Ο φίλος μου ο Κ.

Ο Κ. είναι ένας άνθρωπος ιδιαίτερος. Διαβάζει λογοτεχνία, είναι κοινωνικά πολύ ενεργός και μιλάει πολύ ελκυστικά, με όλο του το κορμί, αφού ο τρόπος που εκφέρει τον λόγο είναι βαθύς και συνοδεύεται πάντα με κινήσεις επεξηγηματικές και περιγραφικές των χεριών του.
Χθες βράδυ γυρνούσαμε μαζί προς τα σπίτια μας και είδαμε ένα παιδί να κοιμάται τυλιγμένο σε δυο κουβέρτες μπροστά στον μασούτη στην αγίας σοφίας. Όσην ώρα ανηφορίζαμε, ο Κ. σκεφτόταν το παιδί αυτό κι ένιωθε ενοχές. Αναρωτιόταν τι θα μπορούσαμε να κάναμε, τι δομές θα μπορούσε να φτιάξει ο δήμος, αν θα μπορούσαμε να ειδοποιήσουμε κάποια μκο και να τον φροντίσει σε περίπτωση που ήταν ασυνόδευτο προσφυγόπουλο, αν πήγαινε πίσω να τον ξυπνήσει και να τον πάρει στο σπίτι του, αλλά τι, για μια νύχτα μόνο, τι νόημα έχει για μια νύχτα, μονολογούσε δίπλα μου και έθετε τέτοιες σκέψεις και προβληματισμούς ώσπου αποχωριστήκαμε.
Μισή ώρα αργότερα χτύπησε το τηλέφωνό μου και ήταν ο Κ. Με κλέψανε, μου λέει. Γύρισα σπίτι και είχαν μπει μέσα, μου πήραν κάποια λίγα χρήματα. Τους είχε δει τους κλέφτες. Την ώρα που γύρισε, αυτοί έφευγαν. Τους κατάλαβε κατόπιν. Ήτανε κάτι παιδιά, το πολύ είκοσι χρονών.
Σήμερα το πρωί του τηλεφώνησα να δω πώς πέρασε τη νύχτα του μετά από τον ψυχολογικό αυτόν βιασμό που είχε δεχτεί. Τον άκουσα ευδιάθετο. Δεν σου κρύβω, μου λέει, ότι τους καταράστηκα σε μια στιγμή τους κλέφτες. Αλλά κατόπιν το ξανασκέφτηκα και είπα ποιος ξέρει τι βία θα έχουν δεχτεί κι αυτά τα παιδιά, για να βγουν να κλέβουν. Σκέφτηκα και ότι δεν μου είχαν πειράξει τίποτε άλλο μες στο σπίτι, μόνο τα λεφτά πήρανε, δεν μου είχαν αναστατώσει τα βιβλία, έλεγε ο Κ. και ήταν πολύ ήρεμος, σαν ευχαριστημένος. Μπορεί, είπε σε λίγο, να είδαν τα βιβλία και να τα σεβάστηκαν, παιδιά ήταν. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του κι εμένα ότι μπορεί κι έτσι να ‘γινε, προσπάθησε να βάλει μία ακόμη πινελιά συμπάθειας στους κλέφτες του σπιτιού του. Έτσι δε είναι, με ρώτησε στο τέλος. Αφού μπορούσαν να το κάνουν άνω κάτω το σπίτι, να σκίσουν βιβλία, να τα πετάξουν κάτω, δεν μπορούσαν; Αλλά δεν κάνανε τίποτα, μόνο τα λεφτά πήρανε, που είχα πάνω στο τραπέζι, μετακίνησαν έτσι λίγο, ίσα-ίσα και κάτι βιβλία που είχα εκεί και φύγανε.
Απέμεινε λίγο σκεπτικός.
Άλλη φορά τα λεφτά θα τα κρύβω μες στα βιβλία άμα φεύγω από το σπίτι, απεφάνθη. Μέσα στον Παλαμά θα τα βάζω. Όπως έκανε ο Καρούζος. Για να τα αυγατίσει ο Παλαμάς, έτσι έλεγε ο Καρούζος, που δεν ήταν πλούσιος κι αυτός, όπως κι εγώ, έτσι μου είπε ο Κ. κι έφυγε να πάει Κυριακή στο χωριό του χωρίς ίχνος αγανάκτησης για τους κλέφτες μέσα του.
Be Sociable, Share!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>