ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ: «Ένας στέφανος για τον Στέφανο»

«ΑΝΤΙ ΣΤΕΦΑΝΟΥ»

Ο αγροδίαιτος ορφανός μοναχογιός ενός νιόπαντρου ναυτικού εγκαταλείπει την ιατρική, περιηγείται χώρες της Άπω Ανατολής, μυείται σε πανάρχαιες μεθόδους θεραπείας, μελετά τρόπους καλλιέργειας της γης, επιστρέφει στα πατρώα, μετατρέπει την πέτρινη αποθήκη του παππού σε σπίτι του, απομονώνεται απ’ το ντόπιο περιβάλλον, αποδέχεται την θέση του νεκροθάφτη του χωριού και θάβει πρώτα απ’ όλους την άρτι αποθανούσα μητέρα του σε άλλον από τον συμφωνηθέντα χώρο εντός του νεκροταφείου μετατρέποντας το επί του τάφου της χώμα σε καρπερό φυτώριο ξυλαγγουριών για να τους χαρίσει στη φτωχολογιά. Ακολουθώντας ένα πρότυπο φυσικής διαβίωσης και εισάγοντας στην κοινωνία στο περιθώριο της οποίας ζει «καινά δαιμόνια» έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τις αρχές, προσελκύει το κουτσομπολιό όλου του οικισμού με τις παραδοξότητές του αλλά μένει πιστός μέχρι το τέλος της ιστορίας στις εμμονές και την ιδεοληπτική, λυτρωτική γι’ αυτόν αρχή της επιστροφής στη μάνα-φύση, μάλλον χωρίς δυνατότητα καθαρμού.

    Το νέο συγγραφικό πόνημα του ευφυούς και ευρηματικού πεζογράφου Γιάννη Μακριδάκη, θα τολμούσα να πω «ένα αιρετικό βιβλίο από έναν αιρετικό συγγραφέα»-, είναι ένα σχοινοτενές αφήγημα γραμμένο με μια «δικής του κοπής» γλωσσική και εκφραστική ιδιοτυπία.  Η επινοημένη βέβαια, μίξη μιας απλής καθαρεύουσας, πολύ οικείας στους παλιότερους που την έγραφαν και την διάβαζαν αναγκαστικώς στις εφημερίδες και τα δημόσια έγγραφα –που δεν την καταλάβαιναν όμως οι πιο πολλοί γι’ αυτό και  πολύ λίγοι την χρησιμοποιούσαν ως προφορική γλώσσα-  και της καθομιλουμένης λαϊκής γλώσσας με διάσπαρτα ιδιωματικά στοιχεία και εκφράσεις δημώδους καταγωγής δε δίνει την αίσθηση γλωσσικής  πόζας. Η γλώσσα αυτή, που έχει την μορφολογία «φτιαχτής», κυλάει φυσικά και αβίαστα και προσλαμβάνεται με θερμή αμεσότητα από τον αναγνώστη και τον ακροατή της, ιδίως όταν χρησιμοποιείται για να διασκεδάσει με τα σουσούμια διάφορων τύπων, γραφικών, κουτοπόνηρων ή ψωριάρηδων, να  περιγελάσει κάποια τραγελαφικά γεγονότα του κοινού βίου, και προπαντός να σαρκάσει καγχαστικά το γεγονός του θανάτου. Είναι μια γλώσσα που επινοήθηκε για να εξυπηρετήσει τα εφευρήματα του συγγραφέα γύρω από τα επιθανάτια δρώμενα, μνημόσυνα και τελετουργικά, προπαντός δε αυτά που διαδραματίζονται με θέατρο τον χώρο του νεκροταφείου και το μεζάρι, το επίμαχο μνημούρι της μάνας του νεαρού νεκροθάφτη.

     Είναι μια γλώσσα αρκετά συγγενής με το παπαδιαμαντικό ιδίωμα. Μα με τον μεγάλο Σκιαθίτη ο Μακριδάκης έχει αναλογικά και άλλες συγγένειες, μία απ’ αυτές, η βασικότερη, είναι ότι, όπως εκείνος, διαλέγει να γράψει ιστορίες ανθρώπων που ζουν μακριά από την τύρβη των πόλεων, σε θύλακες όπου διασώζονται ακόμη παλιές μορφές ζωής, αντλώντας αντίστοιχα απ’  κοινωνίες των χιώτικων χωριών, παρουσιάζοντας βέβαια μια «δική του» Χίο, που αναλογεί τόσο σε ρεαλιστικά όσο και ονειρικά δεδομένα, όπως αντίστοιχα ο Παπαδιαμάντης αναδείκνυε με τις ιστορίες του μια «δική του» Σκιάθο.

    Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που του αναλογεί περίπου  το τελευταίο του τέταρτο, αποκαλύπτεται το πρόσωπο του αφηγητή και το πεζογράφημα παίρνει τρόπον τινά αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.

   Ο συγγραφέας ξέρει, -όπως όλοι μας άλλωστε- πως δε μπορεί  να ξεγελάσει την επίσκεψη του θανάτου.  Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να τον διακωμωδήσει και μαζί μ’ αυτό  να προπηλακίσει την φαρισαϊκή και ηθικοληπτική συμπεριφορά του κόσμου της επαρχίας, -εδώ της νησιωτικής επαρχίας-, και ιδιαίτερα των θεωρούμενων ως σημαίνοντα πρόσωπα στα στενά και απροσπέλαστα όρια της περιχαρακωμένης κοινοτικής εθιμοτυπικής  ζωής, έστω κι αν παίρνει η μπάλα τα   καθιερωμένα νεκρικά έθιμα προσβάλλοντας μια πατροπαράδοτη, απαράβατη εθιμοτυπία. Ο περιγελασμός του θανάτου είναι θρασύτητα, είναι όμως και ανατρεπτικό τόλμημα, από αυτά που δεν τα’ χει ανάγκη τόσο η λογοτεχνία για την ανανέωση της θεματικής γκαρνταρόμπας της, όσο η ίδια η ζωή, για να μπορούμε να την κοιτάξουμε κάπως μ’ ένα άλλο μάτι. Ο Μακριδάκης ανιχνεύοντας την ψυχολογία μιας περίκλειστης μικροκοινωνίας που πασχίζει να δώσει εξηγήσεις στο αινιγματικό χαμόγελο μιας νεκρής μάνας κατορθώνει να δώσει καίρια τα ψυχογραφικά πορτρέτα μιας σειράς λαϊκών τύπων, ενώ μιλώντας για πράματα λυπητερά που κανονικά θα προκαλούσαν μελαγχολία, με την τεχνική του υπηρετεί μια «τέχνη αλυπίας», αφού τα δράματά του αποπνέουν αύρα παραμυθητική. 

     Η άλλοτε πλάγια ή υποδόρια ειρωνεία κι άλλοτε χοντροκομμένη φάρσα του Μακριδάκη γίνεται ένα εργαλείο εγκαυστικής κοινωνικής κριτικής με χαρακτήρα σε βάθος πολιτικό και στην ευρύτερη πρόσληψή της μυκτηρισμός της γελοίας και επονείδιστης πλευράς του μέσου μονοδιάστατου(που θα’ λε κι ο Μαρκούζε) ανθρώπου, που, ενώ έχει πατόκορφα αλλοτριωθεί και ενδώσει στις σειρήνες της μεταποίησής του σε κάτι εντελώς ξένο απ’ τον γνήσιο, τον «παραδοσιακό», αν θέλετε, εαυτό του, εντούτοις  ακολουθεί στις περισσότερες κοινωνικές εκδηλώσεις του μια σειρά καθιερωμένων προτύπων, που δεν τα πολυπιστεύει μα ποτέ δεν τολμά να τα αμφισβητήσει, πόσω μάλλον να τα ανατρέψει και αντιδρά σε κάθε περίπτωση κριτικής, περιφρόνησης και γελοιοποίησής τους.

   Απ’ την πλευρά αυτή, ο Μακριδάκης ακολουθεί –από υγιές κοινωνικό, ίσως, ένστικτο- ή πάντως εκφράζει την σύγχρονη αναβίωσή μιας μακραίωνης γνήσιας παράδοσης, καθώς θυμίζει έντονα τις παλιές «τσούχτρες», φιλοσκώμμονες και χλευαστικούς τύπους, όπως οι Μωμόγεροι του Πόντου. Σαν σύγχρονος «Μώμος», ακολουθεί το τυπικό του αρχισαρκαστή  των πανάρχαιων εκείνων λατρευτικών τελετών για την γονιμότητα της γης και την καλοχρονιά που έχουν σήμερα μετεξελιχθεί, σε πολλές περιοχές της χώρας μας, σε λαϊκά σατυρικά δρώμενα ψυχαγωγικής εκτόνωσης και κοινωνικού εξαγνισμού. Συγγενεύει επίσης με κάποιους ήρωες του Αριστοφάνη που χλευάζουν και αναγελούν τα καμώματα των αξιάγαστων δήθεν, μα κατ’ ουσίαν κατάπτυστων αρχόντων. Κάποιες περιγραφές του βέβαια φέρνουν στο νου ακόμη και την γελοιοποιητική νοοτροπία του Καραγκιόζη απέναντι σε ποικίλους φαιδρούς και τραγελαφικούς, εξουσιαστικούς ιδίως, τύπους. Πρόκειται λοιπόν για κωμωδία, για φάρσα, μήπως για φαρσοκωμωδία; Το «Αντί Στεφάνου»,  με μικρό «σ» για το στεφάνι και κεφαλαίο «Σ» για τον ήρωα του συγγραφέα, τον Στέφανο, -όπως προτιμάτε-, μοιάζει να προσεγγίζει στην πρόθεσή του πιο πολύ το σατυρικό δράμα, όχι μόνον για την θεματική του επιλογή, όσο για την αμφιθυμική αίσθηση που σου προκαλεί το αρμονικό δέσιμο, η έξυπνη συνεργασία του δραματικού και του σατυρικού στοιχείου μέσα στην κωμικοτραγική ανθρώπινη καθημερινότητα.

   Η συγγένεια της νουβέλας με δρώμενα και κείμενα  χλευαστικά και «ανίερα» της ελληνικής παράδοσης και της γραμματείας είναι σχεδόν απτή, και ο κύριος εκφραστής  της ιδιότυπης, επαναστατικής, αντιπαραδοσιακής  στάσης είναι ο Στέφανος, ο φυτοφάγος και κοπρολάγνος, «ανώμαλος» για τους χωρικούς, «φιλόσοφος του πρωκτού» για τους γραμματιζούμενους, ο οποίος αφοδεύει πάνω στον φρέσκο τάφο της μάνας του και καλλιεργεί ξυλαγγουριές  με ξεκάθαρο φιλανθρωπικό σκοπό.    

    Ποιος είναι άραγε ο πιο βέβηλος –φυσικά ο συγγραφέας έχει πάρει απ’ την αρχή θέση-, και ποιος εκφράζει επί της ουσίας την «ύβριν», ο βασταγμένος Ελληνοαμερικάνος θείος, που, βουλιαγμένος σε υπεροψία και μέθη» συνεργάζεται με τον επί των τελετουργικών ιερέα, ποθώντας την οικοδόμηση ενός προκλητικού μαυσωλείου για την φαμίλια του, αποθέωση του κιτς και κραυγαλέα επιτομή της ανθρώπινης μωροφιλοδοξίας και ματαιότητας ή ο «σαλεμένος» νεαρός φυσιολάτρης, που ναι μεν κοπρίζει επί του σημείου ταφής της μητρός του αλλά στοχεύει –έστω και με ουτοπική προοπτική- στην βελτίωση και αναζωογόνηση του φυσικού περιβάλλοντος και την διευκόλυνση του «κύκλου της ζωής;»

        Ο συγγραφέας κατορθώνει να αναδείξει την ευτέλεια και την κωμικοτραγικότητα της καθημερινής ζωής κυκλώνοντας έναν θίασο φανταστικών προσώπων που αντιστοιχούν όμως κάλλιστα σε χαρακτηριστικούς επαγγελματικούς τύπους και λησμονημένους –για τους αστούς-  ψυχολογικούς χαρακτήρες  επαρχιωτών.

   Η γραφή του Μακριδάκη, ο τρόπος που χτίζει την αφήγησή του, οδηγεί τον αναγνώστη στην διαμόρφωση μιας τουλάχιστον συμπαθητικής, ακόμη και υπερθετικής,  γνώμης για τον βασικό ήρωά του και του προσδίδει αξία, σε αντίθεση με την υποτιμητική γνώμη που σχηματίζει κανείς για τους συγχωριανούς του απ’ τους οποίους ο ίδιος ο νεκροθάφτης Στέφανος εισπράττει την απαξιωτική παρεξήγηση, θεωρούμενος αποσυνάγωγος και σαλεμένος. Ο «τρελός του χωριού» λοιπόν, μέσα από τις απόπειρες εφαρμογής των «παράδοξων» για τους άλλους παγανιστικών και φυσιολατρικών θεωριών του αποκτά υψηλή και ιδιαίτερη τιμή στο αξιακό σύστημα των ανθρωπίνων αξιών.

     Ο Μακριδάκης γράφει μια ιστορία από εκείνες που μοιάζει να συμβαίνουν πολύ σπάνια ή να μη συμβαίνουν ποτέ. Και είναι αξιοθαύμαστο το ιδιοφυές «τέχνασμά» του να στήσει έναν ανθρώπινο θίασο βάζοντας τον πρωταγωνιστή του στην άκρη του χορού, αυτόν τον στιγματισμένο παρία, ανατροπέα πατροπαράδοτων ταμπού και εθελούσιο δραπέτη από τον κλοιό των κοινωνικών συμβάσεων, αλλά μέσω της αλλόκοτης για τους πολλούς δράσης του,  με προσωπικότητα υγιούς και παρεμβατικού αυτοπροσδιορισμού για τους λίγους –και φυσικά για τον ίδιο-, να τον κάνει μέσα από την εξέλιξη των επεισοδίων να μας κερδίσει όλους και απ’ το  περιθώριο να βρεθεί στο κέντρο του χορού, πάντα ανεξάρτητος και αυτόνομος, όμως αποκαθαρμένος απ’ την κοινωνική χλεύη, λυτρωμένος στα μάτια μας και  με ατομικότητα σημαντικά διακριτή λόγω της  μοναδικότητας της.

    Ο Μακριδάκης  υποδεικνύει με την κατασκευή αυτού του ήρωα-αντιήρωα της καθημερινότητας ένα ζητούμενο τον καιρών μας : την ανάγκη για καλλιέργεια της θετικής πλευράς του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος με πρωτοβουλία, παρρησία και ανθρωπιστικό όραμα, σε συνδυασμό με την ουσιαστική αγάπη και την θεραπεία της φύσης, πέρα απ’ τις συνήθειες και κόντρα στον συμβατικό κώδικα ζωής της πλειοψηφίας, προτείνει ανατρεπτικά, εναλλακτικά πρότυπα ζωής που δυνάμει μπορούν να βελτιώσουν ή να διασώσουν την ατομική περίπτωση και –σίγουρα- να βοηθήσουν το συλλογικό όραμα.

  Κι αν όλα αυτά μοιάζουν –και ίσως είναι- ουτοπικά, πώς να τα πιστέψει κανείς; Απαντάει σ’ αυτή την ερώτηση ο προσφάτως αποδημήσας οικουμενικός δάσκαλος Εντουάρντο Γκαλεάνο : «Την ουτοπία, όσο και να περπατώ, δεν θα την φτάσω ποτέ. Σε τι χρησιμεύει τότε η ουτοπία; Σ’ αυτό χρησιμεύει, στο να περπατάς. … Πρέπει να ονειρευτούμε, γιατί χωρίς όνειρα δεν ξέρουμε προς τα πού περπατάμε». 

   Το σενάριο της ιστορίας «Αντί στεφάνου» δένει αρμονικά τις δύο ιδιότητες τις οποίες δηλώνει ο δημιουργός της, πρώτα φυσικός καλλιεργητής κι  έπειτα συγγραφέας.

    Ο Γιάννης Μακριδάκης, με κέντρο ζωής την απείρου φυσικού κάλλους Βολισσό στα βορειοδυτικά της νήσου Χίου, ακτιβιστής, αντικαπιταλιστής, παρεμβατικός στις πολιτικές εξελίξεις μέσω διαδυκτίου και αλλιώς, γράφει ανάμεσα στα άλλα για πράσινους ήρωες και για πράσινους εμπρηστές με κείμενα φλογερά που απευθύνονται σε όλους μας, δίνοντας μηνύματα και επισημαίνοντας κινδύνους για την διάσωση του ρημαγμένου φυσικού περιβάλλοντος, την φυσική και ψυχική υγεία και την σωτηρία του ανθρώπου.  Εκτός από πρωτοποριακός και σημαντικός συγγραφέας,  πολυπράγμων και πολυπρισματικός ως συνολική προσωπικότητα, είναι ένας δημιουργός ευεργετικά ψυχωφέλιμος και ένας πολλαπλά χρήσιμος άνθρωπος.  

     Ας του ευχηθούμε, όπως του ευχήθηκε ένας μικροκαλλιεργητής απ’ την Κω σ’ ένα γράμμα του : να έχει  τους καλούς δαίμονες μαζί του και το ιερό πουλί της υγείας κοντά του.

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>