Το μικρό θαύμα μιας αφήγησης

 

 

Με έναν βαθύ εσωτερικό ρυθμό, σαν το βουβό κύμα που δονεί τα καράβια μεσοπέλαγα, ο Γιώργης Πέτικας αφηγήθηκε τη μυθική ιστορία της ζωής του. Μέσα από το στόμα και το σώμα του Χάρη Χαραλάμπους. Που μοιάζει να συνάντησε τους αρχαίους αοιδούς και τους παλιούς παραμυθάδες αντλώντας από την τέχνη τους, τα μυστικά και την γοητεία της αφήγησης και της απαγγελίας τους.

Ο Ανάμισης Ντενεκές παρέμεινε ένα μικρό θαύμα γραφής, αφήγησης αλλά και αξιοζήλευτης θεατρικότητας στην παράσταση που σκηνοθέτησε με την πίστη στα λιγοστά και ταπεινά, μερικούς ντενεκέδες, μία σκάλα και μια πατατούκα, τη δύναμη ενός φτωχού θεάτρου δηλαδή, η Μαρία Αιγινίτου. Που χωρίς να σπάσει το κουκούτσι στο μύλο του λιοτριβιού, κατάφερε να απελευθερώσει τους πολύτιμους χυμούς του. Κρατώντας την βαθιά ουσία από μια τρικυμιώδη αφήγηση. Όπως η ζωή του ίδιου του ήρωα. Ενός ανθρώπου που έζησε σαν μοναχικός λύκος και σαν σκιά, που έγινε θρύλος, φόβος και τρόμος των χωροφυλάκων και ο φυγόδικος που διέφευγε για χρόνια χωμένος στην τραγιάσκα του.
Η παράσταση, που θα παίζεται εκ νέου φέτος κάθε Πέμπτη στο Θέατρο Φούρνος της οδού Μαυρομιχάλη, μέσα από τον αφηγηματικό στεναγμό του Χάρη Χαραλάμπους ζωντανεύει με γοητευτικό τρόπο την ιστορία, τις εικόνες, τα πρόσωπα. Αφήνει να διαπεράσει την ατμόσφαιρα ακόμη και η υγρασία από τα βουνά, τους λόγγους και τις σπηλιές που κατέφυγε ο ήρωας. Κρατώντας τα ουσιώδη. Χωρίς να ξεφεύγει από το πλαίσιο μιας πετυχημένης και αυστηρής επιλογής υλικού, βασισμένης σε αρχές και έναν προσωπικό κώδικα αδιαπραγμάτευτο. Όπως η γραφή του Μακριδάκη και όπως η ζωή του Πέτικα.

Μάνια Ζούση

Διασκευή: Μ. Αιγινίτου – Χ. Χαραλάμπους
Σκηνοθεσία: Μαρία Αιγινίτου
Μουσική: Σωτήρης Καστάνης
Φωτισμοί: Αποστόλης Τσατσάκος
Ερμηνεία: Χάρης Χαραλάμπους

Παραστάσεις κάθε Πέμπτη στις 21:00, μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου.
Διάρκεια παράστασης : 90 λεπτά, χωρίς διάλειμμα.

Πηγή

Μια κριτική για το αγαπημένο μου (της β’ συγγραφικής περιόδου) Αντί Στεφάνου

 

Αντί Στεφάνου, Γιάννης Μακριδάκης, Εστία 2015

 

indexΤο πιο ενδιαφέρον σε αυτό το βιβλίο είναι μάλλον οι απόψεις που κυκλοφορούν για αυτό παρά το ίδιο αυτό καθ’ εαυτό. Δεν θέλω να πω πως δεν αξίζει. Ίσα-ίσα, πρόκειται για μια σπαρταριστή αφήγηση που καταφέρνει εκτός από το να κάνει τον αναγνώστη να γελάσει μέχρι δακρύων, να του περιγράψει διεσταλμένα και στο έπακρο κουσούρια της επαρχίας: το κουτσομπολιό ως πηγή ζωής και βασική ασχολία των κατοίκων, τα συνήθη στεγανά στην ιεραρχία του χωριού με τον παπά βασικό ρυθμιστή της κοινωνικής ζωής ή τον νεοπλουτισμό του μετανάστη που επιστρέφει στο χωριό του και όχι μόνον απαιτεί, αλλά και κερδίζει εξαιτίας των χρημάτων του κύρος μεταξύ των συντοπιτών του.

Φυσικά δεν μπορούσε να λείπει ο τρελός του χωριού, μονάχα που εδώ είναι αρκετά παραλλαγμένος. Ένας εμμονικός φυσιολάτρης με ακραία οικολογική συνείδηση, διαποτισμένος από παραδόσεις ανατολικών λαών -θρησκευτικές όσον αφορά στη στάση ζωής, αλλά και στην στάση του απέναντι στη φύση-, που φτάνει να θεωρεί απολύτως φυσικό να αφοδεύει στον τάφο της μάνας του για να λιπάνει το χώμα προκειμένου να φυτέψει πάνω του, μιας και εκείνη δεν έχει ακόμα λυώσει. Οι δε νεκροί κατ’ αυτόν, αν ήταν χορτοφάγοι όσο ζούσαν, χρησιμεύουν ως πρώτης τάξεως λίπασμα ακριβώς όπως και τα κόπρανά του. Ο δε «τρελός» του χωριού, χαιρετά σαν να μη συμβαίνει τίποτα, κάποια γυναίκα που τον συλλαμβάνει επ’ αυτοφόρω κατά την πράξη της αφόδευσης στον τάφο της μάνας του, που μόλις έχει θάψει ο ίδιος ως νεκροθάφτης! Ο Ντάγκλας Άνταμς του «Γυρίστε το γαλαξία με ώτο-στοπ» θα θαύμαζε τα κωμικά ευρήματα του Μακριδάκη, για να θέσει επί τάπητος θέματα οικολογικής συνείδησης παράλληλα με τη στενομυαλιά και τα στερεότυπα της τυπικής ελληνικής επαρχίας, της μπολιασμένης με τα δυτικά καταναλωτικά πρότυπα.

Αφηγητής, όπως αποκαλύπτεται προς το τέλος, ο θεολόγος καθηγητής του γυμνασίου, που προσπαθεί να είναι αντικειμενικός και ήπιος στην καταγραφή των συμβάντων, όπως ταιριάζει σε έναν άνθρωπο διχασμένο ανάμεσα στη λογική της επιστήμης και την πίστη. Βεβαίως δεν τολμά να υψώσει το ανάστημά του απέναντι στον παπά του χωριού, ούτε να έρθει σε σύγκρουση με τους τοπικούς παράγοντες της κοινωνίας. Εν ολίγοις ναι μεν συμπαθεί το Στέφανο, όπως είναι το όνομα του πρωταγωνιστή, αλλά δεν τολμά να πάρει ανοιχτά το μέρος του. Και ούτε θα ήθελε, αφού ο οικολόγος ζει σε έναν τελείως μονόπλευρο κόσμο που δεν υπολογίζει παρά μόνο τις επιταγές της φύσης.

Αυτός λοιπόν, ο θεολόγος, αναλαμβάνει να διηγηθεί τα καθέκαστα σε μια γλώσσα αγκυλωμένη που παραπέμπει σε γραφειοκρατική σοβαροφάνεια άλλων εποχών, ακόμα και στη γλώσσα των σημερινών ιεραρχών της ορθοδοξίας, που οπωσδήποτε περιέχει στοιχεία καθαρεύουσας. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το πρόσχημα του θεολόγου για να δικαιολογήσει την ιδιότυπη για τα σημερινά δεδομένα γλώσσα του έργου του. Γιατί όμως αυτή να είναι τέτοια; Προσωπικά ως αναγνώστρια θεώρησα ότι έτσι επιτείνεται η κωμικότητα. Μια βαριά και δύσκαμπτη γλώσσα που ταίριαζε σε δημόσιες υπηρεσίες ή ταιριάζει μέχρι σήμερα στους επισκόπους της εκκλησίας, να χρησιμοποιείται για να παρουσιάσει κουτσομπολιά ή αφοδεύσεις! Η αντίθεση γλώσσας και περιεχομένου είναι τόσο εμφανής που μόνον εξ αυτού το γέλιο ρέει αυθόρμητα. Όσο για τις λαϊκές λέξεις που παρεισφρέουν, αυτές μας θυμίζουν το άτοπο της τρόπον τινά καθαρεύουσας για τις συγκεκριμένες περιγραφές και κάνουν τον αναγνώστη να ξεσπά σε ακόμα πιο τρανταχτά γέλια.

Έξοχος ο κυνισμός του χιούμορ στο Αντί Στεφάνου, βρίσκει απευθείας το στόχο του παρουσιάζοντάς μας με εξαιρετική ευστροφία και σαφήνεια τα θέματά του. Επιπλέον, εκτός από το ότι το κωμικό είναι ένα θαυμάσιο όχημα για να πει ο συγγραφέας αυτό που θέλει, είναι εύπεπτο, ευρέως αποδεκτό, γι’ αυτό και φαντάζομαι το βιβλίο πουλάει. Αν ήταν γραμμένο δίχως το τραβηγμένο και κυνικό χιούμορ, ίσως να μην είχε τόσο ευρεία απήχηση. Επανέρχομαι όμως σε ένα από τα ζητούμενα. Τι ακριβώς θέλει να μας πει ο συγγραφέας; Αρχικά υπέθεσα ότι σκοπός του ήταν μια τραβηγμένη και γι΄αυτό αστεία παρουσίαση των δυνάμεων που καθορίζουν την επαρχία. Από τη μια ο παπάς και οι συμπαραταγμένοι κοινωνικοί σχολιαστές, περιπτεράδες, κρεοπώλες και μπακάλισσες, μαζί βεβαίως με τον πλούσιο επαναπατρισμένο θείο εξ Αμερικής που διεκδικεί πλέον λόγω χρήματος γενναίο μερίδιο στο στίγμα του τόπου, από την άλλη ο εξίσου ακραίος οικολόγος που γεννήθηκε και κατοικεί στον τόπο του, αλλά προσπαθεί να ανατρέψει τα οικολογικά κυρίως δεδομένα δρώντας εσκεμμένα προκλητικά, ακόμα κι αν παρουσιάζεται ήρεμος και προσηνής. Στη μέση ο ουδέτερος ξένος, ο δάσκαλος που είναι περαστικός από τον τόπο, ήρθε για να φύγει και για αυτό λειτουργεί κυρίως ως καταγραφέας-πάντως δεν συμπαρατάσσεται με καμία πλευρά.

Είναι σίγουρο ότι ο ντόπιος οικολόγος δεν θα καταφέρει να πείσει κανέναν να τον ακολουθήσει στη στάση του απέναντι στη φύση, επειδή αδιαφορεί παντελώς για το κοινωνικό γίγνεσθαι. Μοναδικό του ενδιαφέρον η φυσική ζωή αυτή καθ’ εαυτή, ένα πολιτισμένο αγρίμι είναι λοιπόν, γι’αυτό και ζει απομονωμένος, γι’ αυτό και του φαίνεται φυσικό να χαιρετά καλόκαρδα τη γειτόνισσα που τον βλέπει να αφοδεύει. Η φύση πάνω απ’ όλα λοιπόν. Ένας καλόκαρδος αφελής ρομαντικός που έχει χάσει το παιχνίδι εξ αρχής, όσο σωστή και αν είναι η γενική του στάση στα της οικολογίας. Το όχημα του κωμικού που διάλεξε ο συγγραφέας δικαιολογεί απόλυτα τις τραβηγμένες καταστάσεις. Ακόμα κι αν είναι οπαδός της όποιας απομάκρυνσης και πλήρους αποστασιοποίησης από τα καταναλωτικά πρότυπα και επιστροφής στη φυσική ζωή, δικαιούται να κάνει χιούμορ με τη γραφικότητά του, όσο και με τη γραφικότητα των συντοπιτών του. Δεν φαντάζομαι βεβαίως ότι ο Μακριδάκης θα αφόδευε στην πραγματικότητα σαν να μην τρέχει τίποτα πάνω σε στον τάφο της μάνας του καλημερίζοντας τη γειτόνισσα, (αν και μάλλον μπορώ πολύ καλά να φανταστώ τους κατοίκους να χωριού να δρουν όπως ακριβώς παρουσιάζονται στο βιβλίο…). Ο γραφικός που το γνωρίζει ότι είναι τέτοιος στα μάτια των άλλων, σίγουρα μπορεί να διακωμωδήσει τον εαυτό του. Είναι άλλο πράγμα να ξέρεις ότι οι ιδέες σου φαντάζουν γραφικές για την κοινωνία-οπότε αποδέχεσαι το χαρακτηρισμό αποδυναμώνοντάς τον δια του χιούμορ-, κι άλλο πράγμα να το αγνοείς και να το εννοείς ότι υπερασπίζεσαι την περίφημη αφόδευση επί του τάφου. Το δεύτερο μου φαντάζει εντελώς αδύνατο.

Οι δε απόψεις περί ουμανισμού ή αναίρεσης του ουμανιστικού πνεύματος στο Αντί Στεφάνου, όπως διατυπώθηκαν στο φίλιο Βιβλιοκαφέ, μου φάνηκαν κάπως τραβηγμένες, αν και οπωσδήποτε σοβαρές και τροφή για περαιτέρω σκέψη. Στη συνέχεια μαθαίνοντας για την ακτιβιστική δράση του Μακριδάκη και το ιστολόγιό του, προβληματίστηκα: μήπως ο συγγραφέας εννοεί κάποια πράγματα; Όπως και να έχει, ένα βιβλίο, όταν εκδίδεται, φεύγει από τα χέρια του συγγραφέα και ακολουθεί τη δική του διαδραστική πορεία με τον αναγνώστη. Ο τελευταίος ίσως θα έπρεπε να το κρίνει αυτόνομα, δίχως πληροφορίες για το δημιουργό, εκτός αν έχει γραφεί σε κάποια άλλη εποχή, οπότε για να το κατανοήσει κανείς διαβάζοντάς το, μάλλον πρέπει να ανατρέξει και στην εποχή που το γέννησε και στα στοιχεία του ζωής του συγγραφέα. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει με το Αντί Στεφάνου, που είναι τοποθετημένο στη σύγχρονη εποχή. Γι’ αυτό και προτίμησα να το δω αυτόνομα, επιλέγοντας να αγνοήσω τα περί δράσης και ζωής του Μακριδάκη. Από αυτήν την άποψη, αν τυχόν ο συγγραφέας είχε κάποια πρόθεση να διακινήσει τις ιδέες του, ίσως είναι ευκαιρία για αυτόν να δει πόσο το πέτυχε και τι κατάφερε τελικά να περάσει στον ανεξάρτητο και ανεπηρέαστο αναγνώστη που επιμένει να αντιμετωπίζει το βιβλίο, το κάθε βιβλίο, ως κάτι που έφυγε δια παντός από τα χέρια του δημιουργού του και ακολουθεί το δικό του ανεξάρτητο δρόμο.

Εντύπωση μου έκαναν και οι απόψεις περί μιμήσεως του παπαδιαμαντικού ύφους, ή πιο εύστοχα του Ροΐδη όπως αυτές διατυπώθηκαν στην κριτική της Έλενας Μαρούτσου στο bookpress. Η γλώσσα σε συνδυασμό με το σκωπτικό αποτέλεσμα, οπωσδήποτε παραπέμπουν στο Ροΐδη και την Πάπισσα Ιωάννα, ή ακόμα και στο Βιζυηνό που διαθέτει περισσότερο από τον Παπαδιαμάντη στοιχεία κωμικότητας. Αλλά πέρα από ένα εύρημα που εξυπηρετεί τους σκοπούς του συγγραφέα με επιτυχία, δεν ξέρω αν θα έπρεπε να επιμείνει σε αυτό κανείς περισσότερο. Εξάλλου ο Ροΐδης, ο Βιζυηνός ή ο Παπαδιαμάντης, όταν γράφανε δεν είχαν κατά νου να χρησιμοποιήσουν μια γλώσσα άσχετη με την εποχή τους προκειμένου να επιτύχουν την αντίθεση με τα…πεζά και καθημερινά που περιγράφουν και να παράγουν εξ αυτού πρόσθετο γέλιο, όπως φρονώ ότι άκρως πετυχημένα κάνει ο Μακριδάκης.

Αν θα ξαναδιάβαζα Μακριδάκη; Ασφαλώς. Τόσο ευφυές και αυθεντικό χιούμορ δεν είναι εύκολο να βρεθεί. Και μάλιστα χιούμορ που πήγε τουλάχιστον αρκετά παραπέρα από την παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας, όπως έκανε ο Μάκης Τσίτας με το «Μάρτυς μου ο θεός». Ο Μακριδάκης, ευτυχώς, δεν κάνει καμία στροφή σε τραγικότητες που καπελώνουν και παγιδεύουν τον αναγνώστη, και γι΄αυτό όσο κι αν η δημοσιοποίηση της ιδεολογικής του δράσης προσπαθεί να καπελώσει το έργο του, αυτό παραμένει ανεξάρτητο.

Πηγή

Χριστούγεννα στον προσφυγικό καταυλισμό ΒΙΑΛ Χίου

Περισσότερα από 600 παιδιά προσφύγων και μεταναστών ζουν σε άθλιες συνθήκες στον καταυλισμό της ΒΙΑΛ στη Χίο. Σήμερα πήγαμε αρκετοί εθελοντές εκεί, άλλοι με τα τύμπανά τους, άλλοι ντυμένοι αγιοβασίληδες κι άλλοι για βοήθεια και συμπαράσταση, και τους μοιράσαμε δώρα μετά από ένα μικρό ρυθμικό δρώμενο.

Η κατάσταση στην ΒΙΑΛ είναι διαχρονικά τραγική φυσικά. Λασπουριά, σκηνές, ξυπόλητοι άνθρωποι και παιδιά ή με σαγιονάρες στα πόδια μες στο ψοφόκρυο και στην υγρασία. Το μισό κτίριο της ΒΙΑΛ το έχει ο Δήμος της Χίου για μεταφόρτωση ανακυκλώσιμων απορριμμάτων και βρομάει ο τόπος εκεί που ζουν οι άνθρωποι. Για να ακριβολογούμε έχουμε ένα παλιό βιομηχανικό κτίριο, το μισό του οποίου στεγάζει ανθρώπους και το άλλο μισό σκουπίδια χύδην. Απ’ έξω είναι στημένες οι τέντες για να στεγάζουν τους υπεράριθμους.

Καλά Χριστούγεννα

ΥΓ

Έξω από τον καταυλισμό σε απόσταση 500μ. πάνω στον κεντρικό δρόμο έχουν στήσει το πόστο τους κάτι ιεχωβάδες και κάνουν διαφήμιση του προιόντος τους στα αραβικά για να πιάσουν πελάτες μουσουλμάνους. Ρώτησα τον Σεζάν να μου πει τι γράφει ο τίτλος στο έντυπο που του είχαν διανείμει, και μου μετάφρασε εξ αραβικών στα αγγλικά Wake up, ξύπνα.

Ξανά καλά Χριστούγεννα

 

“ΌΛΑ ΓΙΑ ΚΑΛΌ”: Κριτική στο vivliocafe.gr

Αν λάβουμε τοις μετρητοίς τον τίτλο, πρέπει να αισιοδοξούμε. Πίσω απ’ την προσφυγιά, ανοίγεται μια νέα πατρίδα. Πίσω απ’ την προκατάληψη, μια ζεστή αγκαλιά. Πίσω απ’ τις δυσκολίες, νέες ευκαιρίες.

Γιάννης Μακριδάκης
“Όλα για καλό”
εκδόσεις Εστία -2017
Τ’ όνομα του Μακριδάκη συζητιέται στο Βιβλιοκαφέ όσο θυμάμαι την παρουσία μου εδώ. Ο Π.Φ. είχε γράψει ότι έχουμε διαβάσει όλα του τα βιβλία. Αν και δεν είμαι σίγουρη ότι εγώ όντως τάχω διαβάσει.
Κέντρο του τελευταίου βιβλίου του συγγραφέα δεν είναι οι μετανάστες-πρόσφυγες. Ούτε οι λεπροί. Είναι μάλλον οι προκαταλήψεις. Οι μετανάστες που είναι πάντα ένας μικρός μπελάς. Οι λεπροί που ακόμα και σήμερα θεωρούνται εξοβελιστέοι. Και μάλιστα οι απόγονοί τους δεκαετίες μετά θεωρούνται επίφοβοι φορείς της ασθένειας.
Ο αφηγητής Δημοσθένης ψάχνει να βρει αθόρυβα το νήμα για να βγει από έναν λαβύρινθο μυστικών. Ποιος είναι ο ξέπαπας Μιχάλης που βρίσκει θάνατο μια καταρρακτώδη νύχτα; Ήταν μήπως αυτοκτονία; Και η συμπαθής Κατερίνα που ήρθε εθελόντρια στο κέντρο μεταναστών τι τη συνδέει με το νησί; Κι ο ίδιος ο Δημοσθένης άθελά του θα γίνει φορέας ενός μυστικού που αφορά τη ζωή του. Η ιστορία που ξεκινά με τον θάνατο του Μιχάλη και τον θάνατο ενός πρόσφυγα συνεχίζεται σε ιστορίες που καλύπτουν κενά από το παρελθόν. Σαν η λαϊκή ψυχή μέσω της μνήμης να μπορεί να ξαναγράψει την Ιστορία.
Είπα πιο πριν ότι κέντρο του μυθιστορήματος είναι οι προκαταλήψεις. Όλα βέβαια διαρθρώνονται πάνω σε μια προσωπική ιστορία που συνδέει παρόν και παρελθόν. Αλλά πάνω σ’ αυτή την καλοδεμένη υπόθεση απλώνονται οι έλικες αναρριχώμενων θεμάτων που άπτονται της εικόνας του ξένου και του παράταιρου. Ο Μιχάλης είναι ένας αυτό-παραγκωνισμένος της κοινωνίας. Οι λεπροί εξοβελισμένοι και μιαροί. Οι πρόσφυγες έρχονται να προστεθούν στα πολλά βάρη των νησιωτών.
Θαυμάζω την ικανότητα του Μακριδάκη να συνδέει στοιχεία που φαίνονται άσχετα. Σαν αναρριχητικό φυτό η αφήγησή του απλώνει κλαδιά και πιάνει το παρόν και το συνδέει με το παρελθόν, αρπάζει το μικρό και το καρφώνει στο μεγάλο, αγκαλιάζει το ιδιωτικό και το συρράπτει με το δημόσιο.
Ένα απ’ τα καλύτερα βιβλία του Μακριδάκη. Όσα έχω διαβάσει. Το χάρηκα γιατί χάθηκα στους διαδρόμους της ιστορίας. Το χάρηκα επίσης γιατί με προβλημάτισε, μ’ έκανε να σκεφτώ πίσω απ’ τα δελτία ειδήσεων, να ξαναδώ τη στάση του ανθρώπου απέναντι στον άνθρωπο.
Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Από το 1997, που ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Χίου, οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Κέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό “Πελινναίο”. Έχει γράψει τα βιβλία “Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι, όλοι. Χιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Μέση Ανατολή: Μαρτυρίες 1941 – 1946″ (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2006) και “10.516 μέρες: Ιστορία της νεοελληνικής Χίου 1912 -1940″, ιστορικό αφήγημα (εκδ. Κ.Χ.Μ., Πελινναίο 2007), το πρώτο μυθιστόρημά του “Aνάμισης ντενεκές” (Eστία 2008) κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο (2009) και στα τουρκικά, “Η δεξιά τσέπη του ράσου”, νουβέλα (Εστία 2009), “Ήλιος με δόντια”, μυθιστόρημα (Εστία 2010), “Λαγού μαλλί”, νουβέλα (Εστία 2010), “Η άλωση της Κωσταντίας”, μυθιστόρημα (Εστία 2011), “Το ζουμί του πετεινού”, νουβέλα (Εστία 2012), “Του Θεού το μάτι”, νουβέλα (Εστία 2013), “Αντί Στεφάνου”, (Εστία 2015), “Η πρώτη φλέβα”, νουβέλα (Εστία 2016).
Πάπισσα Ιωάννα

2 comments:

Διονύσης Μάνεσης said…
Καλημέρα.
Έχω την αίσθηση ότι το συνολικό έργο του Γιάννη Μακριδάκη, παρόλο που δεν περιορίζεται στις συντεταγμένες του τόπου του, είναι απ’ αυτά που σμιλεύουν τη φυσιογνωμία του, που τον εμπλουτίζουν και του προσδίδουν στοιχεία βαθύτερα και γοητευτικότερα.Δεν ξέρω αν συμβαίνει και σε κάποιον άλλον, αλλά για μένα το όμορφο νησί του, η Χίος, έχει πια και τη σφραγίδα του Μακριδάκη. Το νησί τού δίνει την πρώτη ύλη κι ο Γιάννης του την επιστρέφει σε κόσμημα, τη μετατρέπει σε χαρακτήρα.
(Το”όλα για καλό” δεν το έχω προλάβει)
Ευχαριστούμε για την ανάρτηση.
18 December, 2017 09:27
Πάπισσα Ιωάννα said…
Ισχύει.
Αν και προτιμώ να βλέπω το τοπικό του Μακριδάκη μέσα σε έναν ευρύτερο προβληματισμό για το γενικό.
Καλημερούδια.
Π.Ι.
18 December, 2017 10:11

Post a Comment

Πηγή

“Αγγίξαμε” τον Ανάμιση Ντενεκέ και τον Θρύλο του Γιώργη Πέτικα

“Αγγίξαμε” τον Ανάμιση Ντενεκέ και τον Θρύλο του Γιώργη Πέτικα

Παρουσίαση: Βίκη Κουτρή

Το 2008 έπεσε τυχαία στα χέρια μου το βιβλίο «Ανάμισης Ντενεκές» του Γιάννη Μακριδάκη.
Ο ιδιαίτερος τίτλος του με έλκυσε στο να το διαβάσω. Πραγματικά με καθήλωσε.
Όχι τόσο γιατί εξιστορούσε μια αληθινή -και καθ’ όλα τραγική – ιστορία αγάπης που έλαβε χώρα εκατό χρόνια πριν, σε μιά πραγματικά δύσκολη και μεταβατική εποχή για την νησιωτική Ελλάδα, όσο επειδή ο κεντρικός ήρωας της, ο Γιώργης Πέτικας, -ο «Θρύλος» Πέτικας- όπως περιέγραφε η ιστορία, αφενός μεν ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο, με ισχυρή προσωπικότητα και με βαθιά αίσθηση αξιοπρέπειας και απόδοσης δικαιοσύνης, αφετέρου δε, ήταν μια μορφή που εξέπεμπε ένα σπάνιο δείγμα γραφής χαρακτήρα, ενός ανθρώπου ο οποίος κατείχε και ένα εξίσου σπάνιο χάρισμα. Να λειτουργεί σαν αετός και να δρα παλικαρίσια και ατσαλένια στα «δύσκολα» πετυχαίνοντας το ακατόρθωτο προκειμένου να αυτό-δικαιωθεί και να ελευθερωθεί.
Όλα ξεκίνησαν το 1914, σε ένα μικρό χωριό της Χίου, στα Καρδάμυλα. Εξαιτίας ενός φόνου, μιας τραγικής σύμπτωσης, μιας κακής συγκυρίας της στιγμής, με μία μη ηθελημένη πράξη του ο Πέτικας άλλαξε όλη του τη ζωή, ανατρέποντας παράλληλα και τα ήρεμα δεδομένα της μικρής κοινωνίας που ζούσε. Υπερασπιζόμενος τα θέλω του και ακολουθώντας την φωνή της καρδιάς του, εναντιώθηκε στα χρηστά ήθη της τότε εποχής, ήρθε αντιμέπωπος με τις αρχές του τόπου του αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό, πληρώνοντας ένα πολύ μεγάλο τίμημα. Με σημαία το πείσμα και τα καμώματά του, το όνομα του απέκτησε τέτοια δυναμική που έγινε θρύλος. Ήταν ένα πρόσωπο στιγματισμένο και παρεξηγημένο, με μια ενσυναίσθηση ηθικής, που είχε τη τόλμη να παλέψει ποικιλοτρόπως με θεούς και δαίμονες για να επιβιώσει και να εξαγνιστεί βρίσκοντας λύτρωση, στα μάτια του Θεού και στις συνειδήσεις των ανθρώπων.
Ο «Ανάμισης Ντενεκές» και ο ήρωας του βιβλίου λοιπόν, ο περίφημος Πέτικας, πήρε σάρκα και οστά, χθες στην πρεμιέρα του Θεάτρου Φούρνος, σε σκηνοθεσία  Μαρίας Αιγινίτου και ερμηνεία Χάρη Χαραλάμπους.
Τα σκηνικά ήταν απλά και λιτά, απομίμηση μιας γνήσιας χιώτικης γειτονιάς με τα χαρακτηριστικά πέτρινα σπίτια και τα μεγάλα παραθυρόφυλλα τους. Ο φωτισμός χαμηλός, όπως αρμόζει στην εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία. Η μουσική σωστά επιλεγμένη, έδενε με όσα διαδραματίζονταν, χωρίς να αποσπά τον θεατή από την ροή και την εξέλιξη της υπόθεσης του έργου.
Ο Χάρης Χαραλάμπους, ως ο ένας και μόνος ηθοποιός επί σκηνής, κατάφερε να αποτυπώσει εντυπωσιακά και έξυπνα το προφίλ του Γιώργη Πέτικα, σμιλεύοντας το με τέτοιο τρόπο ώστε να δείχνει άλλοτε απόλυτα σκληρός και άλλοτε συναισθηματικά ευάλωτος, χωρίς το πρώτο να προκαλεί την απόρριψη μας, απεναντίας, ηθελημένα μας έβαζε στην διαδικασία, από την πρώτη κιόλας στιγμή, να κάνουμε αξιολόγηση των πεπραγμένων του, βιώνοντάς τα κατ’ ουσίας και παλεύοντας με τους δικούς μας πια εσωτερικούς άγραφους και γραπτούς νόμους, να καταλήξουμε να συμμεριστούμε την τραγική φυσιογνωμία του, να τον συμπαθήσουμε, να του δώσουμε άφεση αμαρτιών και να τον ανακηρύξουμε κι εμείς με τη σειρά μας «ήρωα».
Συμπληρωματικά να πω ότι για την απόδοσή των υπολοίπων ρόλων, δεξιοτεχνικά διαχειρίστηκε πάλι ο ίδιος ο Χάρης Χαραλάμπους και κράτησε όλους τους χαρακτήρες που εμπεριέχονται στην ιστορία αυτή, εναλλάσσοντας τις μορφές των εμπλεκομένων με επιτυχία και χωρίς να μας μπερδεύει, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του σώματος άλλα και τροποποιώντας τον τόνο της φωνής του τεχνηέντως, προκειμένου να μας συστήνει εύστοχα, το ποιος μιλάει τη δεδομένη στιγμή, χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο να χάσει κάποιος την ροή και την εξέλιξη της υπόθεσης του έργου. Η δε γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η χιώτικη διάλεκτος.
Δια μέσω του βιβλίου αλλά και του θεατρικού έργου, ο Πέτικας, αυτός ο αμφιλεγόμενος ήρωας, ο “θρύλος”, δεν χάθηκε στη λήθη του χρόνου. Παραμένει «ζωντανός» με ένα μοναδικό τρόπο αλλά και «αθάνατος» στις μνήμες των μετέπειτα γενεών της μικρής κοινωνίας του και όχι μόνο.
Εξαιρετική προσπάθεια. άψογοι όλοι οι συντελεστές. κουκλίστικο το θέατρο. Συστήνω ανεπιφύλακτα να δείτε αυτό το καλοδουλεμένο μονόπρακτο. Τέτοιες μορφές σαν τον Πέτικα, γεννούνται μια φορά στα εκατό χρόνια με σκοπό να γράψουν «Ιστορία».

Για εννέα μόνο παραστάσεις

Ανάμισης ντενεκές
του Γιάννη Μακριδάκη
Σκηνοθεσία Μαρία Αιγινίτου
Διασκευή: Μ. Αιγινίτου – Χ. Χαραλάμπους
Σκηνοθεσία: Μαρία Αιγινίτου
Μουσική: Σωτήρης Καστάνης
Φωτισμοί: Αποστόλης Τσατσάκος
Ερμηνεία: Χάρης Χαραλάμπους

Θέατρο Φούρνος
Μαυρομιχάλη 168, Αθήνα 11472
Τηλέφωνο κρατήσεων:

210 6460748

 

Παραστάσεις
κάθε Πέμπτη στις 21:00, μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου.
Διάρκεια παράστασης:
90 λεπτά, χωρίς διάλειμμα.
Τιμές εισιτηρίων:
Γενική είσοδος: 12 ευρώ | Άνω των 65 ετών: 10 ευρώ
Φοιτητικό: 8 ευρώ | Ανέργων, ατέλειες: 5 ευρώ

 

Πηγή

Λογοτεχνικές εκδρομές στη Βολισσό

Σήμερα το πρωί επισκέφθηκα το 4ο Γυμνάσιο Συκεών, καλεσμένος της λογοτεχνικής ομάδας μαθητών και μαθητριών του σχολείου και της φιλολόγου καθηγήτριάς τους Εύης Κουτρουμπάκη.
Τα παιδιά είχαν κάνει σπουδαία εργασία έρευνας και περισυλλογής στοιχείων για τα βιβλία του καλεσμένου τους συγγραφέα, αλλά το πιο σπουδαίο και συγκινητικό ήταν ότι κάποια παιδιά μεταναστών είχαν μεταφράσει στις μητρικές τους γλώσσες αποσπάσματα από τα έργα μου και τα διάβασαν για να τα ακούσω στα πορτογαλικά, αλβανικά, βουλγαρικά, ρωσικά, αρμένικα και αραβικά.
Ευχαριστώ τα παιδιά και την καθηγήτριά τους και φυσικά την διεύθυνση του σχολείου για την όμορφη γιορτή και κουβέντα που είχαμε.

Κάτι όμως πολύ σπουδαίο και εξαιρετικό που έχει προκύψει από αυτές τις συναντήσεις μου με μαθητές και μαθήτριες στα σχολεία, είναι οι επικείμενες ανοιξιάτικες εκδρομές στη Χίο, που ήδη οργανώνουν μέσω εκπαιδευτικών προγραμμάτων με κατεύθυνση και στόχο τη λογοτεχνία.
Έτσι, οι ομάδες των λογοτεχνικών εργαστηρίων των σχολείων αυτών, αλλά και άλλων στη συνέχεια, θα κάνουν πια, κατόπιν συνεννοήσεώς μας, τις τριήμερες εκδρομές τους στο νησί και θα διαμένουν στη Βολισσό, όπου θα διοργανώνουμε εργαστήρια και απο εκεί, με το χωριό σαν αφετηρία θα γνωρίζουν το υπόλοιπο νησί.
Θα κάνουμε φέτος την αρχή περίπου στα μέσα του Μάρτη με κάποια από τα σχολεία που επισκέφθηκα και κατόπιν θα συνεννοηθούμε και με άλλα που έχουν δηλώσει κατά καιρούς ενδιαφέρον.

Δυο σκηνές της ταινίας “Η δεξιά τσέπη του ράσου”

Φωτογραφία της Barbara Gigilini.
Φωτογραφία της Barbara Gigilini.

Ατμοσφαιρική, δηλώνει ότι είναι η μεταφορά του βιβλίου του” η δεξιά τσέπη του ράσου”στο σινεμά , ο Χιώτης συγγραφέας Γιάννης Μακριδάκης.Με τον Γ.Λαπατά στη σκηνοθεσία και με πολλά ….σκυλιά στο πλατώ , τα γυρίσματα της ταινίας -που διαπραγματεύεται το προσωπικό πένθος μέσα από την αγάπη για τα ζώα ,αυτή τη στιγμή είναι σε οργασμό.Ο Γιάννης μας μίλησε για τη λογοτεχνική του διαδρομή αλλά και για το ότι θα ήθελε πολύ να δημιουργήσει ένα εργαστήρι συγγραφής και στη Μυτιλήνη.Σύντομα ολόκληρη η συνέντευξη στα ΠΟΛΙΤΙΚΑ με πολλές φωτογραφίες από τα γυρίσματα αλλά και τη σκηνογραφική άποψη της δικιάς μας Mahi Arvaniti.

Λογοτεχνικού εργαστηρίου βιώματα

Καλλιόπη Πασιά: Είναι τα βιβλία, οι ταινίες, οι μουσικές, αλλά κυρίως οι άνθρωποι, οι συναντήσεις μαζί τους που έρχονται και σε βρίσκουν την κατάλληλη στιγμή. Όταν είσαι έτοιμος να τους γνωρίσεις ή όταν έχεις ανάγκη γι’ αυτό. Έτσι έγινε με το λογοτεχνικό εργαστήρι “8 Σάββατα” που παρακολουθήσαμε στις Ακυβέρνητες Πολιτείες Συνεργατικό Βιβλιοπωλείο-Καφέ, το τελευταίο δίμηνο με Δάσκαλο (υπερτονίζω απόλυτα συνειδητά το κεφαλαίο αρχικό) τον Γιάννης Μακριδάκης. Τον είχα γνωρίσει στα κλεφτά, ως βλέμμα και φωνή στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, τον Μάιο. Μου είχαν πει πολλά γι αυτόν φίλοι αγαπημένοι. Τον διάβασα, με αποκορύφωμα το βιβλίο του “Όλα για καλό”, μιας και πρεσβεύει από τον τίτλο αλλά και την ουσία του βαθιά μου πίστη ότι στο τέλος όλα γίνονται για κάποιο λόγο και το Καλό θα νικήσει. Η ανακοίνωση για τα σεμινάρια με βρήκε σε μια πολύ περίεργη στιγμή της ζωής μου, γεμάτη αλλαγές, απογοητεύσεις, νέα ξεκινήματα αλλά και ξεκαθαρίσματα. Στο πρώτο μάθημα πήγαινα με χαρά μικρού παιδιού, σαν αυτό που περιμένει το δώρο του κάτω από το δέντρο. Και δεν ήξερα, ακόμη, γιατί. Μπήκα μέσα, αντίκρισα έναν “κοσμοκαλόγερο”, ένα γλυκό πλάσμα, ελαφρά αμήχανο και διακριτικό, λίγο άγριο ταυτόχρονα και σιωπηλό, μα κι εξεταστικό. Το μάθημα κύλησε έτσι όπως δεν είχαν κυλήσει τόσα άλλα μαθήματα αντίστοιχα που έχω παρακολουθήσει στη ζωή μου. Δοτικά, ουσιαστικά, πηγαία. Συνεχίστηκε με την επικοινωνία του Γιάννη προς όλους μας, μετά το μάθημα. Κάθισε σε κάθε κείμενο ευλαβικά, το μελέτησε, το σχολίασε, μας παρότρυνε, μας “διόρθωνε”, μας ένωσε σε μια αρμονική συνύπαρξη, χωρίς αντιζηλίες αλλά με μόνο στόχο να παράγουμε κείμενα που να μας εκφράζουν, να κρατούν, μέσα τους αλλά και έξω από αυτά, την εικόνα μας, Κατάλαβα πολύ γρήγορα γιατί χαιρόμουν. Γιατί συνειδητοποίησα μετά από καιρό ότι έκανα κάτι μόνο για μένα, χωρίς καμία προσδοκία των άλλων από αυτό. Για καιρό δούλευα με τις λέξεις των μαθητών μου και αγχωνόμουν για το ταξίδι αυτών των λέξεων, τόσο που είχα κλειδωθεί όσον αφορά στις δικές μου λέξεις. Με τον Γιάννη, όμως, και με όλα τα άλλα παιδιά, που γίναμε μια λογοτεχνική παρέα, ένιωσα όλο αυτό να ξεκλειδώνει. Έγραψα για πράγματα που έζησα και ένιωθα, τις ίδιες μέρες που βιώναμε όλοι μαζί, πράγματα που ούτε δικοί μου άνθρωποι δεν γνώριζαν. Έγραψα νέες ιστορίες, εμπνεύστηκα, πειραματίστηκα, έμαθα, θαύμασα. Τριγύρω, σαν μια μεγάλη αγκαλιά ήταν η Βάσω, η Φανή, η Σοφία, η Λίλια, η Ράνια, ο Κωστής, η Άννα, η Καίτη, η Κατερίνα Μ., η Αποστολία, η Δήμητρα, η Κατερίνα Λ., η Μαρία, ο Απόστολος, και όλα τα άλλα παιδιά, που μαζί με τον Γιάννη δουλεύαμε κάθε Σάββατο, αλλά και κάθε μέρα, σε μια διαρκή επικοινωνία κειμένων, συναισθημάτων και σχέσεων. Έκανα καινούριους φίλους, εκεί που δεν το περίμενα. Και τους θαυμάζω, για τη ζωή τους, τη στάση τους, τις λέξεις τους. Γνώρισα τον Γιάννη. Έναν Δάσκαλο με Κεφαλαίο, που με έκανε να αναθεωρήσω πολλά, για τη ζωή αλλά και για τη διδασκαλία. Ακόμη μια απόφασή μου, που πηγάζει από τη γνωριμία μας είναι να απέχω για λίγο καιρό από την διδασκαλία, γιατί θέλω όλη αυτή την εμπειρία να την κρατήσω μέσα μου και να την επεξεργαστώ, να γίνω και εγώ καλύτερη δασκάλα, όταν ξανατολμήσω να αγγίξω λέξεις άλλων. Γνώρισα έναν άνθρωπο, με ταπεινότητα, με ευαισθησία, που με μια συλλογική ματιά καταφέρνει και ξεχωρίζει τη λεπτομέρεια στο κάθε τι. Τα αντίο μας δεν είναι ποτέ αντίο όταν υπάρχει αγάπη. Και εμείς στο εργαστήρι αυτό την ζήσαμε έντονη, την μοιραστήκαμε, την κουβαλάμε μαζί μας. Θα ανταμώσουμε ξανά. Ο Γιάννης είναι πλέον ένας άνθρωπος δικός μας, με το κλειδί των ελευθερωμένων λέξεων μας αλλά και των σπιτιών, της πόλης, των καρδιών μας.
Φωτογραφία της Kalliopi Pasia.
Φωτογραφία της Kalliopi Pasia.
Βάσω Καλαντίδου
Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ
Τ’ άφησε το βουνό ο Γιάννης. Θες που ‘ζησε σαν καλόγερος τόσα χρόνια, θες που ήθελε ν’ ανοίξει τα πανιά του για άλλες πολιτείες, ακυβέρνητες… την πήρε την απόφαση και κατηφόρισε στη θάλασσα. Μίσθωσε καράβι κι έψαξε για πλήρωμα. Προσόντα δεν ζήταγε πολλά· μονάχα ανθρώπους με ψυχή. Και να μπροστά στην μπουκαπόρτα του, μάχιμοι αξιωματικοί, μηχανικοί, ναύτες και μούτσοι, να σχηματίζουνε ουρά άνευ τέλους. «Γεια σου καπετάνιε», φώναξαν όλοι μαζί, ταράχτηκε ο Γιάννης. Καπετάνιος· μεγάλη ευθύνη , σκέφτηκε. Τους κάθισε στο στενό κατάστρωμα, να τους συστηθεί, να δώσει οδηγίες. Οχτώ ταξίδια έκαναν με τούτο το καράβι. Τους κοίταζε ο Γιάννης και καμάρωνε. Ο ένας δίπλα στον άλλον, να τον επικροτεί, να τον στηρίζει, να τον επαναφέρει στη σωστή πορεία σαν χάνει το τιμόνι· να μοιράζονται δάκρυα και γέλια. Και εκείνοι όμως, στα μάτια τον κοιτούσαν. Μάτια καθαρά, σαν την ψυχή του. Ένα μ’ εκείνους έγινε και όλοι το εκτίμησαν. Από τα χείλη του κρεμόντουσαν, μη χάσουν καμιά κουβέντα του, καμιά του ορμηνεια. Κι ο καπετάνιος, με ευγένεια και ταπεινότητα τους ταξίδεψε σε μέρη ονειρεμένα. Έριξαν άγκυρα σε σκοτεινές σοφίτες, σε περιβάλλοντα κατάψυξης -18οC, σε χωριά με όμορφες πλατείες. Σαν μάγος που ξεγελά το χρόνο, τους μετέφερε σε εποχές παλιές και ξεχασμένες. Κι εκείνοι τις ζωντάνεψαν, τις έδωσαν φωνή, τις γέμισαν με χάδια. Ώρες συζητούσαν στο κατάστρωμα και κάποιες φορές, σαν πιάνανε λιμάνι, στεριώνανε πιότερο το δέσιμό τους με κόκκινο κρασί, τραγούδια και μεζέ. Κι έφτασε το όγδοο ταξίδι, το στερνό, για τούτον εδώ τον χρόνο. Δεν έκλαψαν στο χωρισμό· τα δάκρυα τα κράτησαν σφιχτά. Μόνο χαμογέλασαν με την καλή τους τύχη, ν’ ανέβουνε στο πιο όμορφο καράβι. Μέλωσαν το μέσα τους με λόγια και γλυκά, μοίρασαν αγκαλιές, έσφιξαν τα χέρια. Δώρο έδωσαν στον καπετάνιο ένα κλειδί που έφτιαξαν οι ίδιοι. Έμαθαν κι εκείνοι μαγικά στα τόσα τους ταξίδια. Του ‘φτιαξαν λοιπόν κλειδί π’ ανοίγει τις καρδιές, ανοίγει και τα σπίτια τους· καλοδεχούμενος, να μπαίνει και να βγαίνει όποτε το θελήσει. Του παν καλή αντάμωση, του έδωσαν την ευχή τους. Κι ο Γιάννης που τη χόρτασε τη θάλασσα και μάζεψε ιστορίες, τις έβαλε στο δισάκι του και πήρε τον δρόμο τον γνώριμο, τον δρόμο για το βουνό. Μα πάντα θα γυρνά σε κείνες τις πολιτείες, τις ακυβέρνητες και πάντα το πλήρωμά του θα στέκει μπροστά του προσοχή, να τον καλωσορίζει.
Φωτογραφία της Βάσω Καλαντίδου.
Κατερίνα Λαζίδου
Πολύ τυχερή αισθάνομαι, που βρέθηκα σ΄αυτό το εργαστήρι γραφής, με το σπουδαίο, Άνθρωπο και Δάσκαλο, Γιάννη Μακριδάκη. Ευχαριστώ για όλα Δάσκαλε, που τόσο απλόχερα μας χάρισες!
Μαρία Διαμαντοπούλου
Αγαπημένε Δάσκαλε, Γιάννη Μακριδάκη κάθισα και μέτρησα, 169 κείμενα γραφτήκανε αυτό το διάστημα των δυο μηνών του εργαστηρίου μας, μαζί μ’ όσα ξαναγράφτηκαν. Το 170ό γράφεται ακόμη.Ολόκληρη παραγωγή. Μπράβο Δάσκαλε, είσαι μεγάλος εμψυχωτής, γιατί εσένα είχαν αποδέκτη, τουλάχιστον στην αρχή. Γιατί στη συνέχεια ζήλεψες κι έκανες εμάς δασκάλους για νάσαι εσύ ο μαθητής μας. Θα στείλουμε συστατική επιστολή για να διδάξεις στο Μεταπτυχιακό Δημιουργικής Γραφής. Γιατί τις συστατικές επιστολές των δασκάλων τις δίνουν μόνο οι μαθητές. Εμείς σ’ αγαπάμε, αλλά θέλουμε να δουλέψουν κι άλλοι μαζί σου, αν είμαστε τυχεροί, όλοι μαζί .Τα δέοντα Η μαθήτριά σου Μαρία Διαμαντοπούλου
Φανή Αργυροπούλου Αγαπημένε δάσκαλε αγαπημένοι συνεργαστήριοι , πιστεύετε στις καρμικές συναντήσεις; Εγώ πάντως ναι. Και τώρα που το σκέφτομαι, ξέρω ότι κι εσεις ναι! Έμαθα για τον Γιαννη Μακριδάκη πριν απο μερικά χρόνια, σε μια παρουσίαση βιβλίου στην έκθεση. Είμουν με μια φίλη και κουρασμένες απο τον χαμό και λίγο χαωμένες απο τα πολλά βιβλία, είδαμε συγκεντρωμένο κόσμο σε ένα σαλονάκι. Μας φάνηκε καλή ιδέα να χουχουλιάσουμε κάτω στη μοκέτα, να ακούσουμε και έναν μαλλιά που μας φάνηκε ενδιαφέρον τυπάκι και άσε που το πλήθος τον κοιτάει σαν ξερολούκουμο, κάτι θα λέει  ;) Να πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι και πολλά, πέρασε καιρός, αλλά θυμάμαι ότι ήξερα φεύγοντας, πως μια μέρα θα τον γνωρίσω αυτόν τον απίθανο τύπο.

Τα χρόνια πέρασαν και βρίσκομαι στην Εύβοια, ενώ εχω πεί πως δεν θα ξαναφύγω απο τη Θεσσαλονίκη, νισάφι. Μόλις έχω πάρει κουτάβι, τον τρελιάρη Μίλαν, γιατί πάντα ήθελα να συζήσω με σερβο βιολιστή (!), θαυμάζω τις πρώτες γλάστρες μου, που κατάφερα να μην χαλάσω..εν ολίγοις τακτοποιώ ένα ένα τα συρτάρια μου. Εκεί λοιπόν να σου η Εύβοια. Και να σου η αίσθηση ότι δεν θα στεριώσω ποτέ, θα γίνω εγω απο κείνους που τους καταπίνουν τα χιλιόμετρα. Και εκεί, πάνω στην υπαρξιακή μελαγχολία, αρχίζω και γράφω. Γράφω και σβήνω, όλα μου φαίνονται σαχλά, όλα μου φαίνονται υπέροχα. Αποκτώ γεύση της επικοδομητικής μοναξιάς, το μυαλό μου γεμίζει ανθρώπους και ιστορίες. Εκεί στην μέση του πουθενά, λέω στον εαυτό μου πως όλα είναι ταξίδι, πως όλα πρέπει να αλλάξουν για να μείνουν ίδια, πως το χειμώνα θα συγκεντρωθώ επιτέλους στη γραφή. Και τότε, άνοιξαν οι πύλες και το σύμπαν μας έφερε τον δάσκαλο. Και τι είπα μόλις διάβασα την είδηση; Μα φυσικά  :) Αυτό ήταν η αρχή, η χαριτωμένη ιστορία. Μα το παρασύνθημα είναι η εμπειρία που έζησα με όλους. Ένας δάσκαλος με ασκητικό backround, που μιλάει για κουκιά κα για ρεβίθια αλλά είναι και ροκ αμα λάχει και έρχεται κ στην τρελιάρικη Θεσσαλονικη. Ολες και όλοι, που ξεδιπλωθήκατε σιγά σιγά μέσα απο τα κείμενα, τα σχόλια, τα ζεστα χαμόγελα και τις ανοιχτές αγκαλιές σας. Νιώθω πιο πλούσια, πιο σίγουρη κι εγω με τον εαυτό μου. Και δεν θα γράψω άλλα, γιατί ετοιμάζω κείμενο αυτοσύστασης, χεχε. Αγαπημένοι μου, έχουμε να γράψουμε πολλά ακόμη και να πούμε. Σας φιλώ και σας αφιερώνω ένα τραγουδακι https://www.youtube.com/watch?v=1s9n4CSct4Y

Martin Marimbas
Πέντε λόγοι για να παρακολουθήσεις το Εργαστήρι Γραφής (όχι της Δημιουργικής, μιας άλλης, πώς να την πούμε ρε παιδάκι μου, ξέρω ‘γω, της Αδημιούργητης), με τον Γιάννη Μακριδάκη:
1. Γιατί θα ανακαλύψεις άλλους χίλιους πέντε λόγους που άξιζε να το κάνεις και δεν καταγράφονται σε αυτή τη λίστα. 2. Γιατί δεν θα μάθεις κανένα τυφλοσούρτη και καμιά πατέντα που θα σε κάνει διάσημο και πλούσιο συγγραφέα. 3. Γιατί θα ξεπεράσεις τον φοβικό εγωϊσμό, τον κομπλεξισμό της μοναξιάς και πολλές άλλες υπαρξιακές παρενέργειες του συγγράφειν για πάντα. 4. Γιατί ο Γιάννης θα είναι δάσκαλος που δεν δασκαλεύει κι εσύ μαθητής που θα συμμαθητεύει. 5. Γιατί εντάξει, χαλάρωσε, θα γίνεις τελικά διάσημος και πλούσιος συγγραφέας, αλλά όχι επειδή θα γράφεις τυφλοσούρτικες και πατενταρισμένες σαχλαμαρίτσες του συρμού, μα επειδή θα έχεις γίνει μια γαμηστερή λογοτεχνάρα, που θα δεν θα γουστάρει τους προλόγους, θα σιχαίνεται την χειραγώγηση του αναγνώστη, θα βάζει κάργα κόμματα κι άνω τελείες, και θα ανεβάζει πίεση συστολική εκατόν ενενήντα χιλιοστά του υδραργύρου, έτσι και κάνει πως τον ξεχνά για λίγο η Μούσα του.

υγ: αν σου πούνε να διαλέξεις Τετάρτη ή Σάββατο, πες ότι φτύνεις και τα κουκούτσια – Σάββατο δαγκωτό, συντρόφισσα, κολλάνε και διπλά ένσημα!

Ρανια Γεωργακα
ΚΥΚΛΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ
Δεν είδα τη ζωή μου να περνά μπροστά από τα μάτια μου· μόνο σκέφτηκα όχι ρε γαμώτο. Ο χρόνος πάγωσε, κάθε δευτερόλεπτο μια αιωνιότητα. Ο κύκλος άνοιξε στην άσφαλτο, Παρασκευή και 13, τροχαίο παραμονή πρώτου Σαββάτου. Κορμί σώο, αμάξι διαλυμένο, ψυχή σημαδεμένη. Κι ύστερα ήρθαν τα Σάββατα, οι ιστορίες και το μοίρασμα. Σαν μεγάλη αγκαλιά μαλάκωσαν το τράνταγμα και φώτισαν την έξοδο από το σοκ. Ξαναφούντωσε η αγάπη μου για το γράψιμο. Άνοιξαν διάπλατα τα μάτια μου μπρος σε ανθρώπους υπέροχους και ταλαντούχους. Ο Δάσκαλος μας δίδαξε χωρίς να κάνει μάθημα, μας ξεκλείδωσε χωρίς κλειδιά, μας άκουσε όλους μαζί και τον καθένα χωριστά. Ουσιαστικός, ειλικρινής και αυθεντικός, με βλέμμα καθαρό και καρδιά ορθάνοιχτη, ακριβώς όπως τα κείμενα που φτάσαμε να γράφουμε. Ανήμερα τελευταίου Σαββάτου, 9 Δεκεμβρίου 2017, το πρωινό κύλησε με παρκάρισμα, πορεία και άλλες οδηγικές ταχυδακτυλουργίες στο νέο μας αυτοκίνητο. Το βράδυ πέρασε με καινούριoυς φίλους, πρωτότυπες ιδέες και διάθεση για δημιουργία. Ένας άλλος κύκλος είχε ξεκινήσει.

Σοφία Χατζηπασχάλη Αλχημιστής και γεμολόγος, τέτοιος είναι ο Γιάννης Μακριδάκης. Από το κράμα του καθενός ανέδειξε το χρυσάφι του και κάτω από τα στρώματα της ύπαρξης βρήκε κρυμμένους λίθους, που με ζέση και με τη ζέστη της ψυχής του πρότεινε την κοπή που ταιριάζει στον καθένα, το δέσιμο που θα αναδείξει την αξία του και έτσι όπως τους στόλισε τον έναν δίπλα στον άλλον φτιάχτηκε ένα σεντούκι, που ζήλεψαν οι πειρατές του Αιγαίου και θαμάξαμε και εμείς οι ίδιοι. Στο σεντούκι των οκτώ Σαββάτων, ακουμπήσαμε σταυρούς οικογενειακούς, ταυτότητες παιδικές, κειμήλια του παρελθόντος και αναμνήσεις από το μέλλον.

Από τον αλχημιστή της γραφής κρατώ την τρυφερή του εμψύχωση, τη διεισδυτική ματιά του, τη μεγαλόψυχη προσφορά, την αγνότητα της ύπαρξης και τη λαχτάρα της συνύπαρξης. Από τους μαθητευόμενους μάγους των οκτώ Σαββάτων κρατώ τη ζεστή ματιά, το χειμαρρώδες άνοιγμα, την εποικοδομητική κριτική, την απλόχερη υποστήριξη. Ο γκρίζος αχάτης της Λίλια, ο αιματίτης της Καλλιόπης, τα ντελικάτα σκουλαρίκια της Μαρίας, το βαθυκόκκινο ρουμπίνι της Φανής, το διαμάντι του Κωστή, το λεπτεπίλεπτο δαχτυλίδι της Άννας, η σμαραγδένια καρφίτσα της Ράνιας, η ολοστόλιστη πόρπη της Καίτης, η μπουτονιέρα του Απόστολου, το εκρηκτικό τιρκουάζ της Κατερίνας, το σκαλιστό μενταγιόν της Βάσως, ο βαφτιστικός σταυρός της Τάνιας και όλα τα κοσμήματα που ανακάλυψα και ανακαλύπτω σε αυτό το απύθμενο σεντούκι, θα στολίζουν τις αναμνήσεις μου. Από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες κρατώ τη ζεστή φιλοξενία, τη διακριτική και ενεργή ματιά τους. Πολύτιμα όσα έμαθα για τη γραφή. Ανεκτίμητο ότι σας συνάντησα. Γιάννη, σ’ ευχαριστώ βαθιά που υπήρξες η αφορμή και το κέντρο αυτής της ιδιαίτερης συνύπαρξης.
Λίλια Ιακωβάκη
Δάσκαλε και συνεργάτες στη ζωή και στη γραφή, έπιασε τόπο η δουλειά μας και μέσα μας και έξω μας. Όλα αυτά που ανταλλάξαμε, τα ρητά και άρρητα.Νιώθω τόσο καλά που σας συνάντησα. Δάσκαλε, με βοήθησε πολύ η γνησιότητά σου και η άμεση αντίδρασή σου στα κείμενά μας. Επειδή είμαι δασκάλα, ένιωθα πάντα την δυσκολία στο να εκφράσω την, ας πούμε, αρνητική κριτική, ζοριζόμουν,παιδευόμουν. Ή γινόμουν άκαμπτη και αυστηρή ή γλυκερή και μπλιάχ από το πολύ σιρόπι. Άνοιξες μονοπάτι μέσα μου, όταν είπες στο πρώτο μου κείμενο ότι χαώθηκες, όταν το διάβασες. Ήταν σχόλιο στο κέντρο, στην πηγή. Τώρα νιώθω ότι οι λέξεις κουρνιάζουν μέσα μου, έχουν τον χώρο τους και αρχίζουν να βγαίνουν χωρίς βία. Για μένα η ομάδα μας, λόγω πολλών συγκυριών και συγχρονικοτήτων, μάλλον είναι το δημιουργικό χάος, που έχουμε ανταλλάξει, ήταν ένας χώρος ανάσας και ελευθερίας. Δεν είχα την ευθύνη της δασκάλας, είχα χρόνο για μένα και κυρίως συνάντησα εσάς. Τον δάσκαλο, τον δικό μας άνθρωπο,θέλουμε να τον αγκαλιάσουμε, μας απάλλαξε από τα περιττά,τα ξέφτια και τα τερτίπια κυρίως με την εξουσία. Την Σοφία,η οποία έχει τον αυθορμητισμό να παίζει, να περιπαίζει ή και να εμπαίζει με παιδική τρυφερότητα και ανθρωπιά,η Καίτη η μαμά-κλώσσα, η οποία είναι η πιο ζεστή αγκαλιά και με τη φωνή και το βλέμμα της μας εμπεριέχει, η Φανούλα,δροσοσταλίδα με μπρίο και σπιρτάδα,την οποία αναζητώ και μου λείπει, γιατί έρχεται και χάνεται, η Καλλιόπη με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Κάλλια η οποία είναι η φαμ φατάλ της ομάδας μας με την αθώα φωνή,η Βάσω με την δοτικότητα και το τρέμουλο στα χέρια και “γιατρέ μου, η Βάσω είναι πολύ καλά, πάει προς τα καλύτερα”, Ο Κωστής με ωριμασμένη φύση,έτοιμος πια, η Ράνια με σιγουριά που ωριμάζει, η Κατερίνα Μ με αυτό το “carpe diem” στο σώμα,κυρίως στα βλέφαρα,όταν τεντώνονται για να δουν καλύτερα, η Τάνια,η οποία,παρ’όλο που γνωρίζει καλύτερα,ίσως, από όλους μας, το εύρος της ανθρώπινης φύσης, εμπιστεύεται, αγκαλιάζει, ενθουσιάζεται, μου έδωσες προοπτική,Τάνια, ο Απόστολος ο μπονβιβέρ της γραφής με την πιο γλυκιά αμηχανία, η Κατερίνα Λ με την λεπτότητα και την καλαισθησία της, Η Άννα με το πιο καθαρό βλέμμα,η οποία παρατηρεί και γράφει εξαιρετικά, να γράφεις Άννα,να γράφεις,Ο Δημήτρης με το συγκλονιστικό τελευταίο πολιτικό του κείμενο, η Δήμητρα με την αμεσότητά της, μάτια,σώμα, και βέβαια η Μαρία Δ. ,Drama Queen αγαπημένη και τρυφερή,η Μαίη, η Αποστολία,η Φανή,η Πέγκυ, η Πέπη, Η Ελένη,η Μαρία Π,

η Αλεξάνδρα,ο Chris, η Νόπη, Ο Μάρτιν και όλοι που συνυπάρξαμε . Επίσης γέλασα πολύ στην ομάδα μας. Με την καρδιά μου. Σας ευχαριστώ όλους. Κι εσένα, δάσκαλε.

Τάνις Βοσνιάδου

Μετά από την σταχυολόγηση της Κατερίνας, εγώ τί να πω.. Λιγα λόγια έτσι απλά και καθαρά σαν τα μάτια του Γιάννη. Είχα αποφασίσει να μην ξανασυμμετέχω σε ομάδες. Πίστευα πως οι συλλογικότητες, μικρές και μεγάλες πνέουν τα λοίσθια, αναλωνόμενες σε ανταγωνισμούς και ακατάσχετη ανθρωποφαγία. Ελεγα πολλά και διάφορα. Εφτασε όμως μια στιγμή που ο Γιάννης σ’ ένα πρωϊνό καφέ μας μου είπε παρεπιπτόντως για το εργαστήρι λογοτεχνίας που ξεκινούσε στις Ακυβέρνητες Πολιτείες, για να τρέξω να γραφτώ και ήμουν ήδη υπεράριθμη.

Για τον Γιάννη δεν είχα καμιά αμφιβολία. Τον διάβαζα από την πρώτη στιγμή. Ηταν για μένα έκπληξη μεγάλη και ευχάριστη για τα συγγραφικά πράγματα της χώρας. Αργότερα τον γνώρισα προσωπικά και τον εκτίμησα ακόμη περισσότερο, τον αγάπησα θα μπορούσα να πω. Ετσι άδραξα την ευκαιρία να προσπαθήσω ξανά μετά από είκοσι και πάνω χρόνια να δοκιμάσω να γράφω αλλιώς, πέρα από θεωρητικά κείμενα. Δεν νομίζω ότι θα το δοκίμαζα, αν δεν ήταν ο Γιάννης. Οτι όμως θα συναντούσα μια ομάδα τέτοιων εξαιρετικών ανθρώπων και, όπως αποδείχτηκε με την καθοδήγηση του Γιάννη, γραφιάδων, ανθρώπων χωρίς ανταγωνισμούς και φιοριτούρες με σοβαρότητα, χιούμορ και έγνοια για το έργο του άλλου, αυτό δεν μπορούσα να το φανταστώ. Με γέμισε ελπίδα, φρέσκια συγγραφική ενέργεια και ευγνωμοσύνη για όλες και όλους σας.
Ελπίζω πως εμείς θα συνεχίσουμε μεταξύ μας αλλά τί θα λέγατε να επικοινωνούσαμε και με τον Γιάννη πότε πότε, αν συμφωνεί κι εκείνος βέβαια, μεσω ανοιχτών τηλεδιασκέψεων. Είναι απλό και εφικτό. Σας ευχαριστω όλες και όλους από την καρδιά μου. Γιάννη μου εσένα κι από την ψυχή μου που δεν ορίζω αλλά ξέρει εκείνη, Τις Ακυβέρνητες Πολιτείες ευχαριστώ θερμά που μας πρόσφεραν ένα τόσο όμορφο κουκούλι για τις συναντήσεις μας.
Ετσι ν’ανταμώνουμε ζεστά και δημιουργικά και γιατί όχι να ξεφαντώνουμε κιόλας… (Δεν άντεξα, τα έβαλα τα αποσιωπητικά ταμπού).

May Vassilikou
Στα 25 μου αποφάσισα ότι δεν θα ξαναγράψω. Και δεν ξαναέγραψα. Ίσως κάποιες αποσπασματικές και σκόρπιες σκέψεις. Μέχρι τη στιγμή που ο Γιάννης του Μπαχτσέ στα «μυστικιστικά» ραντεβού του Σαββάτου με συνέδεσε μ αυτό που ήμουνα και είχα καταχωνιάσει, μου έμαθε ότι γράφουμε απλά, χωρίς μανιέρες, ότι τα νοήματα για να εκφραστούν δεν χρειάζονται μεγαλοστομίες . Το αγαπημένο παιχνίδι μου να παρατηρώ και να σκανάρω ανθρώπους εκφράστηκε με λέξεις πάνω σε χαρτί και έγινε ιστορίεςσε χαρτί. Κοινώς αυτή η υπερβατικά γήινη φιγούρα με ρόλο καθοδηγητή και Δάσκαλου με έφερε στα μέτρα του κανονικού και με βοήθησε να ξεδιπλώσω αδιάντροπα τη φυσική σουρεαλιστική διάστασή μου. Και ήταν όλα για καλό. Και όλο αυτό μέσα σε ένα κλίμα ακυβέρνητα δομημένο, με ανθρώπους γλυκούς και όμορφους, με γέλιο, αποδοχή και ενδοσκόπηση, χωρίς κανείς να σου κουνάει το δάχτυλο πως τάχα μου αυτός και μόνο ξέρει. Μαθητές και Δάσκαλος σε μια θητεία οκτώ Σαββάτων που απέκτησαν νόημα και ουσία, χωρίς φορεσιές εξόδου. Μου γνώρισαν καινούργιες λέξεις, λεχρίτισες και αρχόντισσες και συγχρόνως πολύ ποιητικές. Και σιγά σιγά να γινόμαστε γόνιμος σπόρος με τη φροντίδα του φυσικού καλλιεργητή. Με απλότητα, αγάπη και παρατήρηση. Σας χρωστάω τη σύνδεσή μου. Χωρίς να ντρέπομαι και να φοβάμαι ξεδιπλώνομαι ξανά με εμπιστοσύνη στη φυσική σπορά και αφήνομαι στη φύση μου να εκφραστεί, με κόμματα, τελείες, άνω τελείες και σωστές αναπνοές.

Καληνύχτα Τζων Μπόι, καληνύχτα Λόρα, Βάσω, Κατερίνες, Καλλιόπη, Τάνια, Καίτη, Ελένη, Μαρία, Κωστή, Απόστολε, είπε η Καρολάιν Ινγκλις , έσβησε το φώς και άναψε τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια!

φαννή χατζημωυσή
Ερχόταν οι ειδοποιήσεις στο φέισμπουκ για το εργαστήριο του Γιάννη Μακριδάκη στις Ακυβέρνητες Πολιτείες

κι έκανα πως δεν τις έβλεπα.
Άλλα χαρμόσυνα περίμενα κι αλλού ήθελα να αφοσιωθώ.
Ας είναι καλά η φίλη μου η Κρυσταλία που επέμενε λέγοντας μου πως τέτοιες ευκαιρίες στην ζωή δεν δίνονται πολλές κι ο Γιάννης που ξεκίνησε ακόμη ένα κύκλο τις Τετάρτες στο Tabya που έγιναν στο τέλος Μπεν Χουρ Σάββατα στις Ακυβέρνητες.
Τα χαρμόσυνα προσπέρασαν και πραγματικά, δεν θα μπορούσε να υπάρξει για μένα καλύτερος τρόπος διαχείρισης της λύπης και του πόνου απ’ αυτό το εργαστήριο.
Μια ζεστή αγκαλιά,ένα όλα για καλό από τον Δάσκαλο και βλέμματα αποδοχής από τους συνεργαστήριους-ες ήταν
ότι περισσότερο χρειαζόμουν για να μπορέσω να αφομοιώσω την απώλεια.
Δάσκαλε δεν δούλεψα πολύ με τα μολύβια, διάβασα όμως, άκουσα, κράτησα όσα έλεγες,δούλεψα με νου και με καρδιά κι άρχισα να κυοφορώ ιστορίες. Θα γεννηθούν,σίγουρα θα γεννηθούν όταν τα πράγματα κατακαθήσουν.
Ευχαριστώ κι ευγνωμονώ όλους και όλες σας για την συνάντηση.
Εις το επανιδείν!

Sofia Hatzipaschali
Αλχημιστής και γεμολόγος, τέτοιος είναι ο Γιάννης Μακριδάκης. Από το κράμα του καθενός ανέδειξε το χρυσάφι του και κάτω από τα στρώματα της ύπαρξης βρήκε κρυμμένους λίθους. Με ζέση και με τη ζέστη της ψυχής του πρότεινε την κοπή που ταιριάζει στον καθένα, το δέσιμο που θα αναδείξει την αξία του και έτσι όπως τους στόλισε τον έναν δίπλα στον άλλον φτιάχτηκε ένα σεντούκι, που το ζήλεψαν οι πειρατές του Αιγαίου και το θαμάξαμε και εμείς οι ίδιοι. Στο σεντούκι των οκτώ Σαββάτων ακουμπήσαμε σταυρούς οικογενειακούς, ταυτότητες παιδικές, κειμήλια του παρελθόντος και αναμνήσεις από το μέλλον.

Από τον αλχημιστή της γραφής κρατώ την τρυφερή του εμψύχωση, τη διεισδυτική ματιά του, τη μεγαλόψυχη προσφορά, την αγνότητα της ύπαρξης και τη λαχτάρα της συνύπαρξης. Από τους μαθητευόμενους μάγους των οκτώ Σαββάτων κρατώ τη ζεστή ματιά, το χειμαρρώδες άνοιγμα, την εποικοδομητική κριτική, την απλόχερη υποστήριξη. Ο γκρίζος αχάτης της Λίλια, ο αιματίτης της Καλλιόπης, τα ντελικάτα σκουλαρίκια της Μαρίας, το βαθυκόκκινο ρουμπίνι της Φανής, το διαμάντι του Κωστή, το λεπτεπίλεπτο δαχτυλίδι της Άννας, η σμαραγδένια καρφίτσα της Ράνιας, η ολοστόλιστη πόρπη της Καίτης, η μπουτονιέρα του Απόστολου, το εκρηκτικό τιρκουάζ της Κατερίνας, το σκαλιστό μενταγιόν της Βάσως, ο βαφτιστικός σταυρός της Τάνιας και όλα τα κοσμήματα που ανακάλυψα και ανακαλύπτω σε αυτό το απύθμενο σεντούκι, θα στολίζουν τις αναμνήσεις μου. Από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες κρατώ τη ζεστή φιλοξενία, τη διακριτική και ενεργή ματιά τους.

Πολύτιμα όσα έμαθα για τη γραφή. Ανεκτίμητο ότι σας συνάντησα. Γιάννη, σ’ ευχαριστώ βαθιά που υπήρξες η αφορμή και το κέντρο αυτής της ιδιαίτερης συνύπαρξης.

Μικρή ήμουν, όταν έξυνα τα μολύβια μου μέχρι που η μύτη τους να μη μπορεί να γίνει πιο σουβλερή. Φυσούσα και την ξύστρα κάνοντας τον αέρα να μυρίζει ξυμένο μολύβι, άνοιγα το τετράδιο μου κι ενώ ήξερα να γράφω λέξεις, δεν τις έβαζα πάνω στις μπλε γραμμές. Μόνο κύματα έγραφα πάνω τους, με το ίδιο ύψος και το ίδιο άνοιγμα, ομοιόμορφα νάναι κι από κάτω τους σκέπαζα τα ονειρικά μου ταξίδια.
Μεγάλη ήμουν, όταν αυτή η παιδική ανάμνηση ήρθε και με βρήκε και πάνω στις μπλε γραμμές άρχισα να βάζω λέξεις, μα πολλές από αυτές, ακόμη θαλασσοπνίγονταν. Πώς μπόρεσες Γιάννη, να τις κάνεις να σταματήσουν να κρύβονται και να τολμήσουν να βγουν από τα κύματα, που κει βαθιά τους ήταν καταχωνιασμένες, μέγα τέχνη, που εσύ όμως καλά κρατείς. Σε ευγνωμονώ Δάσκαλε!

Κατερίνα Μελισσανίδου

Σταχυολογώντας

 

Τάνια: ΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣ…. ψιθυριστά και ότι πούμε μεταξύ μας. Μη τρομάξει . Με κοφτές ανάσες και μια κουβέντα. Ας πει ο καθένας ότι σκέφτεται.

Φανή Α.: Μια συμπατική συνάντηση. Ροκ επαναστάτης. Ο Σιδηρόπουλος της λογοτεχνίας.

Κωστής: Σιγά μην είναι και ο Ιησούς της λογοτεχνίας. Απεχθάνομαι και το λιβάνισμα. Και σιγά την επανάσταση του Σιδηρόπουλου. Μες΄τις ουσίες. Τούτος δω μόνο μπρόκολα και κουνουπίδια μασάει για να εμπνέεται.

Σοφία: Γίνεται να μην αρχίσουμε με κόντρα και διαφωνίες; Και ούτε είναι σωστό να αντιπαραθέτουμε προσωπικότητες. Η Αλχημεία έχει την δική της μοναδική συνταγή.

Μαρία Π. : Σιγά μην τον πούμε τον Καζαντζάκη της γενιάς του και ξέρετε ποια είναι η άποψη μου για τον κύριο.

Δήμητρα: Καλά ,αν πέσει και καμιά διαφωνία δεν είναι κακό. Γόνιμος διάλογος είναι. Τι λες Καίτη;

Καίτη:  Δίκιο  έχουν όλοι. Όμως εδώ προσπαθούμε να εξηγήσουμε τις μοίρες. Την Κακιώ ,την Ερασμία , την Μαρία και την Δέσποινα. Ως σαν μαμμές των λέξεων και των μύθων.

Αλεξάνδρα: Δεν τις ξέρω αυτές τις μοίρες ,Καίτη. Έλειπα και σε πολλά μαθήματα.

Απόστολος: Θα σου πω στο διάλλειμα Αλεξάνδρα. Κράτα μόνο ότι οι μοίρες είναι γυναίκες. Υπέροχα θηλυκά!

Μάρτιν: Δαγκωτό Σάββατο! Οι Τετάρτες μείναμε πίσω.

Μαρία Τ. : Προχωράμε.

Μαρία Δ.: Είναι η σειρά μου τώρα. Να γλυκάνω τον διάλογο. Οι μοίρες του φέρθηκαν γενναιόδωρα. Ομορφιά , ταλέντο, εξυπνάδα, αγάπη για τους άλλους, ευαισθησία για τους αδύναμους…

Κατερίνα Χ. : Συγνώμη που διακόπτω Μαρία αλλά το γλύκανες πολύ και θα του ανέβει η πίεση.

Κατερίνα Μ.: Έφερα πιεσόμετρο, αν χρειαστεί.

Καλλιόπη : Παιδιά ας γίνουμε λίγο πιο πρακτικοί. Και ΄γω θα μπορούσα να πετάξω έναν ιαμβικό δωδεκασύλλαβο για τις χάρες του αλλά, αν δεν τις καταλάβει μόνος του δεν έχει νόημα.

Βάσω: Ταυτίζομαι και στον λόγο και στα τατουάζ με την Καλλιόπη. Το θέμα είναι να μην δολοφονούμε τον εαυτό μας.

Πέγκυ: Και η πίεση που ανεβάζει, είναι δηλητηριασμένες σκέψεις.

Λάρα : Τι να πει και ο Μπουκόφσκι; Λατρεμένος μου.

Φαννή Χ.: Προτιμώ τον Elliot  « Στην αρχή μου είναι το τέλος μου και στο τέλος μου η αρχή μου». Θωπευτικές λέξεις. Μου διώξανε τον πόνο.

Πέπυ : Με σεβασμό θα πω για τον δάσκαλο ,πόσο απλός και ανθρώπινος είναι.  Αισθάνομαι συγκίνηση.

May:  Ο Γιάννης του Μπαχτσέ.  Ξέρω πια, να καλλιεργώ τις σκέψεις μου σαν ένας φυσικός καλλιεργητής  και χωρίς την βοήθεια λιπασμάτων της μανιέρας και της μεγαλοστομίας.

Κατερίνα Λ.: Με την σουβλερή μύτη των μολυβιών μου θα σχεδιάζω κύματα που θα μας πηγαίνουν όλους ένα ονειρικό ταξίδι σε Ακυβέρνητες πολιτείες, με καπετάνιο τον Δάσκαλο.

Ράνια: Ξεκλείδωσε με τα αόρατα κλειδιά του τις πόρτες που από χρόνια ήταν ασφαλισμένες.

Λίλιαν: Ο δικός μας Δάσκαλος.

Αποστολία: Συμφωνώ και επαυξάνω.

Άννα: Είναι νωρίς για δάκρια.

Νόπη: Ίσως και αργά.

Λίνα: Θα μας πιάσουν τα ζουμιά. Πάμε για τσίπουρο, για να γιάνουμε.

Όλοι : Στον Δάσκαλο μας με αγάπη.

 

Πέπη Χατζάτογλου

Κάποιος είπε:  «Δε μιλώ άλλο γι αγάπη,  η αγάπη είναι παντού»,

Και γω λέω  :  τουλάχιστον, ήταν παντού.

Ναι, ευχαριστώντας σας με συγκίνηση, νιώθω ευγνωμοσύνη που εξαιτίας σας και ιδιαίτερα χάρη στον συντονιστή αυτού του «Εργαστηρίου»,  που όπως και ο ίδιος ομολογεί, είχε τους φόβους και τους δισταγμούς του για την «παρουσία» του σ’ αυτήν εδώ την πόλη,  μπόρεσα  να ξανασκύψω μέσα μου, ν’ αφουγκραστώ ξεθωριασμένους εικόνες και ήχους, να μη σας φοβηθώ και να εκτεθώ, έτσι ώστε να γίνουν τα Σάββατά μου τόποι ονειρικοί.

Δάσκαλε, νάσαι πάντα καλά!!

Σ’ ευχαριστώ για την απλότητα, την ανθρωπιά σου, για τη συγκίνηση και την άνεση που ένιωσα ανάμεσα σε άγνωστους, έως πριν, ανθρώπους.

Εύχομαι σε όλους όμορφες γιορτές.

Σήμανε λήξις

Μια φωτογραφία από την λήξη του λογοτεχνικού εργαστηρίου 8 Σαββάτα που οργανώσαμε στο συνεργατικό βιβλιοπωλείο – καφέ Ακυβέρνητες Πολιτείες στην θεσσαλονίκη από τις 14 Οκτωβρίου μέχρι τις 9 Δεκεμβρίου 2017.Λείπουν αρκετά από τα μέλη του εργαστηρίου μας, αλλά έτσι είναι οι στιγμές. Ποτέ δεν είναι πλήρεις.
Τελευταίο από τα πολλά δώρα που έλαβα από τους μαθητές και τις μαθήτριές μου ήταν ένα κλειδί. Σύμβολο ότι ξεκλειδώθηκαν λογοτεχνικά, αλλά και ότι έχω πια το κλειδί της πόλης και των σπιτιών τους για να ξανάρχομαι όποτε θέλω εδώ, όπως μου είπαν.
Σε μένα μένει η τιμή να με αποκαλούν όλοι αυτοί οι σπουδαίοι και ιδιαίτεροι άνθρωποι δάσκαλο, και να το πιστεύουν.

Φωτογραφία του Γιάννης Μακριδάκης.

Στο 2ο ΓΕΛ Θερμαϊκού

Σήμερα πέρασα ένα εξαιρετικό πρωινό στο 2ο Γενικό Λύκειο Θερμαϊκού, στην Περαία. Η πρόσκληση ήταν από τον Λογοτεχνικό Όμιλο των μαθητών 1ης και 2ας τάξης μέσω των καθηγητών τους Νόρας Αναγνώστου, Ηλία Γαλατερού και Μαρίας Παπαδοπούλου.
Τα παιδιά είχαν δουλέψει πάνω στα βιβλία μου Η δεξιά τσέπη του ράσου, Όλα για καλό, Η Άλωση της Κωσταντίας και Το Ζουμί του πετεινού, αλλά και σε διάφορα κείμενα που ανεβάζω κατά καιρούς στο μπλογκ, και ήταν τόσο καταρτισμένα, τόσο συνειδητά εκεί στην συνάντησή μας, που με συγκίνησαν. Περάσαμε μαζί δύο και πλέον υπέροχες ώρες, με καταπληκτικές εύστοχες ερωτήσεις φιλοσοφικού, βιωματικού και λογοτεχνικού περιεχομένου και αναζητήσεων, μιλήσαμε για την τέχνη που βρίσκεται γύρω μας, για την αλήθεια της ψυχής, για το βίωμα της ζωής με πάθος και αφοσίωση, για το Χάος το δημιουργικό του Σύμπαντος Κόσμου και την Τύχη, την Σύμπτωση, τις πορείες της ζωής μας, τα βιώματά μας που μας καλλιεργούν και μας καθορίζουν, για τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις διάφορες καταστάσεις στη ζωή μας, προσωπικές, φιλικές, οικογενειακές, για τον έρωτα, την τέχνη, τα μαθηματικά, τις σπουδές, την αποδοχή των γονιών, και τόσα άλλα θέματα. Είπαμε πάρα πολλά και είδα τόσα μάτια αφοσιωμένα σήμερα, που ένιωσα μεγάλη χαρά και τιμή στη σκέψη ότι μπορεί να αποτελέσουν τα λόγια μου έμπνευση έστω και για ένα παιδί.
Ο λογοτεχνικός όμιλος των μαθητών, μια ομάδα από 30 περίπου παιδιά, θα έρθουν και στη Χίο την άνοιξη σε εκπαιδευτική εκδρομή, να γνωρίσουν το νησί και να κάνουμε μίνι εργαστήρι λογοτεχνίας στη Βολισσό.
Ευχαριστώ πάρα πολύ όλους και όλες τους μαθητές και τις μαθήτριες, αλλά και τους δασκάλους και τις δασκάλες τους που με κάλεσαν και μου έδωσαν τέτοια χαρά.

Φωτογραφία του Γιάννης Μακριδάκης.

Από την φιλόλογο Νόρα Αναγνώστου του 2ου ΓΕΛ Θερμαϊκού, για την συνάντησή μας με τους μαθητές της:

Κυρία, εγώ να φύγω, γιατί εδώ μέσα όλοι θα προσέχουν κι εγώ είμαι ζωηρός και φοβάμαι μην κάνω καμιά βλακεία, είπε ο Βασίλης αλλά εύκολα μεταπείστηκε κι έμεινε στο εδώ μέσα, δηλαδή σε μια πρωινή, προχθεσινή συνάντηση 100 περίπου μαθητών του λυκείου μας με τον συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη. Κι αντί για καμιά βλακεία, έκανε ερωτήσεις ο Βασίλης, κι όχι μόνο αυτός, πολλές ερωτήσεις, όλοι, πολλές, σχεδόν απροσδόκητες ερωτήσεις, που έμοιαζαν να βγαίνουν από ένα κομματάκι εφηβικής ψυχής που άνοιγε χάρη στη συνάντησή του με δυο τρία βιβλία και τον συγγραφέα τους. Κι εκείνος, πρόθυμος, μα τόσο συγκινητικά και αποφασισμένα πρόθυμος, φυσικός, καθισμένος όχι μπροστά στο μικρόφωνο αλλά πάνω στο τραπέζι, με τα παιδιά γύρω του, να απευθύνεται σε έναν έναν προσωπικά, να παίρνει το κάθε ερώτημα και να το βαθαίνει με αλήθεια, χιούμορ και σεβασμό, προκαλώντας όλο και νέα ερωτήματα. Γιατί οι αλήθειες όταν εκφράζονται ανακαλούν αλήθειες και τις συναντούν. Κάπως έτσι, διαβάζοντας, γράφοντας και συζητώντας στο σχολείο με βάση το έργο του Γ. Μακριδάκη, ζήσαμε τον τελευταίο καιρό τη λογοτεχνία σαν έναν τρόπο να βρίσκεις όχι απαντήσεις αλλά ερωτήσεις, να γυρνάς στους γονείς σου και να τους ρωτάς, να γυρνάς στον εαυτό σου και να τον ρωτάς, να τον οραματίζεσαι ξανά, να φεύγεις από το σχολείο πιο ελαφρύς, γιατί νιώθεις τον κόσμο λίγο πιο πλούσιο και πολύ πιο μοιρασμένο και κοινό. Σε μυριοευχαριστούμε, Γιάννη.Εννοείται ότι θα συνεχίσουμε, Βασίλη