Μάρη Θεοδοσοπούλου (Ελευθεροτυπία)

Λάθη και εκδοχές

Από τη Μ. Θεοδοσοπούλου

Γιάννης Μακριδάκης

Ηλιος με δόντια

εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σ. 246, ευρώ 14,07

Στην ελληνική πεζογραφία, η περιφέρεια, συμπεριλαμβανομένης της Θεσσαλονίκης, σταδιακά φαίνεται να υποχωρεί έναντι της πρωτεύουσας, ενώ εισέρχονται, αργά αλλά σταθερά, πόλεις της αλλοδαπής. Σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά το πλήθος των νέων συγγραφέων, που εμφανίστηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και ύστερα. Ωστόσο, κάποιοι από τους νεότερους συγγραφείς, που κατοικούν μονίμως στην επαρχία, εξακολουθούν να τοποθετούν τις ιστορίες τους στο οικείο σκηνικό της πόλης τους. Σε λιγοστές, μάλιστα, περιπτώσεις, ο τόπος προβάλλει ως πρωταρχική πηγή έμπνευσης. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο Γιάννης Καισαρίδης, με τη βυζαντινή Βέροια να συνιστά τον γοητευτικότερο πόλο των βιβλίων του, και ο Ηλίας Παπαμόσχος, που τα διηγήματά του δείχνουν σαν να αναδύονται μέσα από την ομίχλη της λίμνης της Καστοριάς. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, η πόλη, ως φυσικό περιβάλλον και ιστορική διάσταση, αρδεύει την αφήγηση. Ενα τρίτο παράδειγμα θα μπορούσε να είναι ο νεότερός τους, Γιάννης Μακριδάκης. Μόνο που αυτός δημιουργεί την εντύπωση ότι ο τόπος προηγείται της γραφής. Με άλλα λόγια, η πρώτη αρχή, ή ακόμη ακριβέστερα, το κινούν αίτιο είναι το νησί του, η Χίος, ενώ η γραφή συνιστά, προσώρας τουλάχιστον, το απότοκο, παραμένοντας άρρηκτα δεμένη μαζί του. Φαίνεται, όμως, ότι γλυκάθηκε από αυτήν τη νέα ενασχόληση και κάθε άνοιξη παρουσιάζει και από ένα βιβλίο. Τακτική που δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι λειτουργεί ευεργετικά για τη γραφή. Σε αυτό, τουλάχιστον, το συμπέρασμα οδηγεί η πεζογραφική παραγωγή των τελευταίων χρόνων, από την οποία συγκρατούμε μεν συγγραφείς, δύσκολα, όμως, ανακαλούμε συγκεκριμένα βιβλία. Κι όταν αυτό συμβαίνει, ανήκουν, ως επί το πλείστον, στους ολιγογράφους.

Από την πλευρά, ωστόσο, του αθηναίου αναγνώστη, αυτή η ανοιξιάτικη ανθοφορία του Μακριδάκη είναι καλοδεχούμενη, αφού, χάρη σε αυτήν, γνωρίζει καλύτερα ένα από τα μεγαλύτερα αιγαιοπελαγίτικα νησιά, που δεν περιλαμβάνεται σε εκείνα της τουριστικής αιχμής. Οσο για το νησί, τα βιβλία του Μακριδάκη, μαζί με τα χιώτικα προϊόντα για κάθε χρήση, από βρώση μέχρι καλλωπισμό, που, τελευταία, έχουν την τιμητική τους στην Αθήνα, αποβαίνουν, αναμφιβόλως, προς όφελός του. Το πρόσφατο βιβλίο είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του, μετά το πρώτο «Ανάμισης ντενεκές», με το οποίο εμφανίστηκε τον Μάιο του 2008, ενώ, ενδιάμεσα, Μάρτιο του 2009, εξέδωσε τη νουβέλα «Η δεξιά τσέπη του ράσου». Εχοντας με τα δύο πρώτα αναδείξει τις φυσικές καλλονές του βόρειου τμήματος του νησιού, με το πρόσφατο εστιάζει στην πόλη της Χίου. Απλώνει με κάθε λεπτομέρεια την ιστορία της, από την απελευθέρωση του νησιού, τον Νοέμβριο του 1912, μέχρι τον Φεβρουάριο του 1944, δένοντας τα τοπικά γεγονότα με τους γενικότερους κλυδωνισμούς της χώρας. Ταυτόχρονα, περιγράφει αποσπασματικά, αλλά με ενάργεια, την αλλοτινή φυσιογνωμία της πόλης. Τη φτωχή συνοικία μέσα στο Φρούριο, την Προκυμαία, με τη φτωχή και την πλούσια πλευρά της, μέχρι το «τρίγωνο» με τα νεοκλασικά των πλουσίων. Σημειωτέον ότι ο Μακριδάκης, σε αντίθεση με τους περισσότερους μαθηματικής παιδείας πεζογράφους, που διακρίθηκαν για την ελλειπτικότητα της γραφής τους, έχει την ευχέρεια μιας μεστής αφήγησης.

Το θέμα του βιβλίου είναι εμπνευσμένο από ένα ιστορικό γεγονός που συνέβη στη Χίο. Δεν πρόκειται για γεγονός τοπικού ενδιαφέροντος, ωστόσο η επέτειός του τιμάται μόνο στο νησί. Σύμφωνα με το επιλογικό σημείωμα του συγγραφέα, στις 7 Φεβρουαρίου 1944, ημέρα Δευτέρα και ώρα 11.45 το πρωί, έξι αγγλικά αεροπλάνα βομβάρδισαν το αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Χίου σουηδικό πλοίο «Βίριλ», που μετέφερε για λογαριασμό του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού σιτάρι και άλλα τρόφιμα. Ο απολογισμός ήταν 16 νεκροί και περί τους 60 τραυματίες. Πέντε από τους μυθιστορηματικούς ήρωες ήταν ανάμεσα στους νεκρούς. Οπως, όμως, διευκρινίζει ο συγγραφέας, μόνο τρεις αντιστοιχούν σε αληθινά πρόσωπα: ο σουηδός αντιπρόσωπος του Ερυθρού Σταυρού στη Χίο, ο γερμανός φρούραρχος και ένας μικροπωλητής, που ανήκε σε μια μικρή αλλά δραστήρια αντιστασιακή ομάδα. Τρεις εβδομάδες μετά τον εορτασμό της 66ης επετείου κυκλοφόρησε το βιβλίο, δίνοντας μια εκδοχή για τα αίτια του λάθους των συμμαχικών δυνάμεων. Πώς έγινε και οι Εγγλέζοι βομβάρδισαν πλοίο του Ερυθρού Σταυρού;

Ακριβέστερα, ο Μακριδάκης πλάθει μια ιστορία με δύο διαδοχικές εκδοχές. Κατά την προσφιλή του μέθοδο δημιουργεί μια πρώτη, παραπλανητική εντύπωση, την οποία, στη συνέχεια, ανατρέπει. Πάντως, όπως και στο πρώτο μυθιστόρημά του, τον τελευταίο λόγο τον έχει ένας συγκαιρινός μας. Αυτός συνεχίζει την έρευνα του παππού του, που πέθανε αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα των πιθανών ενόχων για εκείνον τον βομβαρδισμό. Ετσι έχουμε ένα ακόμη μυθιστόρημα με τη μορφή «φακέλου» μιας έρευνας, όπως, λ.χ., το πρόσφατο της Λίλας Κονομάρα. Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία μέρη, όπου παρατάσσονται τρία κείμενα διαφορετικής αφηγηματικής μορφής. Το πρώτο και εκτενέστερο, περίπου τα τρία τέταρτα του βιβλίου, είναι η απομαγνητοφώνηση ενός μονολόγου. Ακολουθούν το χειρόγραφο του παππού και ως τρίτο στη σειρά η επεξηγηματική αφήγηση του εγγονού.

Ωστόσο, και σε αυτό το βιβλίο, βασική μέριμνα του Μακριδάκη δεν είναι το στήσιμο της υπόθεσης αλλά το πλάσιμο του κεντρικού ήρωα. Ακριβέστερα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του σχοινοτενούς μονολόγου του. Φαινομενικά πρόκειται για έναν ιερωμένο. Δεν θα ήταν, άλλωστε, καθόλου παράξενο, μετά την επιτυχία που γνώρισε ο συγγραφέας με τον μοναχικό καλόγερο της νουβέλας, να παραμείνει στον χώρο της Εκκλησίας. Τελικά, όμως, ο χώρος, που και στα τρία βιβλία τον ελκύει, είναι πολύ πιο ταιριαστός με τα σημερινά γούστα, αφού δεν είναι άλλος από τον χώρο των πάσης φύσεως απόκληρων. Μετά τον παράνομο φονιά Πέτικα και τον ιδιόρρυθμο μοναχό Βικέντιο, έρχεται ο θηλυπρεπής Κωνσταντίνος Χάψας, που στάθηκε μία από τις παράπλευρες απώλειες εκείνου του βομβαρδισμού. Δεν ήταν ανάμεσα στους νεκρούς, ούτε ένας από τους τραυματίες, αλλά έπαθε σοκ, όταν είδε νεκρούς τον ψυχοπατέρα του και τον έναν και μοναδικό άντρα της ζωής του. Το σοκ ήταν ακόμη μεγαλύτερο, γιατί πίστευε ότι αυτός ευθύνεται για τον θάνατό τους. Ομως, ένα κενό μνήμης δεν του επιτρέπει να θυμηθεί τι ακριβώς συνέβη. Γι’ αυτό μονολογεί, απευθυνόμενος στο είδωλό του στον καθρέφτη, σαν να απολογείται ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Διηγείται και ξαναδιηγείται την ιστορία της ζωής του. Κάθε φορά ελπίζοντας πως η μια κουβέντα θα φέρει την άλλη.

Ευφάνταστο το εύρημα του Μακριδάκη, αφού, όχι μόνο εξηγεί τον μονόλογο, αλλά δικαιολογεί και τον συστηματικό τρόπο που γίνεται. Σε τρεις μπομπίνες, δηλαδή σε τρία κεφάλαια, κατανέμεται η ζωή τού Χάψα: το πρώτο, μέχρι έντεκα ετών, το 1919, που πεθαίνει η μητέρα του, το δεύτερο, μέχρι το 1936, και το τρίτο, η μεταξική περίοδος. Απόφοιτος της Εμπορικής Σχολής Χίου, ανακατεύει λόγιες εκφράσεις και τοπικό ιδιόλεκτο, ενώ προβλέπονται δύο μόνιμες επωδοί, που υποδηλώνουν την ομοφυλοφιλία και την ιεροσύνη του. Τα δεινά του ως ομοφυλόφιλου σε μια μικρή κοινωνία σκιαγραφούνται κατά παρεμφερή τρόπο με τα σημερινά ενός ομοιοπαθούς του. Πάντως, ο συγγραφέας δεν επιμένει στην ψυχογράφηση αλλά στα ιστορικά συμβάντα και κυρίως, στην ατμόσφαιρα που επικρατεί. Και πάλι καταφεύγει σε μια παιγνιώδη αμφισημία, για να ειρωνευτεί νοοτροπίες και ιδεολογικές εμμονές. Εδώ, μάλιστα, στήνει πολλές κωμικές σκηνές γύρω από το ζευγάρι του ήρωα και του καλού του. Αυτός ο τελευταίος συνιστά έναν ακόμη χαρακτηριστικό τύπο απόκληρου. Γκαρσόνι, στα 23 του ξεπαρθενεύει τον δεκάχρονο, και στη συνέχεια τον αφεντεύει διά βίου. Ωστόσο, παρά τη φτώχειά του, δεν τον εκπορνεύει, όπως, ίσως, θα αναμενόταν. Τελικά, ο μονόλογος δημιουργεί πλείστα όσα ερεθιστικά ερωτήματα και πέραν εκείνου του βομβαρδισμού: Πώς ήταν ποτέ δυνατόν μια παράνομη ομάδα αντιστασιακών να αποδεχτεί ως μέλος της έναν εκδηλωμένο ομοφυλόφιλο; Και το ακόμη προκλητικότερο, πώς τον δέχτηκε η Εκκλησία στους κόλπους της;

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>