Όλα για καλό: Βιβλιοκριτική της Ειρήνης Παξιμαδάκη

“Όλα για καλό” είναι ο τίτλος του τελευταίου του μυθιστορήματος του Γιάννη Μακριδάκη που κυκλοφόρησε μέσα στο 2017 από το βιβλιοπωλείο της  Εστίας. Τι περιμένει κάποιος αναγνώστης που δεν έχει γνωρίσει τον Γιάννη Μακριδάκη μέσα από άλλα έργα του διαβάζοντας μόνο τον τίτλο του έργου; Προφανώς μια αισιόδοξη στάση ζωής, μια θετική θέαση των πραγμάτων, μια στωική αλλά όχι μοιρολατρική αντιμετώπιση όλων όσα συμβαίνουν στη ζωή μας.

Ο τίτλος είναι μια φράση leit motiv που βγαίνει για πρώτη φορά από τα χείλη της κυρα-Καλής, του πιο θετικού και φωτεινού χαρακτήρα της ιστορίας, που διόλου τυχαία φέρει το συγκεκριμένο nomen omen, και στη συνέχεια εκφέρεται κι από τους άλλους ήρωες, πιο πολύ σαν διαπίστωση στην οποία οδηγεί η αδυναμία να ερμηνεύσουν την τροπή που παίρνει πολλές φορές η ζωή τους.

Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα νησί που δεν κατονομάζεται, αλλά δεν χρειάζεται να σκεφτεί πολύ κανείς ότι είναι η Χίος. Γύρω από το σπιτάλι, το παλιό λεπροκομείο της Χίου, έναν τόπο ερημωμένο και στιγματισμένο, που κάποιοι εθελοντές  με προσωπική δουλειά και μεράκι έχουν ανακαινίσει, ώστε να γίνει χώρος υποδοχής προσφύγων, να λειτουργήσει το κοινωνικό μαγειρείο και ένα μουσείο των λεπρών. Το αφηγηματικό παρόν της ιστορίας τοποθετείται τον Δεκέμβριο του 2015, συγκεκριμένα από τις 10 έως τις 15 Δεκέμβρη. Δύο θάνατοι και μια γέννηση είναι τα βασικά περιστατικά, γύρω από τα οποία ξετυλίγονται όλες οι ιστορίες που αποκαλύπτονται. Ιστορίες που εκτείνονται πίσω στον χρόνο και φτάνουν μέχρι το  κύμα προσφύγων κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου από την Ελλάδα στην Ανατολή, και σημαδεύουν την κοινή μοίρα των ηρώων. Το βιβλίο ξεκινά απρόσμενα με την αφήγηση της σκηνής του θανάτου του Μιχάλη, ενός αναχωρητή που ζούσε μόνος του στα βουνά, αφήγηση που δίνεται με αρκετή ελαφρότητα. Δεύτερος θάνατος ο πνιγμός του μαροκινού πρόσφυγα Μουεζίν Ουμπελκάς, το πτώμα του οποίου ξεβράζεται στις ακτές του νησιού (σελ. 39) και η κηδεία του είναι μια παρωδία εξοδίου ακολουθίας και ενταφιασμού ενός μουσουλμάνου σε χριστιανικό ναό. Τρίτος γεγονός η γέννηση του μικρού Σαββάς, μόλις η ετοιμόγεννη μητέρα του, Γιασμίν, και ο πατέρας του, Καχραμάν, πρόσφυγες κουρδικής καταγωγής, διασώζονται και περιθάλπονται από τους ήρωες της ιστορίας. Είναι χαρακτηριστικό του ύφους του συγγραφέα το χιούμορ και η ελαφρότητα με την οποία δίνονται οι θάνατοι στο βιβλίο, σαν να θέλει να ξορκίσει το κακό και να ελαφρύνει την ανάγνωση, καθώς η τραγικότητα του θανάτου δεν αμφισβητείται από τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να τον αφηγηθεί κανείς.

«Φέρναμε βόλτες πέρα δώθε μαζί στη σκοτεινή ακρογιαλιά, για να μην παγώσουνε τα πόδια μας, και αφουγκραζόμαστε το σκοτάδι, μπας και ακούσουμε τον παραμικρό ανθρώπινο ήχο να έρχεται από τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Κάποτε πιάσαμε και μια κουβέντα ψιλή, τα πρώτα της γνωριμίας. Δεν προκάμαμε όμως να πούμε πολλά γιατί σκουντουφλήσαμε και οι δυο μαζί απάνω στον Μουεζίν, που μόλις εκείνη την ώρα τον είχανε ξεβράσει τα κύματα. Φρεσκοπνιγμένος φαινότανε, ξυλιασμένος και άκαμπτος ήτανε, σαν σανίδα. Βγάλαμε τότε και οι δυο από μια πνιχτή κραυγή, σα να καταλάβαμε τι μας έλαχε μες στα πόδια μας. Στο λεφτό η Κατρίν με  μια ψυχραιμία γερμανική μού έγνεψε ησυχία και γονάτισε σβέλτα πλάι στον πνιγμένο. Έπιασε να τον ψαχουλεύει με κινήσεις πεταχτές, να χώνει τα χέρια της μέσα στις τσέπες του και να τον ερευνά από πάνω ίσαμε κάτω. Σαν να είχε περάσει κάποια εκπαίδευση προτού να έρθει εδώ» (σελ 38-19)

«Πιάσαμε τα σκοινιά από τις δυο πάντες κι αγαντάραμε. Σηκώθηκε σαν κούτσουρο, έτσι άκαμπτος που ήτανε. Κάναμε ύστερα δύο βήματα πλάγια ο καθένας, δρασκελίσαμε τον τάφο και τον βάλαμε ανάμεσα στα ανοιχτά μας σκέλια, με τον νεκρό να αιωρείται από πάνω του. Αφήσαμε κόμπο με τον κόμπο λάσκα τα σκοινιά και ο Μουεζίν φασκιωμένος με το σεντόνι του κατέβηκε μέσα. Τον αποθέσαμε γλυκά στη γη και τραβήξαμε τα σκοινιά από τη μια άκρη για να τα πάρουμε απάνω. Πιάσαμε ύστερα από μια χούφτα χώμα ο καθένας και τη ρίξαμε στο νεκροσέντονο, τον πότισε και λιγάκι νερό στη μούρη από το παγούρι της η Κατρίν. (σελ 72-73)

Βασικός φορέας της αφήγησης είναι ο Δημοσθένης, που ζει στο νησί, έχει καταφέρει να είναι πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου και συμβάλλει ενεργά στην αρωγή των προσφύγων που καταφθάνουν εκεί. Όλη η ιστορία δίνεται σε πρώτο πρόσωπο, με εστίαση αποκλειστικά εσωτερική, μέσα από τον Δημοσθένη, και μέσα από τη δική του αφηγηματική φωνή βγαίνουν στο φως οι ιστορίες όλων των προσώπων του μύθου. Όλοι οι ήρωες συνδέονται με μια αόρατη κλωστή που θα αποκαλυφθεί με την ολοκλήρωση της αφήγησης. Η αφηγηματική τεχνική που επιλέγει ο συγγραφέας είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Η διήγηση των όσων διαδραματίζονται δεν είναι σε καμιά περίπτωση γραμμική και χρονολογική. Αφήγηση αριστοτεχνικά δουλεμένη, σχεδόν συνειρμική, κινείται σπειροειδώς γύρω από τη γέννηση και τους θανάτους, αφήγηση δαιδαλώδης, παλίμψηστη, με πολλούς εγκιβωτισμούς, συνεχείς επαναλήψεις, προοικονομίες και προσημάνσεις, που στο τέλος όμως σε οδηγούν στην έξοδο από τον λαβύρινθο και στη λύτρωση. Είναι στιγμές που το παλίνδρομο της αφήγησης δίνει την αίσθηση των κυμάτων της θάλασσας που χτυπούν τις ακτές και πάλι τραβιούνται, έχοντας όμως αφήσει πίσω τους νεκρούς και ζωντανούς πρόσφυγες.

Το μυθιστόρημα διαβάζεται απνευστί, καθώς ο καταιγισμός των αποκαλύψεων και οι απανωτές ανατροπές δεν σου επιτρέπουν να το αφήσεις από τα χέρια σου. Στο τέλος της ιστορίας δεν μένει καμιά απορία, κανένα κενό, κανένα σκοτεινό σημείο. Μυστικά ξεθάβονται, αλήθειες ξεσκεπάζονται και οι ζωές τους αναδιατάσσονται και τακτοποιούνται. “Όλα για καλό” γίνονται.

Ας δούμε λίγο τους ήρωες έναν-έναν:

Ο αφηγητής-ήρωας Δημοσθένης, ο εθελοντής, ο πιονέρος της κατάληψης και αλλαγής χρήσης του παλιού λεπροκομείου, λειτουργεί λίγο ως Ρομπέν των Δασών και είναι το άλτερ έγκο του συγγραφέα, αν σκεφτεί κανείς την εθελοντική δράση του τελευταίου στο νησί και τη στάση του απέναντι στο θέμα της αντιμετώπισης των προσφύγων. Η ανακάλυψή του όμως ότι αποτελεί γέννημα μιας παλιάς παράδοσης του νησιού τον καθιστά ήρωα τραγικό.

Δίπλα στον Δημοσθένη, η ελληνογερμανίδα Κατρίν, που έρχεται ως εθελόντρια να βοηθήσει τους πρόσφυγες που καταφθάνουν στο νησί, πιο πολύ όμως να ανασκαλέψει το παρελθόν της, είναι ερωτευμένη με τον Δημοσθένη και κουβαλά τα περισσότερα μυστικά από όλους, «κρύβει μια ιστορία μέσα στη βαλίτσα και στην ψυχή της». (σελ. 145)

Δίπλα τους ο καπτα-Φώταρος, εμβληματική φιγούρα, πληθωρική προσωπικότητα, το αρχέτυπο του Έλληνα με την καλή ψυχή και τις αγαθές προθέσεις, με τη διάθεση για προσφορά και φιλοξενία να κυλά στις φλέβες του, έρχεται σε αντιδιαστολή με τον συντηρητικό και ξενόφοβο παπα-Σίωρο, ο οποίος τον κατηγορεί ως υπεύθυνο για την ισλαμοποίηση της χώρας.

Η κυρα-Στάσα, η μαμή του χωριού, και η κυρα-Καλή, συμπαθητικές μητρικές φιγούρες. Η πρώτη διοργανώνει το δείπνο στο σπίτι, κατά τη διάρκεια του οποίου αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι των συνταρακτικών αποκαλύψεων και η δεύτερη κατευνάζει τα πνεύματα με την αφοπλιστική διαπίστωση “όλα για καλό”.

Κεντρική φιγούρα και ο Μιχάλης, η άλλη περσόνα του συγγραφέα. Ο ξέπαπας, ο πρώην καλόγερος και μετέπειτα αναχωρητής, ο τρελός του χωριού, που κάνει όμως λογικές διαπιστώσεις και έχει εύλογες ανησυχίες για τους κινδύνους που απειλούν το φυσικό περιβάλλον, συνταράσσει όλους, όχι τόσο με τον θάνατό του, όσο με την αποκάλυψη των μυστικών της ζωής του.

Ο Γιάννης Μακριδάκης επιλέγει να επανέλθει στο λογοτεχνικό προσκήνιο με ένα θέμα προσγειωμένο στην επικαιρότητα, ένα θέμα που έχει διχάσει την ελληνική κοινωνία και εξακολουθεί να το κάνει: την υποδοχή και ένταξη των προσφύγων.

«Καθόμαστε εκεί λοιπόν, κρυμμένοι, και περιμέναμε, να εξαφανιστούν πρώτα οι άλλοι. Μετά παραλαβαίναμε εμείς τους ανθρώπους, τους δίναμε στεγνά ρούχα να αλλάξουνε, γάλα για τα μωρά τους, κάνα μπισκότο, ό,τι είχαμε τέλος πάντων, μπας και γλυκάνουμε τη ζωή τους λιγάκι, εδώ που ’ρθανε. Μπας και σβήσουμε κι εμείς τα κρίματα τα δικά μας, αλλά και των κουρσάρων μαζί· όλης της ανθρωπότητας. Μας φιλούσανε τα χέρια οι άμοιροι. Κλαίγανε από την ταλαιπώρια και τη χαρά τους μαζί. Πολλοί δεν είχανε ξαναδεί ποτέ τους τη Θάλασσα και τρέμανε σύγκορμοι σαν τρομαγμένα σκυλιά, πέφτανε με τη μούρη στην ακροθαλασσιά και φιλούσανε τα λιλάδια. Άλλοι χορεύανε ξυπόλυτοι, τραγουδούσανε, πιανόνταντε αγκαλιά και χοροπηδούσανε, φιλούσε ο ένας τον άλλο. Μεγάλο ραβαΐσι γινότανε, απερίγραπτο».(σελ 43)

Απ’ ό,τι φαίνεται οραματίζεται την επαναχρησιμοποίηση χώρων του νησιού, όπως είναι το παλιό λωβοκομείο της Χίου, η άλλη Σπιναλόγκα,   και προκρίνει την επιστροφή σε έναν τρόπο ζωής πιο κοντά στη φύση, τη ζωή σαν «φυσικός άνθρωπος», για να δανειστώ μια φράση από το “‘Ονειρο στο κύμα” του Αλέξανδρου Παπαπαδιαμάντη

Γράφει ένα μυθιστόρημα για το προσφυγικό χωρίς συναισθηματισμούς και ηθικολογίες και οι πτυχές της ιστορίας του αντικατοπτρίζουν τις δυο τάσεις που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία: από τη μια ο συντηρητισμός και η ξενοφοβία, από την άλλη η προσφορά και η φιλανθρωπία. Μέσα από το παρελθόν των ηρώων, μέσα από τις παλιές ιστορίες των στιγματισμένων τροφίμων του λεπροκομείου,   μέσα  την οδύσσεια των σύγχρονων εκτοπισμένων,  αναγνωρίζει κανείς τον πόνο του αποκλεισμού και της διαφορετικότητας, πόνο διαρκή κι επίμονο.    Και στο κέντρο του μυθιστορήματος, όπως στην αληθινή ζωή, ο άνθρωπος: «γιατί το μόνο που αξίζει στη ζωή είναι να επικοινωνείς με τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ο Θεός» (σελ 173).

Αυτό που λογοτεχνικά ξεχωρίζει το τελευταίο μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη είναι οι γλωσσικές επιλογές του. Χιώτικες ντοπιολαλιές παρεισφρέουν στον λόγο με τόση φυσικότητα και παρ’ όλο που ίσως δυσκολεύουν τον αναγνώστη, ομορφαίνουν την αφήγηση (σπιτάλι, μπεγιέντησε, σπατσάραμε, λιλάδια, ραβαίσι, τεμπέκια, αλουέδες, μπουλμέδες, κούντρο, μαμούκια). Οι περισσότερες λέξεις γίνονται εύκολα κατανοητές από τα συμφραζόμενα, για ορισμένες έχει φροντίσει να παραθέσει ένα γλωσσάρι ο συγγραφέας στην ιστοσελίδα του και για άλλες έχει γράψει ο Νίκος Σαραντάκος στη δική του ιστοσελίδα.

“Όλα για καλό”, λοιπόν σ’ αυτό μυθιστόρημα. Για καλό πέθανε ο ξέπαπας Μιχάλης,  για καλό δεν ενέδωσε ο Δήμος στον έρωτα της Κατρίν, για καλό ξεβράστηκε το πτώμα του Μουεζίν στις ακτές, για καλό γεννήθηκε το μωρό των προσφύγων  στο σπιτάλι, για καλό έγραψε το μυθιστόρημα αυτό ο Γιάννης Μακριδάκης, αφού σίγουρα για καλό γράφεται η λογοτεχνία.

Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>