Η ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΑΝΑΤΡΟΠΩΝ [Γιάννης Μακριδάκης, «Όλα για καλό». Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Εστίας]

Ένα κείμενο του Χρίστου Παπαγεωργίου για το βιβλίο “Όλα για καλό” στο περιοδικό «Το Κοράλλι» (τ. 12- 13) που μόλις κυκλοφόρησε.

Ο «αυτοεξόριστος» σε κάποιο χωριό της γενέθλιας νήσου, της Χίου, καλός συγγραφέας Γιάννης Μακριδάκης, για μια ακόμη φορά φέρνει τα πάνω κάτω, καταθέτοντας ένα μυθιστόρημα ευθύβολων και ισοπεδωτικών ανατροπών. Πράγματι, το καινούργιο που συμβαίνει στο παρόν έργο έχει να κάνει με το γεγονός, ότι ενώ στα παλαιότερα πονήματα το δεύτερο μέρος κυριολεκτικώς απέρριπτε κάθε αληθοφανή συνισταμένη που προσδοκούσε ρεαλιστική βάση, εδώ, στο «Όλα για καλό», έχουμε πάμπολλες ανατροπές, οι οποίες συμβαίνουν με τρόπο ακαριαίο, κάτω βέβαια από το άγρυπνο βλέμμα του δημιουργού, ο οποίος κινεί τα νήματα, έτσι ώστε το ενδιαφέρον του βιβλίου, ωμό αλλά και χυμώδες, βίαιο αλλά και ευαίσθητο, σκληρό αλλά και συναισθηματικό, να δραστηριοποιείται σε υψηλά στάνταρντς και σε απρόσμενες αναμετρήσεις γραφής και αποτελέσματος.

Το ότι ο Μακριδάκης αυτή την φορά δεν περικλείει τις ανατροπές του μόνο στην έξοδο αλλά σε ολόκληρο το σώμα του λογοτεχνήματος, αφενός προσδιορίζει μια καινούργια αφετηρία στην προσωπική του συγγραφική διαδρομή, αφετέρου, ως γνήσιος παραμυθάς που είναι, με παπαδιαμάντεια λογική, οφείλει να δημιουργεί επεισόδια και καταστάσεις, όντας σε οίστρο ευρισκόμενος, όντας έχοντας στο μυαλό του το θεματικό ιστό, ο οποίος και ξεκινά απ’ την απλή αναφορά, που επικρατούσε στην νήσο Ικαρία, όπου όταν ένα ζευγάρι έμενε άτεκνο, υπεύθυνος θεωρείτο ο άνδρας, ο οποίος και έφευγε για ένα διάστημα από το σπίτι όπου μπαινόβγαινε άλλος άντρας, άφηνε έγκυο την γυναίκα και στην συνέχεια εκείνος επέστρεφε αγκαλιάζοντας το παιδί σαν δικό του. Αυτή η συλλογιστική διακρίνει ολόκληρο το μυθιστόρημα, από εκεί ξεκινάει και εκεί καταλήγει.

Άρα, για να φθάσουμε σε ένα πρώτο συμπέρασμα, οι ήρωες του Μακριδάκη, που μπαίνουν στην εξίσωση, είναι απόλυτα προδιαγεγραμμένοι, είναι απόλυτα επαρκείς, δεν αφήνουν περιθώρια απλοϊκής παράθεσης, καθώς κάποιοι απ’ αυτούς στην ροή, θα γίνουν το υποκείμενο κάποιας ανατροπής, θα υπάρξει η περσόνα, στην βάση της οποίας ο συγγραφέας, θα ολοκληρώσει την απελπισμένη αρχαιοελληνική θεατρική υπερβολή. Έχουμε δηλαδή, τον πνιγμένο πρόσφυγα με τα πολλά χρήματα στην τσέπη του, την ταφή του, το κρύψιμο των χρημάτων, την συνάντηση του Μιχάλη με την Κατρίν, την γέννα της προσφυγοπούλας και ό,τι επακολούθησε, τα αποκαλυπτήρια της Κατρίν, τον ναυτικό, την κυρά Στάσα, την κυρά Καλή, τον Δημητρό, τον παπά, τον λεπροκομείο Χίου και τον έρωτα που αναπτύχθηκε και τέλος τον Δημάκι και το κλασικό πια για ελληνικό έργο, απογύμνωμα του κρυμμένου μυστικού. Επαναλαμβάνω πως ακόμη και δευτερεύοντες πρωταγωνιστές του έργου είναι άκρως ενδεδυμένοι της πιστότητας, είναι αμείλικτα προσηλωμένοι στο έργο τους, παίζουν με σαφήνεια τον ρόλο τους. Άρα –κι εδώ εξάγεται το δεύτερο συμπέρασμα– ο Μακριδάκης ως ένας άλλος λαϊκός καραγκιοζοπαίχτης, κινεί πίσω από το πανί φιγούρες τραγικές, που βιώνουν δραματικές –φυσικές ή υπερφυσικές– συνθήκες ζωής και τελικά χωρίς ίχνος αμφισβήτησης, αφού καταφέρνουν να μη συμβεί το ανεπανόρθωτο, γίνονται αντικείμενα αυτοκαταστροφικά, αυτοδιαλυόμενα, σκορπώντας σαν σκόνη πάνω από την λογοτεχνική υπερβολή, πάνω από την μυθοπλαστική παράμετρο.

Σε αυτό το μυθιστόρημα ο Μακριδάκης κάνει και κάτι άλλο αρκετά σημαντικό κατά την γνώμη μου: σταματά την χρήση της ντοπιολαλιάς, τις άγνωστες για τους περισσότερους λέξεις, κρατάει μόνο τις δοξασίες, την παράδοση, αλλά και ό,τι άφησε στους νεώτερους ο πολιτισμός της Χίου και των άλλων νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Κατά αυτόν τον τρόπο και βάζοντας υπερβολικό συναίσθημα σε μια γλώσσα άκρως προσβάσιμη, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα συγκινησιακή. Πως να ξεχάσουμε τις σκηνές στην εκκλησία με τον νεκρό μετανάστη, το τραπέζι της κυρά Καλής όπου γίνονται τα πρώτα αποκαλυπτήρια, τις πράξεις του Μιχάλη όσο υπήρξε καλόγερος, την γέννα του Σάββα, τα συσσίτια σε όλους αυτούς τους δυστυχισμένους που φτάνουν από τα ανατολικά στην χώρα μας, τον θείο, τον φίλο, τους συντρόφους και τον πατέρα του Δημάκι και τέλος το απρόβλεπτο φινάλε, που τον στέλνει στην σπηλιά, εκεί δηλαδή που κατοικούσε ο Μιχάλης αυτά τα χρόνια, μακριά από ανθρώπους και ζώα. Σκηνές που όχι μόνο δεν θα ξεχαστούν αλλά αντίθετα, ως μόνιμες σταθερές, θα εξακολουθούν να μας ακολουθούν όσα χρόνια και αν περάσουν, ως αντιστάθμισμα στην πεζότητα των υπάρξεών μας, των αξιών μας, της ηθικής μας, σε καιρούς αληθινής μιζέριας πραγματικής και συμβολικής αλλά και ρητορικής.

Η ιστορία δύο αδελφών που έρχονται τόσο κοντά χωρίς να το ξέρουν, χωρίς να γνωρίζουν ή έστω εν μέρει τον πραγματικό τους πατέρα, ασφαλώς και δεν είναι τόσο συνηθισμένη, δεν είναι απ’ αυτές που μπορούμε να την διαβάσουμε στην εφημερίδα. Θα μου πείτε πως η λογοτεχνία υπερβάλει, πως αυτός είναι ο ρόλος της, να δείχνει μύθους που στην πραγματικότητα είναι ψεύτικοι και κατασκευασμένοι. Θα απαντήσω με το τετριμμένο πως η ζωή, η αληθινή, απλώς αντιγράφει την τέχνη. Όπως και να ’χει, ένας απών στο μεγαλύτερο τμήμα του κειμένου Μιχάλης, ένας αναχωρητής, ένας άνθρωπος που αποποιήθηκε τα εγκόσμια για να ζήσει ως ναυαγός της ζωής, με όλη του την σοφία, είναι ο πανταχού παρόν στον μυθιστορηματικό ιστό, είναι το άτομο που βρίσκεται στα χείλη όλων των συγχωριανών του, σε κάθε περίπτωση είναι ουσιαστικά ο πατριάρχης, μιας όχι και τόσο καθημερινής αλλά πολύ περισσότερο τραγικής και χτυπημένης από την μοίρα ιδιαίτερης μυθιστορηματικής ιστορίας.

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>