Η ζωή και η διαπραγμάτευση

Σήμερα έκοψα τις πρώτες αγκινάρες. Μόλις τις είδα πρωί πρωί να ξεπετάγονται μέσα από την υπερπαραγωγή φύλλων της αγκιναριάς, τις ονειρεύτηκα με κρεμμυδάκι, φρέσκα κουκιά, λαδολέμονο και μάραθο, μάλαθρο το λέμε εδώ, στην κατσαρόλα.

Οι κουκιές έχουν αρχίσει εδώ και μερικές μέρες να δίνουν τον πολύτιμο και πεντανόστιμο καρπό τους. Τις πλησίασα και ξεδιάλεξα κάμποσα από τα μεγαλύτερα και πιο παχουλά κουκιά. Έβγαλα και δυο φρέσκα κρεμμυδάκια από την αράδα τους και τα ‘χωσα όλα μαζί στο καλάθι.

Ύστερα βγήκα μια βόλτα στις όχθες του χείμαρρου κι ανάμεσα στις μυρωδιές της άνοιξης και το φουρφούρισμα ενός ερωδιού που τρόμαξε όπως καθόταν μες την πυκνή φυλλωσιά κάποιου χαμηλού δέντρου και πέταξε με τόση απλότητα και χάρη πάνω από το κεφάλι μου, τσίμπισα τρυφερές κορφές από τα μάλαθρα που φυτρώνουν παντού και κατακλύζουν το τοπίο.

Στον γυρισμό για το σπίτι πέρασα από το περιβόλι κι έκοψα λεμόνια. Όλο το γεύμα ήταν πλέον στο καλάθι, εκτός από το ελαιόλαδο, που βρίσκεται εδώ και μήνες στη θέση του. Καμιά επαφή με τις αγορές, καμιά σχέση με το χρήμα.

Ανηφόριζα κατά το χωριό και ένιωθα πόσο όμορφη, απλή και άδολη είναι η ζωή δίχως τη χρήση και το άγχος του χρήματος. Πόσα σου δίνει απλόχερα η φύση γύρω σου χωρίς να σου ζητάει τίποτα παρά μόνο να νιώθεις ότι είσαι μέρος της, να νιώθεις ένα πλάσμα σαν όλα τα άλλα κι εσύ.

Περπατούσα και σκεφτόμουνα πώς είναι δυνατόν να έχει γίνει έτσι ο άνθρωπος. Να έχει μεταλλαχθεί τόσο, να έχει γίνει τόσο αμόρφωτος σπουδάζοντας, και να μην περνάει από το μυαλό του ούτε στιγμή μες στην καθημερινότητά του πως είναι και ο ίδιος αναλώσιμος οργανισμός της φύσης, πως από αυτήν τρέφεται, από αυτήν ζει, σε αυτήν επιστρέφει για θρέψει άλλα φυτά και ζωντανά με το σαρκίο του. Πώς είναι δυνατόν να σπαταλάει τη ζωή του ασχολούμενος με το χρήμα. Πώς είναι δυνατόν να μην ξέρει πια, ύστερα από τόσα χρόνια πάνω στη γη, πως το χρήμα δεν είναι φυσικός πόρος και δεν μπορεί όλα να του τα εξασφαλίσει αν δεν φροντίζει διαρκώς ο ίδιος να υπάρχουν, να μην τα καταστρέφει, να μην καταστρέφει αυτό που τον κρατάει στη ζωή. Πώς είναι δυνατόν, σκεφτόμουνα, να έχει πάρει τόσο σοβαρά τον εαυτό του ο άνθρωπος.

Έφτασα σπίτι κι έβαλα πάνω την κατσαρόλα. Μοσχομύρισε ο κόσμος σε λίγα λεπτά. Κι ύστερα κάθισα να ενημερωθώ από το διαδίκτυο. Στέλεχος της Τρόικας, διάβασα, 38χρονος Ιταλός, διαπρεπής οικονομολόγος υπέστη βαρύ εγκεφαλικό κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Να είχε φάει ποτέ του αγκινάρες με φρέσκα κουκιά και μάλαθρο ο καψερός άραγε; Να είχε άραγε αίσθηση τι σημαίνει άνοιξη; Να είχε θαυμάσει ποτέ του το πέταγμα του ερωδιού πάνω από το κεφάλι του; Να είχε άραγε σκεφτεί ποτέ του πως είναι άνθρωπος που μπορεί την επόμενη στιγμή να πεθάνει; Υποψιάζομαι πως όχι. Διότι προφανώς είχε το νου του από μικρός στις σοβαρές σπουδές μετάλλαξης του ανθρώπου σε άτομο και κατόπιν στις ακόμα πιο σοβαρές οικονομικές διαπραγματεύσεις. Είχε το νου του συνεχώς στην καριέρα και στο χρήμα που προφανώς έρεε άφθονο ως αμοιβή για τον εαυτό του που νοίκιαζε στις Αγορές. Είχε το νου του στην εξασφάλιση του μέλλοντός του και όχι στο βίωμα του παρόντος του. Είχε το νου να πάρει μια μέρα σύνταξη και να ζήσει σαν άνθρωπος.

Και μάλλον έτρωγε κάθε μέρα στα διαλείμματα της σοβαρής εργασίας του, με το κοστούμι και τη γραβάτα μισολυμένη, ό,τι του δίνανε αυτοί που τους πλήρωνε με χρήμα για να τον κρατάνε στη ζωή να δουλεύει. Πετυχημένος απόλυτα. Περαστικά του του παλικαριού. Ίσως να δει τη ζωή τώρα. Και όχι τη διαπραγμάτευση.

Be Sociable, Share!

3 thoughts on “Η ζωή και η διαπραγμάτευση

  1. ”αραιά και που πρέπει να κάνουμε ένα λουτρό τάφου..
    τότε μαθαίνεις να μετράς
    μαθαίνεις να μιλάς, μαθαίνεις να είσαι…χώμα,
    ένα λησμονημένο επίθετο”
    π.νερουδα

    αυτό μου θύμισες
    το αγαπημένο μου φαγητό…θα θελα να’μαι στο τραπέζι σου σήμερα!
    χαιρετισμους :D

  2. τόσο “ζωντανό” κείμενο που οι “αγγινάρες” ήδη “είναι” στο τραπέζι μου…κ οι “μυρωδιές” της κατσαρόλας με προϊδεάζουν θετικά για την πανδαισία της γεύσης…ποιές τρόικες κ ποιές διαπραγματεύσεις;…”ξεχνιούνται” όλα με την μία…καλησπέρα…!!!!

  3. Εμένα μου θύμισε ένα άλλο ποίημα, του Ξυλοκαστρίτη Τάκη Μιχόπουλου.

    ΑΘΑΝΑΤΟΣ
    Λες κι αθάνατος
    κουβεντιάζει για μαγαζιά και οικόπεδα
    έτσι αγοράζει
    κι έτσι πουλάει
    λες κι αθάνατος
    Περνάει το πρόσωπό του
    και μπόχα με παίρνει θανάτου

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>