπρέπεια εν καιρώ μνημονίων, «Το ζουμί του πετεινού», αναφέρεται στην ζωή στην φύση και στην ζωή στην κρίση, το «Του θεού το μάτι» κάνει την αυτοκριτική του νεοέλληνα απέναντι στο σκιάχτρο, το «Η πρώτη φλέβα» περιγράφει τα λιμάνια και τους ναυτικούς του ΄70 και του ’80 οι οποίοι ταξίδευαν σε όλον τον κόσμο, πήγαιναν με πόρνες και μια πόρνη λέει την ιστορία της. Το «Αντί Στεφάνου» είναι με τον νεκροθάφτη, το μανιφέστο της φυσικής καλλιέργειας και ζωής. Το «Όλα για καλό» αποδίδει μια μεγάλη έρευνα γύρω από το προσφυγικό, μιλά για το λωβοκομείο, για τους μετανάστες.
Το καθένα λοιπόν έχει διαφορετικό κλίμα, διαφορετικό λόγο, διαφορετική γλώσσα, διαφορετικό ύφος οπότε είναι και για διαφορετικό λόγο εξίσου αγαπημένο.
Όλα μου τα βιβλία σχεδόν έχουν θέμα τον θάνατο.

Ο «Ανάμισης Ντενεκές» ήταν το πρώτο σας βιβλίο-μυθιστόρημα, βασισμένο σε αληθινή ιστορία, το οποίο έχει μεταφερθεί επιτυχημένα και στο θέατρο σε σκηνοθεσία της Μαρίας Αιγινίτου. Πως εμπνευστήκατε από την ιστορία του Πέτικα; Τι ήταν αυτό που σας έλκυσε στο πρόσωπό του για να το μεταφέρετε στο χαρτί;
Ο «Ανάμισης Ντενεκές» είναι μια αληθινή ιστορία με βασικό πρόσωπο τον Γιώργη Πέτικα, ο οποίος ζούσε κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στα Καρδάμυλα της Χίου. Είχα βρει κάποια στοιχεία του, από την έρευνα που έκανα στις τοπικές εφημερίδες της εποχής (1912 με 1940) και με είχε ελκύσει η περίπτωσή του, ως άνθρωπος που κυνηγήθηκε στα βουνά από το ίδιο το κράτος για ένα έγκλημα πάθους. Εκατό χρόνια μετά είδα, άκουσα και κατάλαβα, ότι το όνομά του υπάρχει ακόμα. Ο Γιώργης Πέτικας ήταν μία μυθιστορηματική προσωπικότητα, η οποία πήρε υπερφυσικές διαστάσεις και έγινε θρύλος στο στόμα όλων των κατοίκων της Χίου.

Άλλο ένα μυθιστόρημά σας, το «Ήλιος με δόντια», εμπνευσμένο από τον βομβαρδισμό του πλοίου Βίριλ στην προκυμαία της Χίου το 1944, είχε προταθεί ως υποψήφιο μυθιστόρημα για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2011. Μεταφέρθηκε δε επιτυχημένα και στο θέατρο σε σκηνοθεσία Βασίλη Βασιλάκη. Ο Κωσταντής, ο ήρωας του βιβλίου σας, ήταν ένας άνθρωπος-παράπλευρη απώλεια ενός ιστορικού πολεμικού δυστυχήματος- ο φάκελος του οποίου δεν άνοιξε ποτέ. Τι έχετε να πείτε γι αυτόν;
Ο Κωσταντής ήταν ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε στην πραγματικότητα. Εγώ τον δημιούργησα. Έφτιαξα έναν ήρωα με αφορμή ένα ιστορικό δυστύχημα επί γερμανικής κατοχής, το οποίο δεν δικαιολογήθηκε ποτέ. Κανείς δεν πήρε την ευθύνη του και είπα ότι θα φτιάξω έναν χαρακτήρα που θα πάρει την ευθύνη αυτός. Αυτό σκέφτηκα. Ολόκληρο το βιβλίο είναι προϊόν μυθοπλασίας.
Το σημαντικό σε αυτό το βιβλίο είναι το εξής: μέσα από την αφήγηση του Κωσταντή και μέσα από τη λογοτεχνική προσέγγιση της ιστορίας, δίνεται -κατά την άποψη μου- η λύση του μυστηρίου. Έχουμε δηλαδή ένα πραγματικό δυστύχημα, για το οποίο ποτέ κανείς δεν είπε για ποιο λόγο έγινε και κανένας δεν ανέλαβε την ευθύνη του.
Ακόμα και οι ιστορικοί της εποχής, αυτοί που ασχολούνται με το συγκεκριμένο τραγικό συμβάν και ψάχνουν στοιχεία μέσα από χαρτιά και τεκμήρια που σχετίζονται με αυτό, δεν έχουν αποδώσει τον λόγο που έγινε. Αν κάποιος ευθύνεται.
Έρχεται λοιπόν η λογοτεχνία που μελετά το ιστορικό γεγονός μέσα από τα συναισθήματα των ανθρώπων και μας ανοίγει έναν νέο ορίζοντα. Μας δείχνει πως ό, τι ζούμε καταγράφεται.
Ουσιαστικά η ιστορία δημιουργείται και πορεύεται μέσα από τα συναισθήματα των ανθρώπων που την φτιάχνουν. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η λογοτεχνική προσέγγιση μας δείχνει τελικά, ότι ο υπαίτιος αυτής της καταστροφής, ήταν ο έρωτας του Νιλς με την Θάλεια. Γιατί ο Σουηδός Νιλς ήταν ερωτευμένος με τη Θάλεια και έφερε το πλοίο προ του καθορισμένου χρόνου, για να την δει. Είναι ιστορικά καταγεγραμμένα αυτά δηλ. ο έρωτας του Σουηδού για την Θάλεια και η παρουσία του πλοίου νωρίτερα στο νησί. Όμως δεν είχε δοθεί καμία επίσημη ενημέρωση για την πρόωρη άφιξη του πλοίου στο λιμάνι και για αυτόν τον λόγο έγινε ο βομβαρδισμός.

Η «Δεξιά τσέπη του ράσου» είναι η πρώτη σας νουβέλα, την οποία γράψατε το 2009 και πρόκειται να γυριστεί ταινία μεγάλου μήκους, σε σκηνοθεσία Γιάννη Λαπατά. Αυτήν την στιγμή έχουν ξεκινήσει τα γυρίσματα, με αρκετούς αξιόλογους συντελεστές. Μιλήστε μας ως προς αυτό.
Πρώτη φορά είδα γυρίσματα ταινίας. Και μάλιστα σε δικό μου κείμενο. Είναι πολύ συγκινητικό. Ο Γιάννης Λαπατάς έχει κάνει πολύ ωραία σκηνογραφική δουλειά. Έχει επιλέξει πολύ ταιριαστούς -για την περίσταση- ηθοποιούς ως προς τους ρόλους και νομίζω ότι θα βγει μία πολύ ατμοσφαιρική ταινία. Είναι και ο χώρος ωραίος. Το Μοναστήρι της Καισαριανής. Μου άρεσε όταν πήγα και είδα τα γυρίσματα. Είναι πολύ συγκινητικό αυτό για εμένα.
Σχετικά με τον Βικέντιο του βιβλίου, ο ήρωας μου έχει μία βάση πραγματική. Αντιστοιχεί σε ένα υπαρκτό πρόσωπο στη Χίο που ζει σε ένα μοναστήρι αλλά η ιστορία μου ουσιαστικά είναι μυθοπλασία. Όταν σε εμπνέει η παρουσία κάποιου και η ζωή του, την «εκμεταλλεύεσαι» κατά κάποιο τρόπο. Αυτό συνέβη και με τον Ζορμπά του Καζαντζάκη. Είχε έναν άνθρωπο υπαρκτό και συγγραφικά τον έπλασε ως ήρωα του. Έτσι κι εγώ «χρησιμοποίησα» μια παρουσία ενός υπαρκτού ανθρώπου από ένα μοναστήρι μέσα στο μυαλό μου για να τον κάνω ήρωα μιας μυθοπλασίας.

Ο Ernest Schachtel λέει ότι η κάθε εμπειρία μοιάζει με εκείνη του συναισθήματος ή της συγκίνησης και ότι ο νους όταν κυριαρχεί επί των παρορμήσεων, εφαρμόζει αρχές και συντονίζει μια ποικιλία εμπειριών και αποφασίζει επί μίας πορείας δράσεως. Ποια είναι η εμπειρία που έχετε αποκομίσει μέσα από όλους τους χαρακτήρες που περιγράφετε στα βιβλία σας; Οι ήρωες σας, κάποιοι είναι υπαρκτά πρόσωπα κάποιοι πάλι όχι, όμως όλοι έχουν ιδιαίτερους και αυθεντικούς χαρακτήρες. Μέσω της γραφής σας υπάρχουν κομμάτια του εαυτού σας; Έχετε/ουν επέμβει στη ζωή σας/τους; Μήπως σας προμηνύουν, κατά κάποιο τρόπο το επόμενο σχέδιο δράσης σας;
Όχι. Δεν ξέρω ποιος θα είναι ο επόμενος ήρωας μου. Ούτε ποιος θα είναι αυτός που θα μου δώσει στην πορεία το ερέθισμα για να γράψω. Όλοι οι ήρωες μου έχουν μία άλλη, μια «λοξή» πορεία ζωής. Δεν είναι οι συνηθισμένοι άνθρωποι, οι ενταγμένοι στην κοινωνία. Είναι κάτι άλλο.
Ο ένας είναι ληστοφυγόδικος-φονιάς από πάθος, ο άλλος είναι μοναχικός-καλόγερος, ο άλλος είναι ομοφυλόφιλος του μεσοπολέμου, ο άλλος είναι ένας παράξενος ψαράς. Όλοι οι ήρωες είναι οι «λοξοί» της κοινωνίας. Αυτοί με εμπνέουν. Αυτοί υπάρχουν μέσα μου και αυτούς θέλω να περιγράφω στα βιβλία μου.
Στο «Όλα για καλό» που είναι μια στροφή μάλλον στην συγγραφική μου πορεία, υπάρχει ένας «λοξός», ο Μιχάλης, ο οποίος πεθαίνει από την πρώτη γραμμή του βιβλίου, ο βίος του όμως συνεχίζει να παίζει μέσα σε αυτό.
Όλοι οι ήρωες (εκτός του Πέτικα, που ήξερα ότι ήταν ιστορικό και υπαρκτό πρόσωπο) δεν ξέρω τι θα κάνουν μέσα στην ιστορία που γράφω. Μου βγαίνει στην πορεία. Άλλοτε με εκπλήσσουν. Άλλοτε πάλι μου δείχνουν με τη στάση τους κάτι που δεν το είχα συνειδητοποιήσει αρχικά. Ίσως και να το συνειδητοποιώ εκείνη την ώρα που γράφω. Αν θα είναι η έκπληξη ή αν θα είναι κάποια ανατροπή ή κάποια δράση ή κάποια συμπεριφορά που δεν είχα σκεφτεί πριν, κατά τη διάρκεια της γραφής, παίρνω το ερέθισμα που θα με πάει παρακάτω. Είναι σαν να φτιάχνεις έναν άνθρωπο, έναν ήρωα και να τον βάζεις να λειτουργήσει σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, σε ένα συγκεκριμένο χώρο και χρόνο και αυτός να κάνει τα δικά του κι εσύ να τον παρακολουθείς. Είναι δούναι και λαβείν.
Όλοι οι ήρωες μου λοιπόν (είτε βασίζονται σε υπαρκτά πρόσωπα είτε είναι υπονοημένοι από εμένα) έχουν χαρακτηριστικά που τους τα έδωσα εγώ. Όλοι έχουν τα «δικά» μου χαρακτηριστικά και παράλληλα έχουν και τα δικά τους χαρακτηριστικά. Τους έχω φτιάξει όπως θέλω. Έχω επέμβει πολύ στον χαρακτήρα τους. Νομίζω ότι όταν γράφεις υπάρχει μία διαδρομή ψυχοθεραπείας, μια ζύμωση μέσα σου έτσι κι αλλιώς. Η διαδικασία της γραφής είναι θεραπευτική.
Κι ενώ γράφω και ουσιαστικά είμαι εγώ αυτός που επεμβαίνω στις ζωές τους, με έναν περίεργο τρόπο επεμβαίνουν ταυτόχρονα και αυτοί στην δική μου. Ναι, επεμβαίνουν στην ζωή μου. Μετά από κάθε ιστορία είμαι διαφορετικός.

Είναι η γραφή ταλέντο;
Η γραφή είναι λίγο από όλα. Αν έχεις ταλέντο στην αφήγηση, αν σου αρέσει και έχεις μέσα σου την επιθυμία να γράψεις, τότε μπορείς και να το καλλιεργήσεις. Είναι άσκηση η γραφή. Την εξασκείς. Εγώ είμαι ασκούμενος συγγραφέας. Όλοι ασκούμενοι είμαστε. Η ζωή μας αυτή είναι μια άσκηση. Είναι η άσκηση θανάτου της ίδιας της ζωής. Για να πάμε σε μια άλλη αρχή. Η ζωή είναι κύκλος. Αν δεν νιώθαμε ότι θα πεθάνουμε, δεν θα δημιουργούσαμε τίποτα. Όλοι δημιουργούμε κάτι. Άλλοι δημιουργούν παιδιά, άλλοι σπίτια, άλλοι αυτοκίνητα, άλλοι εργοστάσια.
Εμείς δημιουργούμε τέχνη. Ανάλογα από τι έχει εκλάβει ο καθένας ως παιδεία και ως συναίσθημα από τα παιδικά του χρόνια, κάνει ότι μπορεί. Και όλα αυτά τα κάνουμε επειδή υπάρχει ο θάνατος. Ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε και θέλουμε να αφήσουμε κάτι πίσω μας. Μία συνέχεια μας…

Υπάρχει ακόμα η κόκκινη σημαία στην Βολισσό της Χίου;
Δεν υπάρχει πια και δεν θα την αντικαταστήσω. Ήταν μια κόκκινη σημαία. Μου άρεσε και την είχα βάλει. Ήταν μία φάση. Μου είναι αδιάφορη τώρα. Εξέφραζε πάθος. Αυτό το έχω ακόμα. Ζυμώνεται μέσα μου αλλιώς. Δεν με ενδιαφέρει η σημαία. Με ενδιαφέρει το πάθος.

Δηλώνετε πολιτικό ον που γράφει πολιτικά. Πως αφουγκράζεστε την σημερινή πολιτική κατάσταση;
Με την μικροπολιτική κατάσταση και με την τρέχουσα επικαιρότητα δεν ασχολούμαι πια και δεν σχολιάζω. Είναι ανάξια σχολιασμού.
Το ότι γράφω πολιτικά, ναι, γράφω. Με την έννοια της πολιτικής στάσης ζωής απέναντι στην καθημερινότητα. Γράφω και περνάω ως μηνύματα αυτήν την στάση ζωής σε όλα τα βιβλία μου. Τα μηνύματα δεν είναι σαφώς δοσμένα και ορισμένα. Είναι με τρόπο λογοτεχνικό. Ο κάθε αναγνώστης σήμερα με όλα όσα γίνονται και έχοντας τα βιώσει, τα λαμβάνει και τα αποκωδικοποιεί. Και τα νιώθει.

Με τόσο αυξημένα προγράμματα και δραστηριότητες που έχετε, ζείτε την καθημερινότητά σας;
Οι δραστηριότητες που κάνω είναι η καθημερινότητά μου. Το γράψιμο, το μάθημα, το να επισκέπτομαι σχολεία, το να συναντώ ανθρώπους, το να γνωρίζω ανθρώπους. Όταν όμως γράφω κάποιο βιβλίο δεν κάνω τίποτε άλλο.

Ποιο θα είναι το επόμενό σας βήμα;
Τα λογοτεχνικά εργαστήρια που κάνω, είναι κάτι που με ενδιαφέρει και μου αρέσει πολύ. Δεν είναι δημιουργική γραφή. Βασικά δημιουργώ ανθρώπους σε όλη την Ελλάδα που είναι μαθητές μου, με λένε δάσκαλε, και μου αρέσει. Τους βοηθάω να ξεκλειδώσουν στην σκέψη τους στην γραφή. Είναι βιωματικό τελείως. Γνωρίζονται μεταξύ τους, δένονται. Έρχονται άγνωστοι και μετά από δύο μήνες, φεύγουν φίλοι, βγαίνουν μαζί, διαβάζουν ο ένας τα κείμενα του άλλου. Είναι πολύ ωραία φάση. Θα ήθελα να δω πως θα πάει αυτό.
Δημιουργώ με άλλα λόγια ψυχογραφικές λογοτεχνικές ομάδες, μαθαίνουμε και έναν τρόπο γραφής(αυτόν που έχω ανακαλύψει μέσα μου και τον μεταδίδω), για το πώς μπορούμε να αποδώσουμε κάποιες εσωτερικές μας ιστορίες. Αυτή την στιγμή υπάρχουν δύο ομάδες. Μία στην Θεσσαλονίκη και μία στην Χίο. Και λειτουργούν αυτόνομες. Στην αρχή τους εμψυχώνω, τους καθοδηγώ, τους βάζω ασκήσεις να δουλέψουν πάνω σε αυτές και μετά τους αφήνω να δημιουργήσουν.

Τι είναι η Χίος για εσάς;
Πατρίδα. Έμπνευση. Αν δεν ήταν η Χίος δεν θα ήμουν εγώ. Όλα είναι η Χίος.

Θέλετε να μεταφέρετε κάποιο μήνυμα στο κοινό σας;
Η ίδια η ζωή είναι τέχνη. Και αν την παρατηρείς συνειδητά, μπορείς να την κάνεις πραγματική τέχνη. Όλοι οι λογοτέχνες και οι καλλιτέχνες είναι οι παρατηρητές της ζωής.

Μπορείτε να θυμηθείτε μια αράδα από τα βιβλία σας σαν μότο για να κλείσουμε;
«Την νύχτα που πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος γέννησε η Σίσσυ».
Αυτή η φράση δείχνει τον θάνατο και την ζωή.
Είναι η πρώτη φράση από το βιβλίο «Η δεξιά τσέπη του ράσου».

Ευχαριστώ πολύ

 

Για το περιοδικό FermouArt
Από την Βίκη Κουτρή
Κεντρική και τελευταία φωτό: Ντίμη Θεοδωράκη

Πηγή

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>