“Ο πετεινός στο Άμστερνταμ”

Καλημερα Γιαννη,

Ξυπνησα στο αμστερνταμ κ παω στο σαλονάκι του σπιτιού που νοικιάζω κ τι βλεπω πάνω στο τραπεζάκι…;;; τον ροδωνα σου με τον πετεινο!
Τι καλύτερο απο αυτο;
Είσαι παντού!
Ελένη Μ.

Νοίκιασα ενα σπίτι air bnb απο μια ελληνίδα…δεν την ήξερα!
Αλλα μας υποδέχτηκε με Μακριδακη στο τραπεζάκι αντί για γλυκό κ μέντα!

Για τις 10516 μέρες

Τελείωσα την πρώτη ανάγνωση του βιβλίου και λέω πρώτη γιατί είναι η φύση του τέτοια που σε προτρέπει να ανατρέξεις ξανά και ξανά στις σελίδες του. Απίστευτη δουλειά έκανες, πολύ το ευχαριστήθηκα, ζωντάνεψε μέσα από τις σελίδες η Χίος σε όλες της τις διαστάσεις, πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου εποχές και γεγονότα, πολιτικοί και πολιτικές, άνθρωποι της πόλης και άνθρωποι της υπαίθρου, καλλιτέχνες, αθλητές, ληστές, μηχανορραφίες και κουτοπονηριές, ελπίδες και ματαιωμένα όνειρα, κακουχίες και τραγελαφικές αστοχίες, άπειρες, επαναληπτικές ονοματοθεσίες των ίδιων δρόμων και περιοχών, διωγμός, προσφυγιά, ασθένειες και φυσικές καταστροφές, μέχρι τον καιρό είδα, τη βροχή και τα σύννεφα που έτρεχαν στον ουρανό, το πυκνό σκοτάδι της νύχτας, τη βουή του ανέμου και την τρικυμισμένη θάλασσα.
Ένιωσα, αφουγκράστηκα, μύρισα, άκουσα την Χίο μέσα στον χρόνο και ήταν απολαυστικό αυτό το ταξίδι εκτός από επιμορφωτικό. Σε ευχαριστώ και πάλι, ήταν το κομμάτι του παζλ που έλλειπε, ο θεμέλιος λίθος του έργου σου, η αρχή όλων όσων ακολούθησαν, μεγάλωσαν και άνθισαν μέσα στη λογοτεχνία σου και έγιναν τέχνη.
Υπέροχο! Σε ευχαριστώ!
Μαρίνα Σ.

Pelineo.doc: Ποιος θα το λατρέψει;

 

Η Σούδα, η τάφρος δηλαδή του Κάστρου της Χίου ήταν κάποτε ένα κομμάτι εύφορης γης στο κέντρο της πόλης. Την καλλιεργούσαν οι πρόσφυγες που ζούσαν μέσα στον οικισμό του Φρουρίου. Με την έλευση της καταναλωτικής εποχής και την αλλαγή των αξιών της ανθρωπότητας η Σούδα μεταμορφώθηκε. Αλλού το χώμα της σφραγίστηκε από άσφαλτο και έγινε δρόμος και χώρος στάθμευσης οχημάτων, αλλού έγινε «εξωραϊσμός» με γκαζόν και διαδρόμους περιπάτου και τέλος, ένα μεγάλο κομμάτι της χρησιμοποιείται για την ανάπτυξη καταυλισμού των σύγχρονων προσφύγων του καταναλωτικού καπιταλισμού.

Η ανθρωπότητα όμως οδεύει τάχιστα ξανά προς μια εποχή αναγκαίας επανεκτίμησης των αρχέγονων αξιών και του πραγματικού πλούτου των φυσικών πόρων. Κινήματα αστικών καλλιεργειών αναπτύσσονται δυναμικά από νέους ανθρώπους σε όλες τις πόλεις του «αναπτυγμένου» κόσμου. Η Σούδα του Κάστρου κάποια στιγμή πολύ σύντομα θα ξαναγίνει για τους ακτήμονες κατοίκους του Φρουρίου και της πόλης εύφορη γη για καλλιέργεια. Μια Δημοτική Αρχή με καλαισθησία και όραμα για τον τόπο θα την είχε ήδη αναδείξει ως τέτοια και θα είχε οργανώσει δράσεις αστικών καλλιεργειών στο κέντρο της πόλης με εκπαιδευτικούς αλλά και κοινωνικούς στόχους.

Το Pelineo.doc παρουσιάζει την Σούδα του Κάστρου ως τόπο παραγωγής τροφής των ανθρώπων του Φρουρίου. Η Μαρία Φεγγουδάκη, προσφυγικής καταγωγής κάτοικος Φρουρίου μας εξιστορεί τις αναμνήσεις της.

Δείτε το ταινιάκι

Αν σας αρέσουν οι μικρές ταινίες που παράγει το Pelineo.doc και θέλετε να γίνετε συμπαραγωγοί, επικοινωνήστε μαζί μας στο pelineo.doc@yahoo.com
Με τις πρώτες συνδρομές θα μας βοηθήσετε να αποκτήσουμε μια νέα κάμερα και ένα σύστημα ηχογράφησης για να βελτιώσουμε την ποιότητα της δουλειάς μας. Σας ευχαριστούμε πολύ

Έλενα Μαργαριτίδη
Γιάννης Μακριδάκης

Αντί Στεφάνου: Αναγνωστική απόκριση Αθηνάς Ζ.

makridakis-Anti-Stefanou21

Εκδόσεις Εστία, 2015
Επιμέλεια-διορθώσεις: Δώρα Καραφύλλη

Ο Στέφανος Λαδικός, εναλλακτικός καλλιεργητής και απομονωμένος από την τοπική κοινωνία κατά την επιστροφή του στο νησί, αναλαμβάνει χρέη νεκροθάφτη τις μέρες ακριβώς που η μητέρα του Πάτρα αποδημεί. Ο θείος εξ Αμερικής Σιλβέστρος, σε κρυφή συνεννόηση με τον παπά – Μαρίνο, επιχειρεί να καταστρέψει τη μικρή φυτοκοινωνία που έχει δημιουργήσει ο Στέφανος πάνω στο χώμα της μητέρας του, για να φτιάξει έναν περίτεχνο μαρμάρινο οικογενειακό τάφο.

Στη ολιγοήμερη θητεία του ως νεκροθάφτης, ο Στέφανος θα προσπαθήσει με τις πράξεις του να δείξει στους συγχωριανούς του μία διαφορετική αντίληψη ζωής, εφαρμόζοντας μοναχικά το δικό του πανανθρώπινο όραμα και προκαλώντας πρωτόγνωρες αντιδράσεις:

«… επέστρεψε δε τότε αποφασιστικά πάνω στα κόπρανα, ανέπνευσε βαθιά εξ αποστάσεως ακόμη ευρισκόμενος, οπλίστηκε με δύναμη ψυχής και με ξυλίκι μακρουλό, και επιδόθηκε να τα παρατηρεί και να τα ανασκαλεύει, οδηγούμενος πολύ σύντομα και δίχως καμία σχεδόν αμφιβολία στο συμπέρασμα ότι εξήλθαν απ’ το έντερο του ίδιου της του γιου, του μόνου στη νήσο γνωστού χορτοφάγου και σποροφάγου ανθρώπου αποκλειστικά […] αφού μοιάζανε στην όψη τα περιττώματά του με τα συνήθη στην ύπαιθρο της νήσου πλήρη σπόρων κόπρανα αγρίων ζωντανών, εμπεριείχαν δηλαδή ίνες φυτικές […] λόγω της χλωροφύλλης που λάμβανε με την τροφή.»

Μέσα από τραγελαφικά γεγονότα, η αναγέννηση συνομιλεί με τη φθορά˙ ο ρυθμός της φύσης διατηρεί την αιωνιότητά του απέναντι στο εφήμερο της πρόσκαιρης ανθρώπινης κατανάλωσης˙ η αποδοχή των πραγμάτων συγκρούεται ανοιχτά με τη ματαιότητα του ανθρώπινου «εγώ» που, φοβισμένο υψώνει μάρμαρα, σε μια εναγώνια προσπάθεια να αφήσει ίχνη, αντί να αφεθεί να σβήσει για να ξαναγεννηθεί.

Ο Στέφανος Λαδικός φέρει ένα μήνυμα. Κάνει τον εαυτό του σιωπηλό σύμβολο και ενώνεται με τη ζωοποιό φύση, τη στιγμή που οι γύρω του πασχίζουν να ζήσουν εναντίον της, ξεχνώντας ότι και οι ίδιοι είναι κομμάτι της. Θα μπορέσουν να τον καταλάβουν;

Πηγή

Όλα για καλό: Νησιώτικα μυστικά ζωής, έρωτα και θανάτου (vidalart.gr)

Ο Γιάννης Μακριδάκης από τη Χίο είναι ένας από τους τέσσερις Ελληνες σύγχρονους πεζογράφους που μ’ αγγίζουν ιδιαίτερα (οι άλλοι τρεις είναι ο  Πειραιώτης Διονύσης Χαριτόπουλος και οι Θεσσαλονικιοί Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ισίδωρος Ζουργός).

Μ’ αφορμή το καινούργιο  μυθιστόρημα του Μακριδάκη «Ολα για καλό» (έκδοση του βιβλιοπωλείου της Εστίας) ας πούμε αρχικά τι εκτιμούμε στη  γραφή του αλλά και στον ασυνήθιστο τρόπο ζωής του.

Μολονότι σπούδασε μαθηματικά κι έμεινε ένα φεγγάρι  στην Αθήνα, επέστρεψε στο νησί του τη Χίο  κι εγκαταστάθηκε σ’ ένα μακρινό χωριό ζώντας μόνιμα εκεί ως αγρότης. Σπάνιο φαινόμενο να καλλιεργεί κανείς τη γή και τη γραφή, να είναι παραλληλα ακτιβιστής και ανθρωπιστής , να παλεύει για τον τόπο του αλλά και για πρόσφυγες-μετανάστες που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Είναι άξιο μνείας ότι σχεδόν όλα τα βιβλία του έχουν πηγή έμπνευσης το νησί του, πατούν στέρεα στο χτες  και το σήμερα. Στις νουβέλες και τα μυθιστορήματά του «δένουν» αρμονικά οι αντιθέσεις  των παλαιότερων με τους νεότερους. Η γη, η παρέα, το φαγοπότι, το κρασί, οι μνήμες και οι διηγήσεις ευφραίνουν και γλυκαίνουν τους καθημερινούς μικροήρωές του παρά τα στραπάτσα και τις κακοδαιμονίες  που ελλοχεύουν. Η φύση είναι κυρίαρχο «κάδρο» στα βιβλία του.

Η γραφή του έχει μια αδιόρατη μαθηματική δομή και συχνά στις ιστορίες του υπάρχει κάποιο «μυστικό» που θα αποκαλυφθεί προς το τέλος (από το πρώτο του βιβλίο «Ανάμισης τενεκές», την «Αλωση της Κωνσταντίας» έως το τωρινό του «Όλα για καλό» όπου… δίνει ρέστα σε μυστικά κι ανατροπές).

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί στις μικρές προτάσεις του είναι απλή και κελαρυστή. Χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις από τον άφθονο γλωσσικό πλούτο της λαγαρής δημοτικής των απλών καθημερινών ανθρώπων αλλά και από τη χιώτικη ντοπιολαλιά. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι οι μικρόκοσμοι των ιστοριών του έχουν ενίοτε μια… παπαδιαμαντική αχλή.

Ας έρθουμε όμως στο καινούργιο του μυθιστόρημα «Όλα για καλό» (ο τίτλος παραπέμπει στη φράση που λένε  συνήθως άνθρωποι ηλικιωμένοι δίνοντας ένα τόνο αισιοδοξίας κι υπέρβασης έστω κι αν εδώ έχει ένα στωΪκό, γλυκόπικρο χρώμα).

Είναι πολύ δύσκολο να δώσεις το περίγραμμα του βιβλίου χωρίς να «προδώσεις» τα απανωτά οικογενειακά και κοινωνικά μυστικά που υπάρχουν σ’ αυτό και σιγά-σιγά βγαίνουν στην επιφάνεια.  Θα το επιχειρήσουμε ακροθιγώς  κεντρίζοντας τον αναγνώστη να «ταξιδέψει» μόνος του στα παιχνίδια της μοίρας, που συμπαρασύρουν τους δύο κεντρικούς ήρωές του.

Η ιστορία του διαδραματίζεται σ’ένα απομακρυσμένο χωριό του νησιού  στο χρονικό διάστημα Νοέμβριος -Δεκέμβριος του 2015 με ορισμένες αναδρομές στο παρελθόν.

Βασικός πρωταγωνιστής του ο 38χρονος Δημοσθένης, που μαζί με μια μικρή ομάδα έχουν φτιάξει σ’ένα εγκαταλειμμένο σπιτάλι (παλαιότερα οικισμό λεπρών), ένα κοινωνικό  μαγειρείο για να προσφέρουν τροφή στους πρόσφυγες. Ο ίδιος φιλοξενεί  την δέκα χρόνια μικρότερή του Κατρίν από τη Γερμανία και κατά το ήμισυ Ελληνίδα, η οποία έχει έρθει εθελοντικά να συνδράμει τους πρόσφυγες.

Ένα τρίτο πρόσωπο καθοριστικό στην ιστορία είναι ο 60χρονος Μιχάλης, ευφυής αλλά φευγάτος, που ζει απομονωμένος σ’ένα καλύβι στο βουνό (εξαιτίας ενός ατυχήματος με δική του υπαιτιότητα έγινε μοναχός για κάποια χρόνια και μετά αποσχηματίστηκε για να ζήσει σαν ερημίτης σε βουνό).

Ο ξαφνικός θάνατός του όπως και ένας πνιγμένος πρόσφυγας που πριν ένα μήνα εκβράστηκε στην ακτή και τον οποίο βρήκαν τυχαία ένα βράδυ οι δύο συγκάτοικοι , οι δύο παράξενες κηδείες που ακολούθησαν, μια απρόσμενη γέννηση όπως και τρία διαδοχικά δείπνα συνθέτουν τον κορμό του μυθιστορήματος, που εκτυλίσσεται σ’ένα βροχερό και παγερό… αγγελοπουλικό τοπίο.

Στα τρία δείπνα που παραθέτουν στα σπίτια τους δύο  ηλικιωμένα φιλόξενα και καλόκαρδα ζευγάρια του χωριού, ανασύρονται παλιές ιστορίες ξεχασμένες, γράμματα κιτρινισμένα, συμπτώσεις και μυστικά που αναστατώνουν τον Δημοσθένη πρωτίστως, τη νεοφερμένη Κατρίν αλλά και τους συνδαιτημόνες .

Αυτό το γαϊτανάκι συμπτώσεων και αποκαλύψεων που αγγίζει τα όρια του μελοδράματος,  στα δοκιμασμένα  χέρια του Μακριδάκη αποκτάει μια ανθεκτική υπόσταση, υπαρξιακή και κοινωνική. Με μαστοριά ανακατεύει την «τριπλή τράπουλα» της ζωής (γέννηση, έρωτας, θάνατος), με πηγαία ευαισθησία ακουμπάει στα ελαττώματα και προτερήματα, στα ήθη κι έθιμα του Ελληνα της αιγαιοπελαγίτικης περιφέρειας  δίνοντας παράλληλα ένα αυθεντικό «χρώμα» οικουμενικότητας και ανθρωπιάς.

Με αδρό τρόπο καταγράφει τη συνύπαρξη της νεότερης γενιάς με την τρίτη ηλικία εκφράζοντας διακριτικά το θαυμασμό και σεβασμό του σ’εκείνη τη «μαγιά» ανθεκτικών και υπομονετικών ανθρώπων παλαιάς κοπής, που σιγά-σιγά εκλείπει.  Στο μυθιστόρημά του αυτό, ο Φώταρος, η κυρά Καλή, η κυρά Στάσα  είναι  οι υπερήλικες  «αφανείς φάροι» θέλησης και καλοσύνης, κουράγιου κι απαντοχής.

Ιδού  ένα σχετικό μικρό απόσπασμα:

«Είχαμε μείνει όλοι αποσβολωμένοι. Δεν πιστεύαμε στ’αυτιά μας. Αχού, τι είναι τούτο πάλι ; είπε η κυρα –Στάσα και χτύπησε με τα χέρια το πρόσωπό της. Ετούτο δεν το είχα σκεφτεί. Εψαχνε να βρει ένα σημάδι σε όλα όσα συμβαίνανε, ήτανε το φυσικό της αυτό. Γύρισε τότε στην κυρα-Καλή, να βρει παρηγοριά και εξήγηση. Καλλιόπη, εσύ τι λες ; για καλό είναι, για για κακό τούτο τώρα ; τη ρώτησε. Η κυρα Καλή χαμογέλασε ήρεμη. Όλα για καλό είναι, Στάσα, της είπε, ακόμα δεν το’μαθες ; Όλα για καλό είναι, μη σκας».

«Όλα για καλό» λοιπόν, παρά τα πάθη, τα λάθη, τα παιχνίδια της  μοίρας στο διάβα της ζωής.

Εν κατακλείδι δυο μικρές παρατηρήσεις καλή τη πίστη :

* Επρεπε στο τέλος του βιβλίου να υπάρχει ένα γλωσσάρι με λέξεις που δεν είναι γνωστές και κατανοητές. Λέξεις χιώτικες, υποθέτουμε, όπως : εμασιά, αναγκασία,  πίκουπα, να ξελαφάξω, μαμούκιασε, αγκούσιες,  σιτζίμια, τσουκαρούσα, πίζουλη, αδιαφόρετο,  μπροστέλα, μπουρούρισα, μεζάρι, ξεχαλικά, σφαντό.

* Οι  παράγραφοι του βιβλίου είναι σχεδόν πάντα μακροσκελείς. Χρειάζεται να παίρνει μια ανάσα ο αναγνώστης.  Ιδιαίτερα όταν τα λόγια διαφόρων προσώπων του μυθιστορήματος αναμειγνύονται  με την πρωτοπρόσωπη διήγηση, κάτι που θα μπορούσε να αποφευχθεί με περισσότερες και μικρότερες παραγράφους.

Πηγή

Σαραντάκος για το “Όλα για καλό”

Όλα για καλό του Γιάννη Μακριδάκη

Ο τίτλος εσκεμμένα δεν έχει σημεία στίξης κι έτσι ίσως διαβάζεται με περισσότερους από έναν τρόπους, αλλά η συνοδευτική εικόνα μάλλον ξεκαθαρίζει τον σκοπό του άρθρου: θα μιλήσω για το καινούργιο βιβλίο του αγαπημένου μου συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, το «Όλα για καλό», που κυκλοφόρησε πριν από δυο μήνες από τις εκδόσεις «Εστία».

Το ότι ο Μακριδάκης είναι αγαπημένος μου συγγραφέας φρόντισα να το επισημάνω αποξαρχής -άρα, δεν είναι «αμερόληπτη» και «αντικειμενική» η παρουσίαση που θα κάνω. Από τότε που τον ανακάλυψα, έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία και αδημονώ για κάθε καινούργιο -και δύο από αυτά τα έχω παρουσιάσει εκτενώς εδώ, το «Αντί Στεφάνου» πρόπερσι και το «Του Θεού το μάτι» το 2013.

Γεννημένος στη Χίο το 1971, ο Μακριδάκης ζει στο χτήμα του στη Βολισσό, όπου ασχολείται με τη φυσική καλλιέργεια, τις αρχές της οποίας παρουσίασε με λογοτεχνικό τρόπο στο Αντί Στεφάνου. Σε προηγούμενες νουβέλες του υπήρχαν αναφορές σε μεγάλα γεγονότα της εκάστοτε πολιτικής επικαιρότητας: στη «Δεξιά τσέπη του ράσου» είναι ο θάνατος του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου, στο «Λαγού μαλλί» το διάγγελμα του Καστελλόριζου, στο «Ζουμί του πετεινού» οι επισκέψεις της τρόικας και στο «Στου Θεού το μάτι» οι εκλογές του 2012. Στη συνέχεια ο Μακριδάκης έδωσε δυο βιβλία χωρίς τέτοιες αναφορές («Αντί στεφάνου» και «Η πρώτη φλέβα») και τώρα επανέρχεται στο προηγούμενο σχήμα αλλά με ουσιαστικές διαφορές.

Καταρχάς, το «Όλα για καλό» δεν είναι νουβέλα αλλά μυθιστόρημα -όχι μόνο εξαιτίας της έκτασης (230 σελίδες αντί για 100-110) αλλά και με βάση την πλοκή. Έπειτα, ενώ στις προηγούμενες νουβέλες η εξωτερική πολιτική επικαιρότητα αποτελούσε απλώς το κάδρο, εδώ παίρνει κεντρική θέση και καθορίζει την πλοκή. Και η επικαιρότητα αυτή, όπως υποδηλώνει και το εξώφυλλο, δεν είναι άλλη από την προσφυγική κρίση, τις μαζικές αφίξεις προσφύγων σε κάποιο νησί του Αιγαίου πάνω σε καρυδότσουφλα της συμφοράς. Ο τόπος δεν δηλώνεται με σαφήνεια, αλλά είναι η Χίος. Ο χρόνος δηλώνεται, 11 με 15 του Δεκέμβρη -του 2015 συμπεραίνουμε. Υπάρχουν βέβαια και οι αφηγήσεις των ηρώων, που μας πηγαίνουν μερικούς μήνες ή και πολλά χρόνια πίσω.

 

Ο αφηγητής, ο Δημοσθένης, είναι ένας από τους αλληλέγγυους που έχουν αφιερωθεί ολόψυχα στη διάσωση και την περίθαλψη των προσφύγων, μαζί με μιαν ελληνογερμανίδα, την Κατρίν, που άφησε την καλοπληρωμένη θέση της στο Βερολίνο για να αναζητήσει τις ρίζες της Ελληνίδας μητέρας της στο νησί. Τους συμπαραστέκεται ένας απόμαχος θαλασσόλυκος, ο καπτα Φώταρος, κι η γυναίκα του η Καλή, όνομα και πράμα -δικό της σύνθημα είναι το «Όλα για καλό» του τίτλου- η παλαίμαχη μαμή του χωριού και κάμποσοι άλλοι νεότεροι. Δεν είναι όλο το χωριό αλληλέγγυοι, υπάρχουν και αντίθετοι, από τον παπα-Σίωρο (Ισίδωρος πρέπει να είναι αυτό) που πετάει χρυσαβγίτικες κορόνες στο κήρυγμα ίσαμε τα κοράκια που κουρσεύουν τις σαπιόβαρκες των προσφύγων, αλλά αυτοί μένουν στο περιθώριο.

Όταν μια νύχτα η θάλασσα ξεβράζει έναν πνιγμένο πρόσφυγα φορτωμένον με δολάρια, οι αλληλέγγυοι αποφασίζουν να κρατήσουν τα χρήματα και με αυτά μετατρέπουν το σπιτάλι, το παλιό λεπροκομείο του νησιού, σε χώρο υποδοχής των προσφύγων, ενώ όσα περίσσεψαν τελικά τα χαρίζουν στο νεογέννητο προσφυγάκι που γεννήθηκε στο σπιτάλι λίγες μέρες νωρίτερα.

Υπάρχει ακόμα ένας απών πρωταγωνιστής, ο Μιχάλης, ξέπαπας, που ο θάνατός του αναγγέλλεται στην πρώτη σελίδα του βιβλίου αλλά που είναι πανταχού παρών συνεχώς, αφού ο ένας μετά τον άλλον οι ήρωες αφηγούνται την τρικυμισμένη ζωή του, κι αφού το ξόδι του γίνεται αφορμή να αποκαλυφθούν μυστικά καταλυτικά, που βέβαια δεν θα τα φανερώσω εδώ.

Το μυθιστόρημα του Μακριδάκη το διάβασα σχεδόν «μονογούργουρα» (λέξη του βιβλίου -αν και υπερβάλλω: χρειάστηκα δυο καθισιές), το χάρηκα πολύ και το συνιστώ ένθερμα. Είναι γραμμένο με μεγάλη μαστοριά, με ανθρωπιά και με πολλή αγάπη. Και βέβαια, επειδή ο Μακριδάκης το συνηθίζει να χρησιμοποιεί και λέξεις της ντοπιολαλιάς του, την ώρα που το διάβαζα είχα το μολυβάκι μου και σημείωνα λέξεις και φράσεις που τις έβρισκα ενδιαφέρουσες, διότι ως γνωστόν εμείς εδώ λεξιλογούμε.

Αλλά δεν λεξιλογούμε μόνο εμείς. Όπως διαβάζω στο ιστολόγιο του Μακριδάκη, ένας αναγνώστης τού έστειλε μέιλ στο οποίο απαριθμεί καμιά εικοσαριά «άγνωστες» λέξεις. Ο Γιάννης Μακριδάκης έδωσε τις εξηγήσεις, αλλά (και εδώ έχει ενδιαφέρον) πρόσθεσε επίσης ότι «Σκεφτείτε ότι ήμουν και βέβαιος πως αυτό το βιβλίο το έχω γράψει σε σύγχρονη στρωτή νεοελληνική και δεν θα υπάρχει απορία καμία

Όπως πολλές φορές έχουμε επισημάνει, συχνά συμβαίνει κάποιες λέξεις της μητρικής μας διαλέκτου να τις θεωρούμε τόσο οικείες που να μην συνειδητοποιούμε πως δεν ανήκουν στην κοινή νεοελληνική. Πιστεύω ότι αρκετές από τις λέξεις που ήταν άγνωστες στον φίλο αναγνώστη θα είναι άγνωστες και στους περισσότερους αναγνώστες του σημερινού άρθρου.

Όμως, ο Μακριδάκης έγραψε και κάτι άλλο στην απάντησή του: Ειδοποιήστε τον Σαραντάκο να επέμβει όπου έχω λάθος ή δεν είμαι σαφής!

Οπότε, επεμβαίνω -όχι επειδή βρήκα λάθη στον Μακριδάκη αλλά για να συμπληρώσω τον κατάλογο των λέξεων με μερικές ακόμα που νομίζω πως αξίζουν σχολιασμό. Παραθέτω λέξεις και φράσεις από το βιβλίο «Όλα για καλό». Με [ΓΜ] σημειώνω όσες εξηγήσεις έχει δώσει ο Γιάννης Μακριδάκης. Οι λέξεις σημειώνονται με τη σειρά που εμφανίζονται στο βιβλίο:

εμασιά (η): η αναβαθμίδα για καλλιέργεια της γης στο βουνό [ΓΜ] Γκουγκλίζεται πολύ στον πληθυντικό, εμασιές. Η λέξη και σε άλλα νησια του Αιγαίου, αλλού λέμε «πεζούλες»

λίγκια (τα): το σβέρκο, η ωμοπλάτη [ΓΜ]

γκρένια (τα): οι γερανοί των βαποριών πάνω από τα αμπάρια [ΓΜ]

καστανιά (η): το τάπερ [ΓΜ] Συνήθως «καστάνια», νομίζω. Και βέβαια παλιότερα ήταν μεταλλικό.

μπεγιεντώ (τουρκ: μπεγιενμέκ): εκφράζω την ευαρέσκειά μου για κάτι. Χιουνκιάρ μπεγιεντί, το φαγητό που μπεγιέντισε ο Σουλτάνος, που άρεσε στον Σουλτάνο [ΓΜ] Στην Κρήτη «μπεγιεντίζω».

μακαρόνια χερίσια: χειροποίητα.

σπατσάρω: τελειώνω (ναυτική λέξη) [ΓΜ] Κοινή και πανελλήνια, θα έλεγα -ίσως η μόνη του καταλόγου.

λιλάδια (τα): Τα βότσαλα της παραλίας. [ΓΜ] Η λέξη και στα Άτακτα του Κοραή. Στη Μυτιλήνη λιτρίδια, αλλού λαλαρίδια (έτσι και στον Παπαδιαμάντη θαρρώ).

τεμπέκι (το): Το τσίγκινο συνήθως καπάκι που κατεβαίνει μπροστά από τις βιτρίνες και τις πόρτες των καταστημάτων και κλείνει την πρόσοψη για προστασία [ΓΜ]

αλουέδες, o αλουές: ο διάδρομος του πλοίου. Ναυτική λέξη. Εικάζω από το αγγλ. hallway.

περάντι (το): ο σύρτης της πόρτας [ΓΜ]

μεζάρι: το νεκροταφείο, ιδίως -αλλά όχι αποκλειστικά- το μουσουλμανικό. Στο βιβλίο χρησιμοποιείται για το κοιμητήρι στο σπιτάλι.

λαφαγμένος: λαχανιασμένος. Η λέξη περιέργως δεν γκουγκλίζεται, μόνο το ρήμα «λαφάζω» στα Άτακτα του Κοραή.

μονογούργουρα: με μιαν ανάσα. [ΓΜ]

σκλήβωμα (το): Η εργασία αρμολογήματος, το αρμολόγημα. [ΓΜ]

αγκούσιες (οι): η ανυπόμονη συμπεριφορά. [ΓΜ]

τσικουδιά (η): Άγριο δέντρο της ίδιας οικογένειας με τον μαστιχοφόρο σχίνο και την φιστικιά. [ΓΜ]

Μισιριώτης πετεινός (ο): Μικρόσωμη ράτσα πουλερικών, τα μισιριώτικα. [ΓΜ] Κατά λέξη βέβαια, «μισιριώτης» είναι ο καταγόμενος από το Μισίρι, την Αίγυπτο.

κούπαση (η): έκφραση που δείχνει ότι πήρα μια απότομη πίκρα, μια κακιά είδηση και ένιωσα σαν να έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μου. Μου ήρθε κούπαση. [ΓΜ]

σιτζίμια (τα): Σιτζίμ στα τουρκικά είναι το σχοινί και όταν βρέχει πολύ και φαίνεται η βροχή σαν να κρέμονται σχοινιά από τον ουρανό, οι Τούρκοι λένε sicim gibi yagmur, δηλαδή ότι μοιάζει σαν σκοινιά η βροχή, εξελληνισμένο το λέμε στα νησιά «ρίχνει σιτζίμια». [ΓΜ] Έτσι και στη Μυτιλήνη. Ίδια εικόνα και στα γαλλικά, il pleut des cordes, βρέχει σκοινιά.

πίζουλος (ο,η,το): Δύσκολο, στριφνό, απρόβλεπτο. [ΓΜ] Για τη λέξη αυτή έχουμε άρθρο.

τσουκαράω: «τσουκαρούσα με το δάχτυλό μου νευρικά τη γωνιά της ζελατίνας» Η σημασία βγαίνει από τα συμφραζόμενα. Στο slang.gr δίνεται «τσουκαρίζω = κάνω ήχο σαν το τσόκαρο», αλλά δεν ταιριάζει απόλυτα εδώ αυτή η σημασία.

τραφιάζω: μπαίνω σε τράφο, λουφάζω σε μιαν άκρη, καμουφλάρομαι. [ΓΜ]

σφαντό (το): Φάντασμα. [ΓΜ]

μπουρουρίζω: Βαριέμαι, κουράζομαι. [ΓΜ]

ξεχαλικά (τρίτο πρόσωπο), στη φράση: Άμα δεν παντρευτεί ο άνθρωπος και δεν κάνει τίποτα δικό του για να καταπιάνεται, ξεχαλικά σιγά σιγά. Στο slang.gr καταχωρείται ως χιώτικος ζωντανός ιδιωματισμός με τη σημασία «κάνω ή λέω παλαβομάρες» και τη σημείωση ότι ουδέποτε λέγεται σε πρώτο πρόσωπο.

Ίσως έχει μερικές ακόμα ζόρικες λέξεις το βιβλίο του Μακριδάκη αλλά η σημασία προκύπτει από τα συμφραζόμενα συνήθως. Κλείνω επισημαίνοντας μια ομοιότητα. Σε κάποιο σημείο, η Κατρίν, η ελληνογερμανίδα, θυμάται πως όταν ήταν μικρή είχε ζητήσει ένα αλογάκι για δώρο και τ’ αδέλφια της, μεγαλύτερα, της είχαν πει πως θα της το έπαιρναν «όταν έσκαγαν [= έβγαζαν φύλλα] τα τηλεφωνόξυλα».

Κατά σύμπτωση, υπάρχει ένα αντιστασιακό διήγημα, ίσως του Τάκη Αδάμου, με τίτλο «Τα τηλεγραφόξυλα», όπου σε ένα στρατόπεδο ο αρχιδεσμώτης χλευάζει τους (πολιτικούς) κρατούμενους ότι θα απελευθερωθούν όταν ανθίσουν τα τηλεγραφόξυλα.

Και ως υστερόγραφο, να γίνω ψείρας: Αν διαβάζει ο Μακριδάκης, στην επόμενη έκδοση ας διορθώσει το «του το φιλούσε η μοίρα» στη σελ. 184, αν τουλάχιστον εννοεί «του το φύλαγε/φυλούσε η μοίρα».

Πηγή

Πασχαλιάτικο λογοτεχνικό εργαστήρι: Αποκρίσεις συμμετεχόντων

Κατά τη διάρκεια των ημερών του Πάσχα διοργάνωσα ένα λογοτεχνικό εργαστήρι στη Βολισσό. Σήμερα έλαβα την απόκριση του Γιώργου, που συμμετείχε σ’ αυτό: 

“Κάπως έτσι φαντάζομαι θα έπρεπε να ήταν τα σχολειά για να τα αγαπήσουμε. Μάθημα στη φύση, κάτω από τα δέντρα, δίπλα στη θάλασσα και ο δάσκαλος – γνώστης του αντικειμένου του -  να μεταδίδει τις γνώσεις του με ηρεμία και χαμόγελο. 

Έτσι ανάμεσα σε θαλασσινούς περιπάτους, συλλογή της τροφής μας, ομαδικό μαγείρεμα, φυσική καλλιέργεια, συζητήσεις, εκδρομές και πολιτιστικά δρώμενα, γράψαμε, διαβάσαμε, συζητήσαμε και ακούσαμε σημαντικές συμβουλές και τεχνικές λογοτεχνικής γραφής από τον Γιάννη Μακριδάκη. Και ήταν ο τρόπος του τόσο φυσικός και οι παρατηρήσεις του τόσο στοχευμένες, που θα ήταν αδύνατον να φύγεις δίχως να πάρεις πράγματα μαζί σου. Κατάφερε δε, μόλις σε τρεις μέρες, να δημιουργήσει σχέσεις ζωής μεταξύ εκεινού και των μαθητών του, τέτοιες που μόνο οι ιδιαίτεροι άνθρωποι ξέρουν να χτίζουν. 

Θα μπορούσα να γράψω πολλά, όμως μια από τις συμβουλές, που πήραμε, ήταν να μην πλατειάζουμε και να δίνουμε πάντα στον αναγνώστη κίνητρο για να πάει παρακάτω. Και αν το παρακάτω είναι τα επόμενα λογοτεχνικά εργαστήρια που διοργανώνει, το κίνητρο είναι σίγουρα ο άνθρωπος Γιάννης Μακριδάκης.

Γιάννη σε ευχαριστώ για την εμπειρία. Θα ανταμώσουμε ξανά!

Γιώργος Καρυστινός”.

 

Η Μαρίνα (αναγνώστρια του μπλογκ που δεν συμμετείχε στο εργαστήρι) γράφει σχετικά με την απόκριση του Γιώργου:

Πολύ ωραία λοιπόν! Καλή συνέχεια.
Εμένα βέβαια αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο είναι πως η πρώτη ένθερμη απόκριση ήρθε από άντρα. Που σημαίνει πως υπήρξε άντρας στην παρέα. Απίστευτο. Πάντα τέτοια!*:P γλώσσα
Τα υπόλοιπα τα ήξερα.
Καλημέρα!*:) χαρούμενος
ΥΓ1 Κοίτα να δεις που στα λογοτεχνικά θα μαζευτούν αγοράκια σε αντίθεση με τα αγροτικά που μαζεύουν κοριτσάκια. Και το οξύμωρο είναι πως οι γυναίκες σκέφτονται:  ας πάω στους αγρούς να μάθω να τσαπίζω μπας και βρω κάνα άντρα, και οι άντρες λένε: ας πάω να μάθω να γράφω μπας και βρω καμιά γυναίκα.
Δεν θα συναντηθούμε ποτέ τελικά. Τι το ήθελε αυτή η Εύα το ρημάδι το μήλο;*:P γλώσσα
ΥΓ2 Αν και είμαι σίγουρη πως κάποια γυναίκα τον έφερε αυτόν τον Γιώργο εκεί πάνω.*:P γλώσσα
ΥΓ3 Ναι ΟΚ ζηλεύω θα ήθελα να είμαι εκεί.*:-&lt αναστεναγμός
ο αναγνώστης του μπλογκ (που δεν συμμετείχε στο εργαστήρι) Ισίδωρος Λ. έγραψε σχετικά:
Ωραίο πράμα η ανταμοιβή.

καλημέρα
από ένα σαλιγκάρι στη Βέσσα

 

 

 

 

Όλα για καλό (akamas.wordpress.com)

Σε ένα ελληνικό νησί από αυτά που δέχονται τις ορδές των προσφύγων μας μεταφέρει στο νέο του βιβλίο ο Γιάννης Μακριδάκης. Ένας νεκρός Μαροκινός ξεβράζεται στις ακτές του νησιού και ένα ζευγάρι Κούρδων με τη γυναίκα ετοιμόγεννη στέκονται η αφορμή για να αρχίσει να διαδραματίζεται το μυθιστόρημα. Τις ημέρες εκείνες ένας νεαρός κάτοικος του χωριού, ο Δημοσθένης, και μια κοπέλα εθελόντρια, κατά το ήμισυ Ελληνίδα, η Κατρίν προσπαθούν να στήσουν κάποιες δομές για να κάνουν τη ζωή των προσφύγων πιο εύκολη. Η συνάντηση της Κατρίν με τον Μιχάλη, τον μισότρελο ερημίτη του νησιού στέκονται αφορμή για να βγουν στην επιφάνεια παλιές, θαμμένες ιστορίες του νησιού. Οι εξελίξεις ραγδαίες, οι ανατροπές απρόβλεπτες, αφήνουν άφωνο ακόμη και τον πιο δύσκολο αναγνώστη. Δεν θέλω να δώσω περισσότερα στοιχεία για τη πλοκή του βιβλίου, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι η μαγεία του βιβλίου με κράτησε καθηλωμένο. Με γλώσσα απλή, εμπλουτισμένη με στοιχεία από τη νησιώτικη ντοπιολαλιά ο συγγραφέας κάνει συχνές μεταπηδήσεις σε διάφορα χρονικά επίπεδα χωρίς αυτό να κουράζει τον αναγνώστη. Καταπληκτικές είναι οι περιγραφές των τοπίων, ενώ εμβαθύνει άψογα και στη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων.  Πρόκειται για μια από τις καλύτερες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, ένα βιβλίο που μπορεί να σταθεί επάξια δίπλα στα σημαντικά έργα της εποχής μας.

Πηγή