κάλλιο αργά παρά ποτέ

Σήμερα είδα μια φωτογραφία που ανάρτησε κάποιος φίλος και σε σκέφτηκα…
Σου τη στέλνω λοιπόν- είναι μια φωτογραφία από ένα κλειστό μαγαζί ( απ τα πολλά που έχουν βάλει λουκέτο… ) στο οποίο κάποιος έχει γράψει στη βιτρίνα του- μου θύμισε το τίτλο του βιβλίου σου και γι αυτό στη στέλνω…
Β.Π

Όλα για καλό: Αναγνωστική απόκριση PROUST & KRAKEN

«Τον Μιχάλη τον πήρε ο αέρας. Είχε σταθεί προς νερού του άκρη-άκρη στην πιο ψηλή αναβαθμίδα του βουνού, έξω από το καλύβι του και πήγε από κάτω. Έτσι συνήθιζε, να στέκει εκεί, στο χείλος της πεζούλας και να κορδώνεται, για να βγάλει το πουλί του όσο μπορούσε πιο μπρος. Σαν τόξο ινδιάνικο γινότανε το κορμί του από το τέντωμα. Έβαζε και το δεξί του χέρι στο νεφρό και έσπρωχνε κάπως κι από κει. Με το αριστερό διεύθυνε το βέλος, ανάλογα με τον άνεμο, για να στέλνει το κάτουρο κατευθείαν στην αποκατινή εμασιά. Όλα αυτά επειδή δεν ήθελε να πιτσιλάει τα πόδια του και να βρομάνε τα μπατζάκια του ύστερα κατρουλίλα. Μα εκείνο το απόγευμα έπεσε και αυτός. Δεν ήτανε πολύ ψηλά, σκάρτα δυο μέτρα μόνο, αλλά την πήρε βολικά. Χτύπησε το κεφάλι του απάνω σε μια κοτρόνα που είχε κυλήσει απ’ τη μισογκρέμια ξερολιθιά και έμεινε επί τόπου. Ξαίμαξε ώσπου ν’ ανεβώ.»

Το πρώτο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη που διάβασα ήταν «Η δεξιά τσέπη του ράσου». Είχα εντυπωσιαστεί με την τρυφερή αυτή και ευαίσθητη νουβέλα. Φυσικά, όπως κάνω πάντα με τα βιβλία που λατρεύω, πίεσα τους πάντες να σπεύσουν να το διαβάσουν (δεν είχα τότε το blog, για να γίνει αυτό σε μεγαλύτερη κλίμακα!), ενώ και εγώ με τη σειρά μου αγόρασα αμέσως το «Ανάμισης ντενεκές», το οποίο ομολογώ ότι δεν έχω διαβάσει ακόμα (είναι μια κάποια διαταραχή που έχω: κρατάω βιβλία αγαπημένων συγγραφέων στην άκρη για καιρό, ώστε να έχω απόθεμα σε περίπτωση λογοτεχνικής ξηρασίας). Το «Ήλιος με δόντια» είναι ένα ακόμη από τα πιο λατρεμένα μου βιβλία από Έλληνα συγγραφέα, ενώ και η «Άλωση της Κωνσταντίας» έχει χαραχτεί βαθιά στη μνήμη μου. Θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω και για άλλα βιβλία του Μακριδάκη, αλλά εν προκειμένω προτεραιότητα πρέπει δικαίως να δοθεί στο τελευταίο του μυθιστόρημα, το «Όλα για καλό», που εκδόθηκε πρόσφατα από την Εστία (όπως και όλα τα βιβλία του) και το οποίο με συνεπήρε, όπως ο άνεμος τον Μιχάλη στην αρχή του βιβλίου.
Ο εξηντάχρονος Μιχάλης (πρώην μοναχός Νικηφόρος), αν και νεκρός από τις πρώτες γραμμές του βιβλίου, είναι ο βασικός πρωταγωνιστής της γεμάτης ανατροπές νέας ιστορίας του Μακριδάκη, αφού η ζωή του, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας με συνεχή flash-back, έχει ορίσει τις ζωές των άλλων δύο πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, του τριανταοχτάχρονου Δημοσθένη και της κατά δέκα χρόνια νεότερής του Κατρίν με τρόπο απρόσμενο. Θα διαβάσετε στο βιβλίο με ποιον τρόπο, γιατί ένα από τα πράγματα που κυρίως στο δεύτερο μέρος θα λατρέψετε είναι αυτές ακριβώς οι ανατροπές στην πλοκή, που θα σας αφήσουν άφωνους και με μάτια βουρκωμένα.

Λίγα μόνο ακόμα λόγια για την ιστορία χωρίς spoilers:

Βρισκόμαστε στη Χίο και είναι χειμώνας του 2015. Το νησί κατακλύζεται από πρόσφυγες, πτώματα ξεβράζονται στις ακτές και ο Δημοσθένης μαζί με λίγους κατοίκους του χωριού φτιάχνουν σε ένα παλιό νοσοκομείο που πια δεν χρησιμοποιείται και στο οποίο κάποτε νοσηλεύονταν άνθρωποι με λέπρα («σπιτάλι» αναφέρεται στο βιβλίο, νεολογισμός από το «hospital») μία αυτοσχέδια κουζίνα, για να φτιάχνουν στους πρόσφυγες της γύρω περιοχής φαγητό. Τους βοηθάει μια Ελληνογερμανίδα, η Κατρίν, η οποία επισκέφθηκε το νησί αφενός για να γίνει εθελόντρια, αφετέρου για να δει τον τόπο καταγωγής της και να μάθει πράγματα για την οικογένειά της, τα οποία και εμείς μαθαίνουμε σταδιακά. Πέραν των τριών αυτών ηρώων, βρίσκουμε και άλλους πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες, κυρίως ηλικιωμένους, που με καλοσύνη, ανθρωπιά και αυταπάρνηση βοηθούν τον κόσμο που καταφθάνει από τα παράλια της Μικράς Ασίας, όπως την κυρα-Στάσα, την κυρα-Καλή και τον καπτα-Φώταρο, ενώ είναι πολλοί ακόμα οι χαρακτήρες που ξεπλέκουν το κουβάρι της αφήγησης, ξεπηδώντας από το παρελθόν, όπως η Γιασεμώ, ο Ιωακείμ και η Εμμανουέλα, για να κλείσουν ανοιχτά κεφάλαια του αφηγηματικού παρόντος. Φυσικά, βρίσκουμε και άλλους χαρακτήρες που πιστεύουν ακράδαντα ότι μέσω των προσφύγων υπάρχει σχέδιο εξισλαμισμού της ελληνικής κοινωνίας, ενώ αναφορές γίνονται και σε πλιατσικολόγους που σαν πειρατές περιμένουν στις ακτές τους πρόσφυγες, για να πάρουν τις μηχανές απ’ τις βάρκες που τους μεταφέρουν, πριν καταφθάσουν οι αρχές.
Με μια γέννηση ξεκινάει ο Μακριδάκης το μυθιστόρημά του, αλλά και με δύο θανάτους, αυτόν του Μιχάλη και τον θάνατο ενός πρόσφυγα, του Μουεζίν, το πτώμα του οποίου βρίσκει στην ακτή ο Δημοσθένης, ζωσμένο με δεκαπέντε χιλιάδες δολάρια. Μια χαρά λοιπόν και δυο λύπες αποτελούν τις αφορμές, για να ξεδιπλωθούν ιστορίες που ανατρέχουν μέχρι την εποχή που οι Έλληνες έφευγαν ως πρόσφυγες στη Συρία. Μας το θυμίζει αυτό το τελευταίο με ωραίο τρόπο ο συγγραφέας, για να μην ξεχνιόμαστε (που το έχουμε εύκολο σαν λαός).
Ως φόντο, λοιπόν, της ιστορίας του ο Μακριδάκης χρησιμοποιεί την προσφυγική κρίση και σαν εμπειρότατος συγγραφέας καταφέρνει χωρίς μελοδραματισμούς και ηθικολογίες να μας μιλήσει για τους πρόσφυγες, μέσα από την ιστορία των Κούρδων Καχραμάν και Γιασμίν, που εκείνο το χειμώνα του 2015, μέσα στο παλιό νοσοκομείο που κάποτε στοίβαζε τους λεπρούς του νησιού, η μαμή του χωριού ξεγέννησε την τελευταία. Φυσικά ο τόπος όπου η Γιασμίν γεννάει το μικρό της γιό, η «Σπιναλόγκα» της Χίου, καθόλου τυχαία δεν είναι για την πλοκή, αφού ο φόβος για τη συγκεκριμένη αρρώστια και ο κοινωνικός στιγματισμός ακόμα βασιλεύουν, ενώ στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα «δένουν» με το φόβο για τους πρόσφυγες. Παρ’ όλα αυτά, όπως συνεχώς μας θυμίζει ο συγγραφέας, καλά και κακά γίνονται πάντα μόνο για καλό! Ακόμα και τα μυστικά που αποκαλύφθηκαν και άλλαξαν για πάντα τις ζωές των πρωταγωνιστών.

«Έτσι, δεν έμαθε η Κατρίν εκείνο το πρωί τίποτα για τη θητεία του Μιχάλη. Δεν ήτανε γραφτό της να μάθει εγκαίρως φαίνεται. Έμαθε όμως το βράδυ, μετά το τραπέζι το γιορτερό, μετά και από το κλάμα που έριξε. Τότε έμαθα πολλά και εγώ για λόγου της, πολλά και απίστευτα. Και την άλλη μέρα, πριν απ’ το άλλο τραπέζι, το νεκρικό, έμαθα ακόμα πιο πολλά και ακόμα πιο απίστευτα, και το παράλλο πρωί, μετά από την εκκλησιά, έμαθα το πιο συγκλονιστικό, που αυτό δεν το ήξερε εκείνη. Ούτε της το φανέρωσα όμως ποτέ. Της το κράτησα κρυφό ώσπου έφυγε. Ούτε στον Μιχάλη είπα βέβαια τίποτα παραπάνω για την Κατρίν τις δυο μέρες που έζησε και τον ξαναείδα μετά την επίσκεψή μας. Δεν με ρώτησε βέβαια κιόλας τίποτα γι’ αυτήν. Σαν να μην την είχε γνωρίσει καθόλου ή να την είχε σβήσει απ’ τη μνήμη του. Μα και να με ρωτούσε, δεν ήξερα τίποτα τότε για να του πω. Αφού όλα μετά τον θάνατό του φανερωθήκανε. Σαν να ανοίξαμε το σεντούκι και να πετούσαμε έξω ένα-ένα τα υφάσματα· φτάσαμε μέχρι και τις φασκιές μας. Δεν έμεινε κρυπτόν υπό τον ήλιον ουδέν. Τότε τα μάθαμε όλοι μας όλα.»

Με τρόπο μοναδικό ο Μακριδάκης ενώνει τις προσωπικές ιστορίες των πρωταγωνιστών με την ιστορία των προγόνων τους, την σύγχρονη ιστορία του νησιού, την προσφυγική κρίση, με την παλαιότερη ιστορία του και το κεφάλαιο της λέπρας και της αντιμετώπισης των χανσενικών από τις κοινωνίες. Όλα αυτά με μια γνώριμη σε εμάς τους νησιώτες λαϊκή γλώσσα μπολιασμένη με τη νησιώτικη ντοπιολαλιά, όπως μας έχει, άλλωστε, συνηθίσει ο συγγραφέας στα βιβλία του. Το δε διακριτικό του χιούμορ είναι παρόν και σε αυτό το βιβλίο.

Ένα ακόμα εξαιρετικό βιβλίο από έναν εξαιρετικό συγγραφέα. Συγκλονιστική και απολύτως ταιριαστή με την ιστορία η φωτογραφία του εξωφύλλου. Πάντα προσεγμένες οι εκδόσεις της Εστίας.

Από την παρουσίαση του βιβλίου «ΟΛΑ ΓΙΑ ΚΑΛΟ» του Γιάννη Μακριδάκη στον Βόλο

 Γράφει η Λουΐζα Σολομών

Η άφιξη ενός συγγραφέα που διαβάζεις, που σου αρέσει, που είναι αναγνωρίσιμος δημιουργεί πάντα μια προσμονή και μια ανησυχία… Τον περιμέναμε το Γιάννη στο Βόλο. Είναι που μας αρέσουν τα βιβλία του, είναι που η γραφή του συνάδει με τη στάση ζωής του. Και ήρθε ζεστός, φιλικός, κάπως αμήχανος. Και όταν ενώνεται η αμηχανία αναγνώστη – δημιουργού, αρχίζει να υφαίνεται οικειότητα και ταύτιση. Και ό,τι προέκυψε ήταν μια μαγικά φιλική και ενδιαφέρουσα βραδιά.

Ήταν μια από τις καλύτερες παρουσιάσεις που έχω δει. Ένας από τους λόγους ήταν αυτή ακριβώς η οικειότητα, η αμεσότητα και το ζεστό κλίμα που δημιούργησε η συνομιλία μεταξύ αναγνωστών και συγγραφέα. Ουσιαστικές, μεστές οι παρατηρήσεις, ανθρώπινη επικοινωνιακή η ατμόσφαιρα.

Ο  Αποστόλης Μωραϊτόπουλος* πόσο αυθόρμητα συγκινητικά απάντησε “ναι” στην πρόσκληση-πρόκληση του Γιάννη Μακριδάκη να μη μιλάει από κάτω, αλλά να του κάνει παρέα δίπλα του! Ανέβηκε με συστολή και όμως ήταν βαθύς γνώστης του έργου και θα τον ζήλευαν προετοιμασμένοι για την περίσταση ομιλητές. Με συγκίνησε αυτή η συνομιλία , αυθόρμητη , ανθρώπινα αμήχανη, ισότιμη. Με την ίδια απροετοίμαστη οικειότητα ανέβηκε στο βήμα με τις διστακτικές και καίριες παρατηρήσεις της η δασκάλα μου στο Γαλλικό Ινστιτούτο (που φοβάμαι μη μεταφέρω λάθος το όνομά της μετά από τόσα χρόνια), και ο πάντα εύστοχος και απολαυστικός Θωμάς Κοροβίνης. Ένιωθα δίπλα μου τον  ετοιμόλογο ομιλητή Κώστα Καλημέρη να θέλει να πάρει μέρος στην κουβέντα και να μην τον αφήνει η αφωνία, που τον ταλαιπωρούσε εκείνη την ημέρα. Ήταν η παρέα που τον ακολούθησε από την έκθεση βιβλίου Θεσσαλονίκης και που αποδεικνύει ότι τους  ανθρώπους τους δένει η εκτίμηση, η αγάπη και η ανταλλαγή, απόψεων και συναισθημάτων. Να είστε καλά, ήταν πολύ όμορφη βραδιά.

Δε θέλω να μιλήσω για το ίδιο το βιβλίο και τη συγγραφική ικανότητα του Γιάννη , το έκαναν πολύ καλύτερα άλλοι. Θέλω , όμως, να επισημάνω ότι τα θέματα που αγγίζει είναι αυτά που τον καίνε , που μας καίνε, που ανάμεσα στα άλλα εμπεριέχουν λυτρωτική για τον αναγνώστη κοινωνική ευαισθησία . Ένας άξονας του τελευταίου του βιβλίου είναι οι πρόσφυγες της σύγχρονης Χίου, στη φιλοξενία των οποίων συνέβαλε  ενεργά ο Γιάννης Μακριδάκης. Και αυτό το βιβλίο , λοιπόν , πέρα από τις λογοτεχνικές αρετές , μας θυμίζει  ακόμη ότι οι όμορφες ρηξικέλευθες ή παραδοσιακές θεωρίες μπορούν ήσυχα κι απλά να γίνονται πράξη.

*Αποστόλης Μωραϊτόπουλος:

«Χθες ήταν ο Μακριδάκης στον Βόλο για το καινούργιο του βιβλίο.
Τον βρήκα έξω, τον θερμοχαιρέτησα και του είπα ότι το διάβασα και μ’ άρεσε πολύ.
Με πρότεινε αμέσως να το προλογίσω! Αυθόρμητα το δέχθηκα. Οποία τιμή… Μετά κρύος ιδρώτας. Έτρεμα. Η Αριστέα μου αναστατωμένη κι αυτή μου υπαγόρευε …σκονάκια από την πίσω σελίδα. Τελικά όλα πήγαν καλά, ΟΛΑ ΓΙΑ ΚΑΛΌ! Σ’ ευχαριστώ Γιάννη.»
(από ανάρτηση στο Facebook)

Όλα για καλό: Αναγνωστική απόκριση Margaret (goodreads.com)

Βαθμολογία: ★★★★

Οι ιστορίες του Μακριδακη είναι καλές. Αλλά ο τρόπος που τις διηγείται είναι αριστουργηματικός. Τα γλωσσικά ιδιώματα,οι λέξεις που ανασύρει ,ο τρόπος που τις συνταιριάζει,είναι ο λόγος για τον οποίο ότι γράφει είναι αξιόλογο. Η συγκεκριμένη ,μου φάνηκε αδύναμη σε σχέση με άλλες νουβέλες ,με λιγότερο πικρό κρυμμένο χιούμορ και ίσως λίγο τραβηγμένη. Αλλά η ρέουσα αφήγηση και η δομή της ιστορίας,είναι εξαιρετικές.

Πηγή

Εκπομπή στο Μεταδεύτερο

Μια εκπομπή της Ειρήνης Παλαιολόγου, η οποία συμμετείχε στο πασχαλινό βιωματικό λογοτεχνικό εργαστήρι στη Βολισσό κάνει μια αναφορά στην εμπειρία της κοντά μας, καθώς και για το βιβλίο “Όλα για καλό”

Ακούστε την εκπομπή εδώ

Αναγνωστική απόκριση: Γιώτα (goodreads.com)

Γιώτα :
Βαθμολογία: ★★
Έχοντας διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία του Γιάννη Μακριδάκη θεωρώ ότι το συγκεκριμένο είναι ανέμπνευστο. Γραμμένο με ευκολία , θυμίζει σενάριο παλιάς ελληνικής ταινίας( ο μετανοηθείς για τα σφάλματα του καλόγερος που επανέρχεται στα εγκόσμια, αφού έχει ήδη εν αγνοία του ένα παιδί, η Γερμανίδα που βρίσκεται στο νησί να βοηθήσει τους πρόσφυγες και παράλληλα να αναζητήσει τις ρίζες της και αυτές μπλέκονται τόσο με τη μοίρα του πρώην καλόγερου όσο και με την ιστορία του λεπροκομείου). Χωρίς ουσιαστικές ανατροπές, χωρίς πρωτοτυπία, χωρίς αυτή την πρωτόγονη ομορφιά των προηγούμενων βιβλίων του Μακριδάκη. Αυτό που συγκινεί τον αναγνώστη είναι η γλωσσική δύναμη του βιβλίου – ο Μακριδάκης χειρίζεται με ιδιαίτερη μαεστρία το λόγο και οι ήρωες του μιλούν απλά, λιτά και χωρίς φιοριτούρες.Θα κρατήσω την αγνότητα των χαρακτήρων του βιβλίου και τις όμορφες απόψεις τους , όπως και τις δυνατές μέσα στην απλότητα τους σκηνές της κηδείας και του αποχαιρετιστήριου δείπνου.

Όλα για καλό: Βιβλιοκριτική της Ειρήνης Παξιμαδάκη

“Όλα για καλό” είναι ο τίτλος του τελευταίου του μυθιστορήματος του Γιάννη Μακριδάκη που κυκλοφόρησε μέσα στο 2017 από το βιβλιοπωλείο της  Εστίας. Τι περιμένει κάποιος αναγνώστης που δεν έχει γνωρίσει τον Γιάννη Μακριδάκη μέσα από άλλα έργα του διαβάζοντας μόνο τον τίτλο του έργου; Προφανώς μια αισιόδοξη στάση ζωής, μια θετική θέαση των πραγμάτων, μια στωική αλλά όχι μοιρολατρική αντιμετώπιση όλων όσα συμβαίνουν στη ζωή μας.

Ο τίτλος είναι μια φράση leit motiv που βγαίνει για πρώτη φορά από τα χείλη της κυρα-Καλής, του πιο θετικού και φωτεινού χαρακτήρα της ιστορίας, που διόλου τυχαία φέρει το συγκεκριμένο nomen omen, και στη συνέχεια εκφέρεται κι από τους άλλους ήρωες, πιο πολύ σαν διαπίστωση στην οποία οδηγεί η αδυναμία να ερμηνεύσουν την τροπή που παίρνει πολλές φορές η ζωή τους.

Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα νησί που δεν κατονομάζεται, αλλά δεν χρειάζεται να σκεφτεί πολύ κανείς ότι είναι η Χίος. Γύρω από το σπιτάλι, το παλιό λεπροκομείο της Χίου, έναν τόπο ερημωμένο και στιγματισμένο, που κάποιοι εθελοντές  με προσωπική δουλειά και μεράκι έχουν ανακαινίσει, ώστε να γίνει χώρος υποδοχής προσφύγων, να λειτουργήσει το κοινωνικό μαγειρείο και ένα μουσείο των λεπρών. Το αφηγηματικό παρόν της ιστορίας τοποθετείται τον Δεκέμβριο του 2015, συγκεκριμένα από τις 10 έως τις 15 Δεκέμβρη. Δύο θάνατοι και μια γέννηση είναι τα βασικά περιστατικά, γύρω από τα οποία ξετυλίγονται όλες οι ιστορίες που αποκαλύπτονται. Ιστορίες που εκτείνονται πίσω στον χρόνο και φτάνουν μέχρι το  κύμα προσφύγων κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου από την Ελλάδα στην Ανατολή, και σημαδεύουν την κοινή μοίρα των ηρώων. Το βιβλίο ξεκινά απρόσμενα με την αφήγηση της σκηνής του θανάτου του Μιχάλη, ενός αναχωρητή που ζούσε μόνος του στα βουνά, αφήγηση που δίνεται με αρκετή ελαφρότητα. Δεύτερος θάνατος ο πνιγμός του μαροκινού πρόσφυγα Μουεζίν Ουμπελκάς, το πτώμα του οποίου ξεβράζεται στις ακτές του νησιού (σελ. 39) και η κηδεία του είναι μια παρωδία εξοδίου ακολουθίας και ενταφιασμού ενός μουσουλμάνου σε χριστιανικό ναό. Τρίτος γεγονός η γέννηση του μικρού Σαββάς, μόλις η ετοιμόγεννη μητέρα του, Γιασμίν, και ο πατέρας του, Καχραμάν, πρόσφυγες κουρδικής καταγωγής, διασώζονται και περιθάλπονται από τους ήρωες της ιστορίας. Είναι χαρακτηριστικό του ύφους του συγγραφέα το χιούμορ και η ελαφρότητα με την οποία δίνονται οι θάνατοι στο βιβλίο, σαν να θέλει να ξορκίσει το κακό και να ελαφρύνει την ανάγνωση, καθώς η τραγικότητα του θανάτου δεν αμφισβητείται από τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να τον αφηγηθεί κανείς.

«Φέρναμε βόλτες πέρα δώθε μαζί στη σκοτεινή ακρογιαλιά, για να μην παγώσουνε τα πόδια μας, και αφουγκραζόμαστε το σκοτάδι, μπας και ακούσουμε τον παραμικρό ανθρώπινο ήχο να έρχεται από τη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Κάποτε πιάσαμε και μια κουβέντα ψιλή, τα πρώτα της γνωριμίας. Δεν προκάμαμε όμως να πούμε πολλά γιατί σκουντουφλήσαμε και οι δυο μαζί απάνω στον Μουεζίν, που μόλις εκείνη την ώρα τον είχανε ξεβράσει τα κύματα. Φρεσκοπνιγμένος φαινότανε, ξυλιασμένος και άκαμπτος ήτανε, σαν σανίδα. Βγάλαμε τότε και οι δυο από μια πνιχτή κραυγή, σα να καταλάβαμε τι μας έλαχε μες στα πόδια μας. Στο λεφτό η Κατρίν με  μια ψυχραιμία γερμανική μού έγνεψε ησυχία και γονάτισε σβέλτα πλάι στον πνιγμένο. Έπιασε να τον ψαχουλεύει με κινήσεις πεταχτές, να χώνει τα χέρια της μέσα στις τσέπες του και να τον ερευνά από πάνω ίσαμε κάτω. Σαν να είχε περάσει κάποια εκπαίδευση προτού να έρθει εδώ» (σελ 38-19)

«Πιάσαμε τα σκοινιά από τις δυο πάντες κι αγαντάραμε. Σηκώθηκε σαν κούτσουρο, έτσι άκαμπτος που ήτανε. Κάναμε ύστερα δύο βήματα πλάγια ο καθένας, δρασκελίσαμε τον τάφο και τον βάλαμε ανάμεσα στα ανοιχτά μας σκέλια, με τον νεκρό να αιωρείται από πάνω του. Αφήσαμε κόμπο με τον κόμπο λάσκα τα σκοινιά και ο Μουεζίν φασκιωμένος με το σεντόνι του κατέβηκε μέσα. Τον αποθέσαμε γλυκά στη γη και τραβήξαμε τα σκοινιά από τη μια άκρη για να τα πάρουμε απάνω. Πιάσαμε ύστερα από μια χούφτα χώμα ο καθένας και τη ρίξαμε στο νεκροσέντονο, τον πότισε και λιγάκι νερό στη μούρη από το παγούρι της η Κατρίν. (σελ 72-73)

Βασικός φορέας της αφήγησης είναι ο Δημοσθένης, που ζει στο νησί, έχει καταφέρει να είναι πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου και συμβάλλει ενεργά στην αρωγή των προσφύγων που καταφθάνουν εκεί. Όλη η ιστορία δίνεται σε πρώτο πρόσωπο, με εστίαση αποκλειστικά εσωτερική, μέσα από τον Δημοσθένη, και μέσα από τη δική του αφηγηματική φωνή βγαίνουν στο φως οι ιστορίες όλων των προσώπων του μύθου. Όλοι οι ήρωες συνδέονται με μια αόρατη κλωστή που θα αποκαλυφθεί με την ολοκλήρωση της αφήγησης. Η αφηγηματική τεχνική που επιλέγει ο συγγραφέας είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Η διήγηση των όσων διαδραματίζονται δεν είναι σε καμιά περίπτωση γραμμική και χρονολογική. Αφήγηση αριστοτεχνικά δουλεμένη, σχεδόν συνειρμική, κινείται σπειροειδώς γύρω από τη γέννηση και τους θανάτους, αφήγηση δαιδαλώδης, παλίμψηστη, με πολλούς εγκιβωτισμούς, συνεχείς επαναλήψεις, προοικονομίες και προσημάνσεις, που στο τέλος όμως σε οδηγούν στην έξοδο από τον λαβύρινθο και στη λύτρωση. Είναι στιγμές που το παλίνδρομο της αφήγησης δίνει την αίσθηση των κυμάτων της θάλασσας που χτυπούν τις ακτές και πάλι τραβιούνται, έχοντας όμως αφήσει πίσω τους νεκρούς και ζωντανούς πρόσφυγες.

Το μυθιστόρημα διαβάζεται απνευστί, καθώς ο καταιγισμός των αποκαλύψεων και οι απανωτές ανατροπές δεν σου επιτρέπουν να το αφήσεις από τα χέρια σου. Στο τέλος της ιστορίας δεν μένει καμιά απορία, κανένα κενό, κανένα σκοτεινό σημείο. Μυστικά ξεθάβονται, αλήθειες ξεσκεπάζονται και οι ζωές τους αναδιατάσσονται και τακτοποιούνται. “Όλα για καλό” γίνονται.

Ας δούμε λίγο τους ήρωες έναν-έναν:

Ο αφηγητής-ήρωας Δημοσθένης, ο εθελοντής, ο πιονέρος της κατάληψης και αλλαγής χρήσης του παλιού λεπροκομείου, λειτουργεί λίγο ως Ρομπέν των Δασών και είναι το άλτερ έγκο του συγγραφέα, αν σκεφτεί κανείς την εθελοντική δράση του τελευταίου στο νησί και τη στάση του απέναντι στο θέμα της αντιμετώπισης των προσφύγων. Η ανακάλυψή του όμως ότι αποτελεί γέννημα μιας παλιάς παράδοσης του νησιού τον καθιστά ήρωα τραγικό.

Δίπλα στον Δημοσθένη, η ελληνογερμανίδα Κατρίν, που έρχεται ως εθελόντρια να βοηθήσει τους πρόσφυγες που καταφθάνουν στο νησί, πιο πολύ όμως να ανασκαλέψει το παρελθόν της, είναι ερωτευμένη με τον Δημοσθένη και κουβαλά τα περισσότερα μυστικά από όλους, «κρύβει μια ιστορία μέσα στη βαλίτσα και στην ψυχή της». (σελ. 145)

Δίπλα τους ο καπτα-Φώταρος, εμβληματική φιγούρα, πληθωρική προσωπικότητα, το αρχέτυπο του Έλληνα με την καλή ψυχή και τις αγαθές προθέσεις, με τη διάθεση για προσφορά και φιλοξενία να κυλά στις φλέβες του, έρχεται σε αντιδιαστολή με τον συντηρητικό και ξενόφοβο παπα-Σίωρο, ο οποίος τον κατηγορεί ως υπεύθυνο για την ισλαμοποίηση της χώρας.

Η κυρα-Στάσα, η μαμή του χωριού, και η κυρα-Καλή, συμπαθητικές μητρικές φιγούρες. Η πρώτη διοργανώνει το δείπνο στο σπίτι, κατά τη διάρκεια του οποίου αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι των συνταρακτικών αποκαλύψεων και η δεύτερη κατευνάζει τα πνεύματα με την αφοπλιστική διαπίστωση “όλα για καλό”.

Κεντρική φιγούρα και ο Μιχάλης, η άλλη περσόνα του συγγραφέα. Ο ξέπαπας, ο πρώην καλόγερος και μετέπειτα αναχωρητής, ο τρελός του χωριού, που κάνει όμως λογικές διαπιστώσεις και έχει εύλογες ανησυχίες για τους κινδύνους που απειλούν το φυσικό περιβάλλον, συνταράσσει όλους, όχι τόσο με τον θάνατό του, όσο με την αποκάλυψη των μυστικών της ζωής του.

Ο Γιάννης Μακριδάκης επιλέγει να επανέλθει στο λογοτεχνικό προσκήνιο με ένα θέμα προσγειωμένο στην επικαιρότητα, ένα θέμα που έχει διχάσει την ελληνική κοινωνία και εξακολουθεί να το κάνει: την υποδοχή και ένταξη των προσφύγων.

«Καθόμαστε εκεί λοιπόν, κρυμμένοι, και περιμέναμε, να εξαφανιστούν πρώτα οι άλλοι. Μετά παραλαβαίναμε εμείς τους ανθρώπους, τους δίναμε στεγνά ρούχα να αλλάξουνε, γάλα για τα μωρά τους, κάνα μπισκότο, ό,τι είχαμε τέλος πάντων, μπας και γλυκάνουμε τη ζωή τους λιγάκι, εδώ που ’ρθανε. Μπας και σβήσουμε κι εμείς τα κρίματα τα δικά μας, αλλά και των κουρσάρων μαζί· όλης της ανθρωπότητας. Μας φιλούσανε τα χέρια οι άμοιροι. Κλαίγανε από την ταλαιπώρια και τη χαρά τους μαζί. Πολλοί δεν είχανε ξαναδεί ποτέ τους τη Θάλασσα και τρέμανε σύγκορμοι σαν τρομαγμένα σκυλιά, πέφτανε με τη μούρη στην ακροθαλασσιά και φιλούσανε τα λιλάδια. Άλλοι χορεύανε ξυπόλυτοι, τραγουδούσανε, πιανόνταντε αγκαλιά και χοροπηδούσανε, φιλούσε ο ένας τον άλλο. Μεγάλο ραβαΐσι γινότανε, απερίγραπτο».(σελ 43)

Απ’ ό,τι φαίνεται οραματίζεται την επαναχρησιμοποίηση χώρων του νησιού, όπως είναι το παλιό λωβοκομείο της Χίου, η άλλη Σπιναλόγκα,   και προκρίνει την επιστροφή σε έναν τρόπο ζωής πιο κοντά στη φύση, τη ζωή σαν «φυσικός άνθρωπος», για να δανειστώ μια φράση από το “‘Ονειρο στο κύμα” του Αλέξανδρου Παπαπαδιαμάντη

Γράφει ένα μυθιστόρημα για το προσφυγικό χωρίς συναισθηματισμούς και ηθικολογίες και οι πτυχές της ιστορίας του αντικατοπτρίζουν τις δυο τάσεις που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία: από τη μια ο συντηρητισμός και η ξενοφοβία, από την άλλη η προσφορά και η φιλανθρωπία. Μέσα από το παρελθόν των ηρώων, μέσα από τις παλιές ιστορίες των στιγματισμένων τροφίμων του λεπροκομείου,   μέσα  την οδύσσεια των σύγχρονων εκτοπισμένων,  αναγνωρίζει κανείς τον πόνο του αποκλεισμού και της διαφορετικότητας, πόνο διαρκή κι επίμονο.    Και στο κέντρο του μυθιστορήματος, όπως στην αληθινή ζωή, ο άνθρωπος: «γιατί το μόνο που αξίζει στη ζωή είναι να επικοινωνείς με τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ο Θεός» (σελ 173).

Αυτό που λογοτεχνικά ξεχωρίζει το τελευταίο μυθιστόρημα του Γιάννη Μακριδάκη είναι οι γλωσσικές επιλογές του. Χιώτικες ντοπιολαλιές παρεισφρέουν στον λόγο με τόση φυσικότητα και παρ’ όλο που ίσως δυσκολεύουν τον αναγνώστη, ομορφαίνουν την αφήγηση (σπιτάλι, μπεγιέντησε, σπατσάραμε, λιλάδια, ραβαίσι, τεμπέκια, αλουέδες, μπουλμέδες, κούντρο, μαμούκια). Οι περισσότερες λέξεις γίνονται εύκολα κατανοητές από τα συμφραζόμενα, για ορισμένες έχει φροντίσει να παραθέσει ένα γλωσσάρι ο συγγραφέας στην ιστοσελίδα του και για άλλες έχει γράψει ο Νίκος Σαραντάκος στη δική του ιστοσελίδα.

“Όλα για καλό”, λοιπόν σ’ αυτό μυθιστόρημα. Για καλό πέθανε ο ξέπαπας Μιχάλης,  για καλό δεν ενέδωσε ο Δήμος στον έρωτα της Κατρίν, για καλό ξεβράστηκε το πτώμα του Μουεζίν στις ακτές, για καλό γεννήθηκε το μωρό των προσφύγων  στο σπιτάλι, για καλό έγραψε το μυθιστόρημα αυτό ο Γιάννης Μακριδάκης, αφού σίγουρα για καλό γράφεται η λογοτεχνία.