Από την εκδήλωση στην ΕΡΤ3

Με τον δημοσιογράφο-συγγραφέα Απόστολο Λυκεσά κάναμε πρόσφατα στην Θεσσαλονίκη μία εκδήλωση στο στούντιο της κατειλημμένης ΕΡΤ3, την διοργάνωση της οποίας είχε το συνεταιριστικό βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες και αποσπάσματα μπορείτε να δείτε εδώ.

Αναρτώ σήμερα το κείμενο της παρέμβασης του Απόστολου Λυκεσά στην εν λόγω εκδήλωση:

Ο ΜΑΚΡΙΔΑΚΗΣ ΩΣ ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Του Απόστολου Λυκεσά

 Κατάρα της ακαταμάχητης προόδου είναι η ακαταμάχητη οπισθοχώρηση

                                                                                             (Αντόρνο – Χορκχάιμερ)

Ο Γιάννης Μακριδάκης είναι τα βιβλία του. Μπορεί να ακούγεται ως κοινοτυπία, αλλά δεν είναι, αφού, δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που καταγγέλλονται για προδοσία των έργων τους με τις πράξεις του βίου τους. Έτσι κι αλλιώς, δεν είναι εύκολο να περιγράφεις τη ζωή σου ή να βάζεις ξένους να κόβουν βόλτες στο μυαλό σου. Ακόμη δυσκολότερο, να μοιράζεις χάρτες, για να μην χάνονται όσοι έχουν αληθινό ενδιαφέρον, για όσα λες και είσαι, αλλά, ακόμη και για όσους θα μπουν στον κήπο σου από καθαρή περιέργεια με ευγένεια ή αγριότητα βάνδαλου.

Ο Μακριδάκης, είναι σαν τον Κύκλωπα. Αποδεικνύεται ότι για πολλούς είναι καλός, μέχρι να τον ανακαλύψουν, γιατί μετά αρχίζει να δουλεύει το σαράκι του φθόνου για τα ταπεινά αγαθά και την αυτάρκειά του. Η ιστορική, λαογραφικού τύπου, για κάποιους, οπισθοδρόμηση, δια της θεματογραφίας του δεν ενοχλεί. Η παραγωγική οπισθοδρόμηση που προτείνει, φοβίζει (περισσότερους ίσως τους εξοργίζει κιόλας). Η πρόταση Μακριδάκη, δεν είναι πάντως για εμένα κάτι καινούργιο (κι όχι μόνο γιατί κι εγώ κατάγομαι από αγροτική περιοχή και μεγάλωσα στα χωράφια). Αυτά στη συνέχεια.

Προηγείται η χρονολογική σειρά παρουσίασης του έργου, σειρά που έχει κι αυτή την σημασία της στην χαρτογράφηση της πορείας του συγγραφέα. Με μερικές αναγκαίες παρεκβάσεις.

Οπότε, ας πάρουμε τα βιβλία κατά χρονολογία έκδοσης.

Το 2006 κυκλοφορεί το «Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, όλοι: Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή, Αφηγήσεις 1941 – 1946».

Θεωρώ το βιβλίο κομβικό, από πολλές απόψεις. Είναι κάτι σαν εισαγωγή στην τεχνική, όχι της γραφής, αλλά της σκέψης του Μακριδάκη. Στο βιβλίο, ο συγγραφέας δεν μιλά, παρά μόνο ρωτά. Μαθητεύει, όχι τεχνικές, αλλά τρόπους να σκέφτεται. Μαθαίνει, όχι να τρώει ψάρια, αλλά να ψαρεύει και να σκέφτεται πώς να ψαρεύει καλύτερα.

Τι μαθαίνουμε από το βιβλίο; Οι φιλόλογοι θα πιαστούν από την ανάμνηση του Στρατή Τσίρκα και τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του. Δεν μπορώ να ξέρω από πού πιάνεται ο Μακριδάκης (αλλά σίγουρα οι τεχνικοί ραδιοφώνου και τηλεόρασης θα έχουν να μάθουν πολλά από το βιβλίο).

Είμαστε στο Β Παγκόσμιο Πόλεμο -αλλά και μετά το τέλος του- στην Αφρική, με τους εκτοπισμένους έλληνες στρατιώτες και αξιωματικούς, οι οποίοι κρατούνται στους κλωβούς των στρατοπέδων τα «σύρματα». Στο κεφάλαιο «Από τα Κινήματα στα Σύρματα», καταγράφονται μαρτυρίες και αφηγήσεις από Χιώτες εκτοπισμένους και εγκλείστους, οι οποίοι, είχαν … ραδιόφωνο. Ένα ραδιόφωνο διαφορετικό, μια κατασκευαστική σύνθεση, η οποία προέκυψε από άχρηστα υλικά αεροπλάνων και τανκς και μια τελική, δαιμονικής σύνθεσης διάταξη, των «πνοών» της ερήμου, το «μυλαράκι», τον πρώτο, ίσως, αιολικό φορτιστή μπαταρίας.

Στα υπόλοιπα κεφάλαια του βιβλίου, περιγράφονται  οι κίνδυνοι και οι ταλαιπωρίες, οι σκοτωμοί, οι μικροψυχίες και οι γενναιότητες, όπως αναφύονται, χωρίς αμφιθυμίες, μέσα στο σκηνικό του πολέμου.

Εκτός από την ιστορία για το ραδιόφωνο με «μυλαράκι», υπάρχουν κι άλλα τεχνολογικά θαύματα ή απεικονίσεις αρχαίας γνώσης. Ραβδομαντεία για εντοπισμό νερού μέσα στο στρατόπεδο, γλώσσες παπουτσιών για έναν μηχανισμό άντλησης του νερού και ένας νεροκουβαλητής σκύλος ο οποίος μεταφέρει νερό με τενεκεδάκια στο διπλανό στρατόπεδο που υποφέρει από την ξεραΐλα. Δεν θα εξιστορήσω την τύχη του τετράποδου διότι υμνείται όπως πρέπει στο βιβλίο.

Ο Γιάννης Συρβίτης, μάρτυρας και αφηγητής της ιστορίας με το ραδιόφωνο, μας συνδέει και με την Θεσσαλονίκη. «Είχαμε έναν Εβραίο από τη Θεσσαλονίκη κι αυτός είχε κάμει τον ασύρματο ραδιόφωνο κι ακούγαμε το Κάιρο κι ένα σωρό σταθμούς και τα γράφαμε στην εφημερίδα του τοίχου». Δυστυχώς, δεν έχουμε το όνομα αυτού του ανθρώπου που έκαμε του Εγγλέζους να βουρλίζονται, για το πώς ήταν δυνατό οι κρατούμενοι να μαθαίνουν νέα, που αυτοί μάθαιναν πολύ αργότερα, καθότι, το ραδιόφωνο διαλυόταν σε δεκάδες μεταλλικά μέρη και ήταν αδύνατο να εντοπιστεί και από τους ανιχνευτές μετάλλων των φρουρών. Ο πολυμήχανος  στην ιστορία αυτή, δεν δρα για να την βγάλει αυτός «καθαρή», αλλά υπάρχει και λειτουργεί μόνο σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους. Η τεχνολογία και η γνώση κοινωνικοποιούνται και κοινωνικοποιούν με μια έννοια. Μπορώ να πω μόνο, ότι το βιβλίο με τις συνεντεύξεις διαβάζεται και ως εγχειρίδιο τεχνικής εξόδου από τον εφιάλτη ή από τα αδιέξοδα.

Στο βιβλίο «10.516 μέρες, Ιστορία της νεοελληνικής Χίου: Πρώτη περίοδος 1912-1940» δεν θα σταματήσω όχι για κανένα άλλο λόγο αλλά γιατί χρειάζεται ειδική αναφορά. Οπότε μένω σε όσα με σαφήνεια το οπισθόφυλλο περιγράφει «Το βιβλίο γράφτηκε για να είναι κατ’ αρχήν ένα ευχάριστο ανάγνωσμα και αποτελεί σύνθεση ενός μεγάλου αριθμού πληροφοριών για την πολιτική, την εκκλησία, τον πολιτισμό, τον αθλητισμό. την κοινωνία, τον πόλεμο, την προσφυγιά, την ανάπτυξη, τις υπηρεσίες και γενικά για όλους τους τομείς της ιστορικής καθημερινότητας. Πληροφορίες που κατά το πλείστο συλλέχθηκαν από τη μακροχρόνια μελέτη των έντεκα χιλιάδων διακοσίων πενήντα φύλλων, τα οποία κυκλοφόρησαν οι τοπικές εφημερίδες, καταγράφοντας μέρα προς μέρα την Ιστορία στη γέννηση της».

ΠΑΡΕΚΒΑΣΗ

Πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από αυτές τις δημοσιεύσεις, ο περίεργος αυτός τύπος -όπως τον αντιλαμβάνονται- «τυγχάνει» παρακολουθήσεων και παρενοχλήσεων από την Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών. Γνωρίζουμε, βέβαια, ότι η κινητικότητα στην μεθόριο καταγράφεται παλαιόθεν, με την ίδια σπουδή που καταγράφεται στην ενδοχώρα και, φυσικά, το κέντρο. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη ακόμη κι αν όλα δείχνουν ότι πάνε όπως πρέπει, οι υπηρεσίες, κρατούν ημερολόγιο της προσωπικής εξέλιξης, των σχέσεων και αν είναι δυνατόν των σκέψεων ενός εκάστου, ειδικότερα αυτού που βγαίνει από την νόρμα. Δεν είναι και για ξάφνιασμα όλα αυτά. Γνωστό είναι πως ο Μυριβήλης ανασκεύασε το περιεχόμενο μυθιστορημάτων του για να γίνει δεκτός και επιπλέον να βραβευθεί. Ο Μακριδάκης, έχει διηγηθεί την προσωπική του περιπέτεια, ωστόσο, έχω την εντύπωση πώς αρχικά όλα αυτά έγιναν αποδεκτά σαν φανταστικό καρύκευμα, μια ακόμη μυθοπλασία ή ονειροφαντασιά, που επιτρέπεται εν είδη σκανταλιάς σε έναν συγγραφέα, αφού το «επεισόδιο» ντύνει με λίγο μυστήριο την κατεβασιά του στο τερέν του δημόσιου βίου. Λίγοι κατάλαβαν πόσο σοβαρά ήταν τα περιστατικά και ότι διόλου διασκεδαστικά δεν είναι.

Το πώς φτάνει ο Μακριδάκης στη χώρα τους μυθιστορήματος λίγο πολύ επίσης το έχει διηγηθεί ήδη σε συνεντεύξεις του. Η γόμωση, όμως, υπήρχε ενισχυμένη από την δουλειά του στο Κέντρο Μελετών, με το όνομα Πελινναίο (το μεγαλύτερο βουνό της Χίου).

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

Ο «Ανάμισης ντενεκές» τον βάζει στο κατόπι του ήρωά του, Πέτικα , όπως και το επόμενο «Η δεξιά τσέπη του ράσου» που τον βγάζουν από την «βουβαμάρα» της περιφέρειας, την στιγμή μάλιστα που η χώρα ετοιμάζεται να εισέλθει στην πυρίκαυστο των μνημονίων.

Κι έτσι ο «Ανάμισης ντενεκές» γράφτηκε για έναν φονιά που έγινε θρύλος, ενώ «Η δεξιά τσέπη του ράσου» γράφεται για την τοποθεσία που βρίσκεται το μοναστήρι όπου ζει ο μοναχός Βικέντιος και επειδή εκείνες τις μέρες είχε πεθάνει ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Έτσι προκύπτει αυτό που θα ονομάσω «πολεμική καταγραφή» της μοναξιάς, της καλογερικής αλλά και, εν τω βάθη, των εγκοσμίων. Ταυτοχρόνως, η συνείδηση πως βαδίζουμε στη ζωή με αυτό που ο καθείς έχει στην τσέπη του ράσου ή παντελονιού του, συντροφιά, ζεστασιά, γαλήνη και τρυφερότητα ή σκληρότητα κοφτερή σαν χαρτονόμισμα φρεσκοτυπωμένο στην τσέπη ο καθείς φυλάει τις αξίες του. Υποστηρίζω, εν ολίγοις, ότι ο Μακριδάκης έχοντας μάθει από τους Συρματένιους πώς φτιάχνεται ένα μέσο, αυτός, βρήκε ή τον βρήκε το μυθιστόρημα.

Το 2010 ο Μακριδάκης «πυροβατεί». Εκδίδει μια νουβέλα, ένα μυθιστόρημα και ξαναβγάζει τους Συρματένιους. Μοιάζει να βιάζεται να κάνει όσα δεν έχει κάνει μέχρι τώρα.

Εκδίδεται το «Λαγού μαλλί», νουβέλα, στην οποία ο συγγραφέας βγαίνει για ψάρεμα κάνοντας χρήση της τοπικής ιδιολέκτου των ψαράδων ενώ, όπως και στη Δεξιά Τσέπη βάζει στο φόντο περιστατικά του τρέχοντος βίου, εδώ, την ανακοίνωση από τον πρωθυπουργό της ένταξης της χώρας στο ΔΝΤ, που έγινε στο Καστελόριζο ανήμερα Αγίου Γεωργίου και τους νεκρούς της Μαρφίν δώδεκα μέρες αργότερα. Η γόμωση του Μακριδάκη πυροδοτείται από το καψούλι της επικαιρότητας. Τα γεγονότα αυτά συμπίπτουν με τον θάνατο του «του καπτα-Σίμου του Σφαντού» στα ανοικτά της Χίου.  Νομίζω ότι στο Λαγού Μαλλί η ιδέα της αναμέτρησης των παλιακών μεθόδων με τις ξομπλιασμένες μεν, προσοδοφόρες όμως, σύγχρονες, θέμα που θα διαπραγματευτώ στην συνέχεια, αποκτούν γεννήτορα μύθο. Μέσα σε τούτη την δημιουργική κοσμογονία κάποιοι ενοχλούνται αλλά, λένε ότι ζορίζονται από τα Χιώτικα που χρησιμοποιεί υπερβολικά στα γραπτά του και από το «ανακάτεμα» του συγγραφέα με τα τρέχοντα του βίου. Μοιάζει να μην τον θέλουν ήδη μες στα πόδια τους, τον προτιμούν μια κιτρινισμένη καρτ ποσταλ, σε ριζόρτ της Χίου, κι αν θέλει να κοπανάει όσα μοχίτο θέλει, έστω, βάζοντας μέσα μαστίχα. Του τα λένε όμως ευγενικά, τον συμβουλεύουν… να βάλει μυαλό.

Στο «Ηλιος με δόντια» θέμα του είναι ένα ιστορικό γεγονός. Φυσικά κι αυτό έχει συμβεί στη Χίο. Στις 7 Φεβρουαρίου 1944, μας λέει ο ίδιος ο Μακριδάκης, ημέρα Δευτέρα και ώρα 11.45 το πρωί, έξι αγγλικά αεροπλάνα βομβάρδισαν το αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Χίου σουηδικό πλοίο «Βίριλ», που μετέφερε για λογαριασμό του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού σιτάρι και άλλα τρόφιμα. Ο απολογισμός ήταν 16 νεκροί και περί τους 60 τραυματίες. Πέντε από τους μυθιστορηματικούς ήρωες ήταν ανάμεσα στους νεκρούς. Όπως, όμως, διευκρινίζει ο συγγραφέας, μόνο τρεις αντιστοιχούν σε αληθινά πρόσωπα: ο σουηδός αντιπρόσωπος του Ερυθρού Σταυρού στη Χίο, ο γερμανός φρούραρχος και ένας μικροπωλητής, που ανήκε σε μια μικρή αλλά δραστήρια αντιστασιακή ομάδα. Τρεις εβδομάδες μετά τον εορτασμό της 66ης επετείου κυκλοφόρησε το βιβλίο, δίνοντας μια εκδοχή για τα αίτια του λάθους των συμμαχικών δυνάμεων. Πώς έγινε και οι Εγγλέζοι βομβάρδισαν πλοίο του Ερυθρού Σταυρού; Τα τρία τέταρτα του βιβλίου είναι ένας μονόλογος. Ανδρός θηλυπρεπούς και ιερωμένου που μονολογεί στον καθρέφτη του, διηγείται ξανά και ξανά τη ζωή του σαν να παίζει με το κομποσκοίνι του αναζητώντας συγχώρεση, καταφυγή, ή απαντήσεις για ένα έγκλημα που δεν έχει κάνει για μια ευθύνη που δεν είναι δική του. (Καταγράφω  και μια απορία, για την εκδηλωμένη μέσα σε ένα χρόνο, πολυπραγμοσύνη του Μακριδάκη).

Οπότε το 2011 κυκλοφορεί το μυθιστόρημα «Η άλωση της Κωνσταντίας» για να επιτείνει τη  αμηχανία όσων είχαν υποδεχθεί τον συγγραφέα μας με ζητωκραυγές και σε ένα βράδυ παραλίγο να τον θάψουν. Στο μυθιστόρημα, η Κωσταντία, Ρωμιά της Κωνσταντινούπολης μαθαίνει ότι η κόρη της έχει παντρευτεί στη Χίο, τον Γιάννη ο οποίος αποδεικνύεται ότι είναι Τούρκος. Ο Γιάννης, της διηγείται σε ένα μακροσκελέστατο γράμμα πώς ανακάλυψε και ο ίδιος ότι ο πατέρας του ήταν Τούρκος. Η Κωσταντία μέσα σε ένα βράδυ μαζί με μια φιλενάδα της πρέπει να αντιμετωπίσει όλες τις εθνικές και θρησκευτικές προκαταλήψεις για τον Άλλον. Το υπό διαπραγμάτευση θέμα είναι μεηνστρημ, όχι ακριβώς στην λογική Μακριδάκη, αλλά δεν είναι λίγες οι φορές που οι αναγνώστες καταλαβαίνουν όχι αυτά που λέει ο συγγραφέας αλλά αυτά που υποβάλλουν οι αναλυτές των γραπτών του.

(Μια άλλη φορά θα άξιζε να μπούμε στα φιλολογικά τεχνικά χαρακτηριστικά της γραφής του Μακριδάκη αλλά θα ήταν κρίμα κι άδικο να φάω το ψωμάκι των φιλολόγων και κριτικών)

Στο «ζουμί του πετεινού» ο Μακριδάκης μυθιστοροποιεί την στάση ζωής του, γράφει ένα μανιφέστο, μια απάντηση στην οικονομική κρίση, τα ψυχολογικά αδιέξοδα, ξαναδίνει αξία στο παραγνωρισμένο και ξεχασμένο, βουτάει στις δυνατότητες αυτάρκειας της γης και της θάλασσας, στην απλότητα, στην καλογερική μόνωση και τον παπαδιαμαντικό κλήρο, κόντρα στο υπερθέαμα των καναλιών και τον καταναγκασμό του άρρωστου φαντασιακού, τόσο σε πολιτικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Ο ήρωάς του Παναγής και η γυναίκα του Θεοδοσία συντηρούν και συντηρούνται από το κτηματάκι τους. Το βιβλίο πάσχει ή υπερτερεί σε βραδύτητα, υποβάλλει στωικότητα, είναι μια σύγχρονη παραφθορά των Περσικών Επιστολών, ένας Άλλος βλέπει τον κόσμο μας και η ματιά του, η θέση και στάση του προεικονίζουν την δυνατότητα ύπαρξης ενός άλλου κόσμου που δεν έχει σχέση με τον δικό μας. Η πλοκή του βιβλίου δεν οδηγεί πουθενά, είναι μια επικούρεια παραδοχή ενός τέλους για το οποίο δεν αξίζει να στενοχωριέσαι, ούτε να προσδοκείς κάτι παραπάνω, έναν παράδεισο ή να φοβάσαι μια κόλαση.

Εις επίρρωση όλων αυτών την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί «Του Θεού το μάτι» μια ευθεία βολή κατά της πολιτικής τύφλωσης των μεταπολιτευτικών χρόνων, ένας μονόλογος στα όρια του παραληρήματος, καθώς ο Πεπόνας αναθεωρεί όλα όσα έζησε ξορκίζοντας τα ή ζητώντας συγχώρεση από το σκιάχτρο Διομήδη όπως απέναντι στον καθρέφτη προσπαθούσε να βρει απάντηση και λύτρωση ο παπάς στο «Ήλιος με δόντια». Έχω την εντύπωση ότι, επιτηρητής και επιτηρούμενος, είναι ο ίδιος ο συγγραφέας ο οποίος, καταγγέλλοντας τις πελατειακές σχέσεις εξηγεί και δικαιολογεί την μοναξιά του, την μόνωσή του και την οργισμένη καταγγελία του. Σκιάχτρο είναι ολόκληρη η χώρα και το παρελθόν της.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σαν επίλογο θα ήθελα να καταθέσω μόνο μερικές σκόρπιες σκέψεις, υλικό για περαιτέρω επεξεργασία στο μέλλον ή άνοιγμα της συζήτησης επί του παρόντος.

Το «πρόβλημα» με τις ιδέες και τα βιβλία του Μακριδάκη –για τα οποία του επιτίθενται, τον ειρωνεύονται ή και τον χλευάζουν- δεν είναι ότι προτείνει μια επιστροφή σε ένα παρελθόν αλλά ότι δια αυτής της μεθόδου καταδεικνύει τα κενά της καλπάζουσας ανάπτυξης, της επιδίωξης μιας αειθαλούς ευμάρειας. Αυτό είναι το πιο δυνατό σημείο της φιλοσοφίας του και της ιδεολογίας του. Ο Μακριδάκης όμως, επιπλέον, δεν ζει αποτραβηγμένος σαν τον Χρόνη Μίσσιο, δεν είναι ένας απόμαχος, αλλά βρίσκεται καθημερινά διαρκώς μπλεγμένος ακόμη και … στις περιφερειακές εχθροπραξίες. Και γι αυτό έχει σήμερα στοχοποιηθεί.

Η πρότασή του για επιστροφή σε μια αγροτικού τύπου Αρκαδία, που την υπερασπίζει με άρθρα και μυθιστορήματα, προϋποθέτει απαντήσεις, προσωπικές και συλλογικές, σε δύο ερωτήματα: αν θέλεις και αν μπορείς να κάνεις και (για) να ζήσεις με αυτό που θέλεις. Αδυναμία της θεωρίας ήταν πάντα η δυνατότητα της να γίνει πράξη. Να βρεθούν άνθρωποι που να πιστέψουν και να προσπαθήσουν. Να μπορούν να σηκώσουν κεφάλι αν αποτύχουν. Να βρουν τα κενά και τις αστοχίες και να τις διορθώσουν.

Έχω την εντύπωση πως όσα λέει ο Μακριδάκης  απευθύνονται πρώτα σε όσους σήμερα ζουν σε αυτό που οι αστοί λένε επαρχία και λιγότερο σε αστούς που θέλουν να φύγουν. Θέλει να επαναφέρει την αυτοπεποίθηση σε όσους νομίζουν ότι βρίσκονται μακριά από κέντρα, ξεχασμένοι και δεινοπαθούντες.

Ο Μακριδάκης δέχεται ακραίες επιθέσεις και δεν νομίζω ότι αυτό γίνεται εξαιτίας της πρότασής του για επιστροφή σε μια φύση η οποία δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι έχει μείνει ανέγγιχτη από την επέλαση της «προόδου». Η πρόταση του το χειρότερο που έχει να αντιμετωπίσει είναι η απαξία.

Το ενοχλητικό όμως παραμένει η σχεδόν καθημερινή δράση του καθεαυτή. Δεν έχει σημασία αν θα νικήσει. Νόημα έχει η πρόκληση που απευθύνει. Κι αυτή ανατρέπει στερεότυπα, δημιουργεί αμφιβολίες, ξεβολεύει. Οι πετυχημένοι συγγραφείς πρέπει να κάθονται πάνω στα βαμμένα –συχνά πυκνά από την τέχνη της προώθησης- αβγουλάκια τους και να κλωσούν αμέριμνοι ακόμα κι αν αυτά τα αβγουλάκια είναι κλούβια. Αν δεν είναι χαζοί μπορούν για το καλό τους να παίζουν τους χαζούς, τους μπλαζέ, τους σνομπ ακόμη και τους κομπλεξικούς, αρκεί να μην μπερδεύονται στα πόδια της εξουσίας, εκτός, και η εξουσία τους χρειάζεται ως διακοσμητικά στην μπερζέρα της.

Ο Μακριδάκης, για μερικούς, έπρεπε να κάθεται στη Χίο και να κάνει δηλώσεις μόνο το Πάσχα στη διάρκεια του ρουκετοπόλεμου των ενοριών. Να φωτογραφίζεται με μαστιχοπαραγωγούς. Και να γράφει τις ηθογραφίες του.

Όταν αρχίζει τις ηθογραφίες του στην αρθρογραφία, να μπλέκει με την πολιτική και να ξιφομαχεί για αρχές της αριστεράς και της προόδου, όπως αυτός εννοεί και την αριστερά και την πρόοδο, τότε, λένε, προδίδει τα μυθιστορήματά του. Αν συμφωνούσε με την κοινή γραμμή τότε θα τον αγαπούσαν.

Αυτοί που του επιτίθενται, δύο χωριστοί τύποι, συναρθρώνονται με ευκολία σε έναν, όταν χρειάζεται. Οι πρώτοι θέλουν το έργο τέχνης κλεισμένο στο ερμητικό του μεγαλείο και ορίζουν ως υπέρτατη αξία το στυλ. Οι δεύτεροι κραυγάζουν κατά των αγρο-θεωριών του. Ούτε η πρόταση του Μακριδάκη είναι καινοφανής, ούτε οι επιθέσεις εναντίον του παράξενες. Ο Γουστάβος Φλωμπέρ στο Σαλαμπό ορίζει (και υπάρχουν κι άλλα έργα που διαπραγματεύονται το ζήτημα) ξεκάθαρα, μιλώντας για τον θρίαμβο της βιομηχανικής επανάστασης, ότι η άγρια ελευθερία της Καρχηδόνας είναι καταδικασμένη από την Ιστορία. Είναι μια νεκρόπολη και τίποτα άλλο. Η Ρώμη είναι το μέλλον. Ωστόσο, οι θριαμβευτές ρωμαίοι του Φλομπέρ, είναι οι σημερινοί στυγνοί έμποροι και οι τα ξιπασμένα στελέχη των οικονομικών κολοσσών. Πολλά μπορεί να πει κανείς για το θέμα, και είμαι υπομονετικός για να τα ακούσω, αλλά πάει πολύ και ξεπερνάει κάθε όριο, να θέλει το Κτήνος, εκτός όλων των άλλων, να ορίσει και το λογοτεχνικό στυλ ή και το ύφος του συγγραφέα αλλά και την προσωπική του στάση.

Λένε ευθέως στον Μακριδάκη: κάθισε και δίνε συνταγές για κόκορα κρασάτο, τα άλλα μας μπερδεύουν. Πίσω από κάθε σελίδα μυθιστορήματος διαβάζουμε και ένα άρθρο, οπότε, μας κυνηγάει μια υποχρέωση. Γύρνα στον θρόνο σου, μην  λερώνεσαι με την καθημερινότητα, εξάλλου, είσαι μακριά από τα κέντρα εξουσίας.

Τα Κέντρα, δεν θέλουν, γενικώς, διανοούμενους να μπλέκουν στα πόδια τους, δεν θέλουν φωνακλάδες «επαρχιώτες». Αν βέβαια οι «επαρχιώτες» είναι καθώς πρέπει, πάνε με τον νόμο και την τάξη, τότε οι φυλλάδες θα αναλάβουν να υμνήσουν την εγκράτεια και την σωφροσύνη της Επαρχίας.

Τα Κέντρα θέλουν συγγραφείς – μοναχούς. Να κάθονται στα φροντισμένα κελιά τους, να τους επισκέπτονται κυρίες στη σχόλη τους, να τους δίνουν άφεση αμαρτιών και ύστερα να επιστρέφουν στα σπίτια τους για καινούργιες αμαρτίες. Χωρίς τις αμαρτίες των αστών οι καλόγεροι θα μένανε χωρίς δουλειά και οι συγγραφείς χωρίς αναγνώστες. Αξίζει λοιπόν, είναι ανάγκη στους καιρούς μας, να φωτιστεί, πέρα από την συγγραφική ικανότητα του Μακριδάκη, το θάρρος και η ευψυχία του να μην  δεχθεί την εξαγορά του, με το χαρτζιλίκι του ευπώλητου.

 

Be Sociable, Share!

One thought on “Από την εκδήλωση στην ΕΡΤ3

  1. Χαίρομαι ιδιαίτερα που δυο αγαπημένοι μου φίλοι βρίσκονται και ενεργοποιούν σκέψεις και συναισθήματα.
    Ο Γιάννης Μακριδάκης, φίλος διαδικτυακός, εξ αποστάσεως και μαγιά της ύπαρξής μου και ο Απόστολος Λυκεσάς, τροφοδότης ενημέρωσης και εμψυχωτής, εδώ και χρόνια μέσα από τα ερτζιανά και τον τύπο.
    Λυπάμαι που δεν μπόρεσα να βρεθώ στον πυρήνα της συνάντησης, χαίρομαι που το έμαθα με αυτόν τον τρόπο.
    Συμπράξεις σαν και αυτή, δημιουργούν εστίες ανθρωπιάς και δημιουργίας μιας άλλης ζωής, γεμάτη ουσία και νόημα.
    Ευχαριστώ πολύ και τους δυό σας για όλα!
    Καλή χρονιά!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>