Βιβλία στον Καστό

Ο Καστός είναι ένα τόσο δα νησάκι στην άλλη μεριά της Ελλάδας.

Εκεί έφτασε η τριλογία της γης: Το ζουμί του πετεινού, Του Θεού το μάτι και το Αντί Στεφάνου

Ο φίλος αναγνώστης Γιάννης Γ. έστειλε φωτό και ανταπόκριση:

“Φίλε Γιάννη η τριλογία της γης με την αφιέρωση σου ήρθε στον Καστό….δώρο ανεκτίμητο! Ήταν πολύ συγκινητική η στιγμή που έφτασε στην αυλή μου και στα χέρια μου ο φάκελος από την Βολισσό!!!”

Όλα για καλό: Αναγνωστική απόκριση Ελένης Κ.

Πιο ταπεινό και πιο γήινο. Με ένα μεγαλύτερο άνοιγμα στον ίδιο τον άνθρωπο, στα πάθη του, στις αδυναμίες του, στις ατέλειες του. Συγχωρητικό και με κατανόηση, με ξεθυμασμένο θυμό.
Βαθιά ψυχογραφικό, αυτοαναλυτικό αλλά με μεγαλύτερο βάθος και αν θες ίσως και με μια αισιοδοξία εν τέλει για τα πράγματα. 
Στωική αισιοδοξία.
Αυτή είναι η γεύση που μ αφησε. 
Τεχνικά: δεμένες ιστορίες, με άκρες πολλές σαν ξέφτια από νευρώνες που δημιουργούν νέες συνάψεις ή αναδομούν τις παλιές. Μπρος-πίσω χωρίς δυσκολία να το παρακολουθήσεις, μου θύμισε κάποιες φορές την αριστοτεχνία του λατρευτού μου Καραγάτση.
Ωριμάζει η γραφή, πατάς καλύτερα στην ιστορία, μπαίνεις και βγαίνεις από αυτή χωρίς να σε ρουφάει και να ταυτίζεσαι. Φαίνεται να παίρνεις ανάσα, να στέκεσαι στα γεγονότα και στους ανθρώπους με βλέμμα τρυφερό.
Ελένη Κ.

Όλα για καλό: Αναγνωστική απόκριση Μάρκου Ι.

Γιάννη,
Διάβασα το καινούριο σου βιβλίο. Το διάβασα με δυο ανάσες. Έπρεπε να κάνω κι ένα διάλειμμα για κατούρημα, παίρνοντας βέβαια τα ρίσκα μου,  καθώς διάβασα  μονοκοπανιάς 235 σελίδες. Το κείμενο ρέει αβίαστα σε μια προσιτή, καθημερινή γλώσσα με σύντομες περιόδους. Οι φυσικές εναλλαγές τριτοπρόσωπης αφήγησης και διαλόγων κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη για τη συνέχεια.  Σχεδόν βλέπεις τους ήρωες να κινούνται δίπλα σου, οι σκηνές γίνονται ολοζώντανες εικόνες, διακρίνεις ως και τα σκαθάρια της αγωνίας που διατρέχουν σε μια σκηνή τη ραχοκοκαλιά του αφηγητή.
Η χρονιά είναι το 2015 αλλά στην ουσία η ιστορία εκτυλίσσεται ανάμεσα στο παρόν και στις ενσωματωμένες παρελθοντικές χρονικές αναδρομές που το διαμορφώνουν. Το περιβάλλον είναι σύγχρονο αλλά οι ήρωες μοιάζουν άχρονοι, καθώς  ακροβατούν ανάμεσα στο γελοίο και το τραγικό. Ένας άνθρωπος που δε μπορεί να ξεφύγει α π’ τις ενοχές του, περιθωριοποιείται και πεθαίνει μόνος. Μια γυναίκα που βρίσκει τις ρίζες της μα χάνει τον  αναπάντεχο έρωτα, που προέκυψε στο ταξίδι της αναζήτησης. Ένας αφηγητής σε μια αδύναμη περίοδο πένθους και υπαρξιακής κρίσης, που έχει μανία με τις κυριολεξίες και φοβάται τη μεταφορά του έρωτα, που θα τον έβγαζε απ’ το συναισθηματικό του τέλμα. Οι ξένοι, που φτάνουν κυνηγημένοι απ’  τον πόλεμο και την ανέχεια και οι αντιδράσεις των ντόπιων, που κυμαίνονται απ’ την ξενοφοβία, την εχθρικότητα και το πλιάτσικο ως την αλληλεγγύη.   Την τελευταία εκπροσωπεί μια ομάδα ξεχωριστών ανθρώπων, που κινούνται με γνώμονα την ανθρωπιά. Ανάμεσά τους ο χορός των σοφών γηραιότερων που αποκαθιστούν στο τέλος την ηθική τάξη.
Ο κόσμος του βιβλίου είναι ένας κόσμος γεμάτος μυστικά. Τα οποία ξετυλίγονται  σιγά σιγά με φόντο το σπιτάλι (η λέξη μοιάζει με νοσοκομείο και σπίτι μαζί) ,  ένα σκηνικό γεμάτο κι αυτό μυστήριο και κρυφές ιστορίες βασανισμένων ανθρώπων από μια άλλη εποχή. Η επαναλειτουργία του ζωντανεύει αυτές τις παλιές ιστορίες, που μπερδεύονται με τις νέες σ’ ένα χορό διαδοχικών συμπτώσεων, όπου η ιστορία επαναλαμβάνεται και είναι συναρπαστική. Ήταν για μένα γενικά μια ιστορία μεστή με πυκνές παράλληλες διηγήσεις και ανατροπές, που σε προκαλεί για μια δεύτερη λιγότερο ασθματική ανάγνωση… Κι ας σου βγάζει στο τέλος τη γλώσσα διαλύοντας σα σαπουνόφουσκες τις προσδοκίες ενός έρωτα που αφήνει ανεκπλήρωτο. Αυτά για το βιβλίο.
Ίσως να μου επέτρεπες κι ένα σχόλιο για το συγγραφέα. Αν επιχειρούσε να κάνει κανείς μια αναδρομή στη φύση των χαρακτήρων των βιβλίων σου, ίσως έβλεπε εδώ μια αλλαγή. Στον ανάμιση ντενεκέ ο ήρωας καταδιώκεται από το νόμο και απομονώνεται. Στο Λαγού μαλλί ο καπτά – Σίμος δέχεται την πίεση της οικονομικής κρίσης και αποχαιρετά αγέρωχα τη ζωή. Στο ήλιος με δόντια ο ήρωας δέχεται την πίεση της κοινωνίας και των οδυνηρών αναμνήσεων και δραπετεύει στην τρέλα. Στη δεξιά τσέπη του ράσου ο μοναχός αποτραβιέται από  τα εγκόσμια και βρίσκει καταφύγιο στην τρυφερή συντροφιά των ζώων. Ο Στέφανος του αντί Στεφάνου στωικά ανεπηρέαστος, φαίνεται να ξεχωρίζει απ’ τους προηγούμενους, περικυκλώνεται ωστόσο, από έναν επίσης πιεστικό περίγυρο. Στην πρώτη φλέβα οι αντισυμβατικοί ήρωες μένουν αμετανόητοι αλλά με τίμημα τη μοναξιά για αυτή τους την αντισυμβατικότητά .  Στο όλα για καλό η αποδέσμευση από τις εξωτερικές νόρμες εξελίσσεται. Ο Μιχάλης, ο «λοξός» ήρωας, που πιέζεται από τις τύψεις του και στα πλαίσια της αυτοτιμωρίας του περιθωριοποιείται, πεθαίνει στην πρώτη κιόλας σκηνή.   Με το θάνατό του σα να σπάει ο κύκλος των καταπιεσμένων από το εξωτερικό περιβάλλον, σχεδόν απόκληρων ηρώων. Ο εξωτερικός κλοιός σα να χαλαρώνει εδώ. Οι υπόλοιποι τωρινοί σου ήρωες αποτελούν μια δυναμική συλλογικότητα. Μια ομάδα ιδιαίτερων ανθρώπων που συνεργάζονται σα γροθιά για τα κοινά τους οράματα με ευαισθησία αλλά  και με ωμό ως ξεκαρδιστικό πραγματισμό – κυνισμό μα όλα αυτά αρκεί να είναι για καλό.  Κανείς τους δεν είναι διατεθειμένος να τηρήσει τα προσχήματα. Αλωνίζουν στο έργο δίχως επιρροή από περίγυρους και οργανώνουν οι ίδιοι το βασίλειό τους. Προστέθηκε έτσι δίπλα στο Στέφανο, τη Λόλα και τον Γιώργη μια αρμαθιά από καινούριους απενοχοποιημένους χαρακτήρες.
 Οι συμβάσεις του γύρω κόσμου δεν ασκούν καμιά πίεση στην παρέα  γύρω απ’ το σπιτάλι.  Τα κοράκια δεν ξεμυτίζουν. Οι παρείσακτοι δεν εμπλέκονται στην πλοκή και εμφανίζονται για λίγο μόνο για να συνηγορήσουν στις δράσεις των ηρώων. Η αγία τράπεζα γίνεται τράπεζα – κρυψώνα χρημάτων, οι θείες λειτουργίες παραλείπονται σχεδόν απ’ την ομήγυρη ως περιττές, διακωμωδούνται κιόλας υπογείως  στην μακάβρια ξεκαρδιστική σκηνή μιας αλλιώτικης ταφής χωρίς κηδεία  και με δανεικό φέρετρο.  Οι εχθρικές, ξενοφοβικές  παραινέσεις του γραφικού παπά( που είναι   παράλληλα ενήμερος για διατροφικές τακτικές  άθεων κομμουνιστικών καθεστώτων), δεν έχουν καμιά επίδραση στο ποίμνιό του. Μέχρι και ο γιατρός και ο αστυνόμος βοηθούν αδιαμαρτύρητα στο κουβάλημα τον αφηγητή, που μόλις καταβρόχθισε  δίπλα τους ανενόχλητος και με αυτονόητη φυσικότητα το φαί του μακαρίτη.
 Το μόνο που φαίνεται να πιέζει πια  κάποιους απ’ τους καινούριους σου ήρωες είναι το παρελθόν. Το παρελθόν που βαραίνει το παρόν με αναμνήσεις και κρυμμένα μυστικά και στερεί απ’ τον αφηγητή το κουράγιο να ζήσει με ορμή, με την ίδια ορμή με την οποία νιώθει και σκέφτεται. Σα να ακολουθεί τη μοίρα του άλλου ήρωα, του Μιχάλη, που βασανίζεται επίσης από ένα παρελθόν που τον κρατά δέσμιο. Το ίδιο παρελθόν όμως δικαιώνει στο τέλος τη συναισθηματική  παράλυση του Δημοσθένη, αφού αποδεικνύεται πως ήταν κι αυτή για καλό. Και μ’ αυτή τη δικαίωση επέρχεται έτσι σαν κάθαρση η γλυκόπικρη συμφιλίωση με αυτό το παρελθόν. Αυτή η γλυκόπικρη και κατά  βάθος αισιόδοξη διάθεση, που γέρνει προς την πλευρά της ζωής παρά τη θέα του θανάτου,  διαπνέει το ύφος ολόκληρου του μυθιστορήματος. Προβάλλει ήδη στον τίτλο με τα λόγια της κυρά- Καλής. Η τελευταία κλείνει άλλωστε και τον κύκλο της διήγησης με ένα όμορφο πικρό χαμόγελο.
Με εκτίμηση
Μ.Ι.

Κλήρωση για προσκλήσεις

Η ΕΛΣ διαθέτει από εδώ 4 διπλές προσκλήσεις, 2 για κάθε μέρα, για την παράσταση “Παραφράσεις ιερών κειμένων”, που θα λάβει χώρα στο ΚΠΙΣΝ στις 4 και 5 Απριλίου

Δηλώστε συμμετοχή στο akridaki@gmail.com μέχρι την Κυριακή 26 Μαρτίου για να λάβετε μέρος στην κλήρωση. Παρακαλώ γράψτε ποια από τις δύο ημέρες προτιμάτε.

 

 

Όλα για καλό: Αναγνωστική απόκριση Στέλλας Μ.

Πρώτη μου φορά διαβάζω 234,5 σελίδες σε μια μέρα.  Γιατρεύτηκα φαίνεται από διάσπαση δυσλεξία -ή ο,τι άλλο γράφεται σ εκείνες τις ταμπέλες που αρέσει σε κάποιους σπουδαγμένους να κολλάνε σε ψυχές αλλιώτικες από τις δικές τους- από την αγωνία μου να διαβάσω παρακάτω..
Βοήθησαν βέβαια και οι τελείες ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
Γέλασα πολλές φορές. Δεν έκλαψα καθόλου παρόλο που τα χω πάνω πάνω τα δάκρυα. Δε μ άφηναν οι σκέψεις και οι συνειδητοποιήσεις η μία μετά την άλλη….
Στέλλα Μ.

Όλα για καλό: Αναγνωστική απόκριση Ανθής Β.

Ξενύχτησα, διαβάζοντας το βιβλίο σου. Χαλάλι, όμως το ξενύχτι. Έχω διαβάσει τα περισσότερα  βιβλία σου, όλα μου άρεσαν  αλλά νομίζω τούτο, που το διάβασα απνευστί και μονορούφι, ότι είναι το καλύτερο.

Θα μπορούσα να γράφω σελίδες βιβλιοκριτικής και να μη βρίσκω αρνητικά. Από την αρχή ατμόσφαιρα μυστηρίου και μέχρι το τέλος ανατροπές, γλώσσα στρωτή νεοελληνική με μικρές δόσεις – λέξεις ντόπιες, γοητευτικές προσωπικότητες και εναλλαγή συναισθημάτων, γλύκα που δε σε μπουχτίζει, πίκρα που δε σε καταβαραθρώνει.

Να είσαι καλά και όσα κάνεις να είναι όλα για καλό.

Ανθή Β.

Όλα για καλό: Έλαβα…

Μια φωτογραφία από φίλο αναγνώστη και συλλέκτη των βιβλίων μου:

κι ένα σημείωμα για το “Όλα για καλό” από άλλον φίλο αναγνώστη:

“Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Άγνωστες λέξεις: εμασιά, λίγκια, γκρένια, καστανιά (όπου κουβαλούσε φαγητό), μπεγιέντισε, σπατσάραμε, λιλάδια, τεμπέκια, περάντι, μονογούργουρα, σκλήβωμα, αγκούσιες, δέντρο τσικουδιά, μισιριώτης, κούπαση, σιτζίμια (βροχή), πίζουλη (αρρώστια), τραφιάζω, σφαντό, μπουρούρισα να σκέφτομαι. Χτες το βράδυ τελείωσα την δεύτερη ανάγνωση. Πολύ έντονα συναισθήματα, πολλά δάκρυα”

Ευκαιρία λοιπόν να ασχοληθώ λίγο δημοσίως με τις λέξεις αυτές, για να λυθούν τυχόν απορίες και άλλων. Τις παραθέτω λοιπόν μία – μία:

Εμασιά (η): η αναβαθμίδα για καλλιέργεια της γης στο βουνό

Λίγκια (τα): το σβέρκο η ωμοπλάτη

γκρένια (τα): οι γερανοί των βαποριών πάνω από τα αμπάρια

καστανιά (η): το τάπερ

μπεγιεντώ (τουρκ: μπεγιενμέκ): εκφράζω την ευαρέσκειά μου για κάτι. Χιουνκιάρ μπεγιεντί, το φαγητό που μπεγιέντισε ο Σουλτάνος, που άρεσε στον Σουλτάνο

σπατσάρω: τελειώνω (ναυτική λέξη)

Λιλάδια (τα): Τα βότσαλα της παραλίας

Τεμπέκι (το): Το τσίγκινο συνήθως καπάκι που κατεβαίνει μπροστά από τις βιτρίνες και τις πόρτες των καταστημάτων και κλείνει την πρόσοψη για προστασία

Περάντι (το): ο σύρτης της πόρτας

Μονογούργουρα: με μιαν ανάσα

Σκλήβωμα (το): Η εργασία αρμολογήματος, το αρμολόγημα

αγκούσιες (οι): η ανυπόμονη συμπεριφορά

Τσικουδιά (η): Άγριο δέντρο της ίδιας οικογένειας με τον μαστιχοφόρο σχίνο και την φυστικιά.

Μισιριώτης πετεινός (ο): Μικρόσωμη ράτσα πουλερικών, τα μισιριώτικα

Κούπαση (η): έκφραση που δείχνει ότι πήρα μια απότομη πίκρα, μια κακιά είδηση και ένιωσα σαν να έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μου. Μου ήρθε κούπαση

Σιτζίμια (τα): Σιτζίμ στα τουρκικά είναι το σχοινί και όταν βρέχει πολύ και φαίνεται η βροχή σαν κρέμονται σχοινιά από τον ουρανό, οι Τούρκοι λένε sicim gibi yagmur, δηλαδή ότι μοιάζει σαν σκοινιά η βροχή, εξελληνισμένο το λέμε στα νησιά ως ρίχνει σιτζίμια.

πίζουλη (ο,η,το): Δύσκολο, στριφνό, απρόβλεπτο

τραφιάζω: μπαίνω σε τράφο, λουφάζω σε μιαν άκρη, καμουφλάρομαι

σφαντό (το): Φάντασμα

Μπουρουρίζω: Βαριέμαι, κουράζομαι

Ειδοποιήστε τον Σαραντάκο να επέμβει όπου έχω λάθος ή δεν είμαι σαφής!

Σκεφτείτε ότι ήμουν και βέβαιος πως αυτό το βιβλίο το έχω γράψει σε σύγχρονη στρωτή νεοελληνική και δεν θα υπάρχει απορία καμία!

Όλα για καλό (Κώστας Τραχανάς, maxitisartas.gr)

Γιάννης Μακριδάκης
Εκδόσεις Εστία 2017 – σελ. 235

Τον Μιχάλη τον πήρε ο αέρας. Είχε σταθεί προς νερού του άκρη-άκρη στην πιο ψηλή αναβαθμίδα του βουνού, έξω από το καλύβι του και πήγε από κάτω, χτυπώντας σε μια κοτρόνα στο κεφάλι και με το πουλί του έξω από το σώβρακο …

2015. Τρία τραπεζώματα σε τρείς ημέρες. Τη μια μέρα χαρά, την άλλη λύπη, την επομένη χαρά. Τη μια μέρα γέννηση και την άλλη θάνατος, την μια μέρα τραπέζι γιορτερό και την άλλη νεκρόσουπα. Ίσαμε εδώ ήτανε τα γεγονότα. Καλά-κακά, αυτά ήτανε.

Ο Δημοσθένης κλαίει από την ψυχή του. Γίνεται συνέχεια χειρότερος άνθρωπος, γιατί τον κυνηγάνε μετά και οι απώλειες του συνέχεια, οι εικόνες και οι αναμνήσεις του, και δεν μπορεί να ξεφύγει. Παλεύει να προχωρήσει μπροστά στη ζωή, κι εκείνη όλο πίσω τον σέρνει.

Ο Δημοσθένης μετά από τον θάνατο του Μιχάλη και μετά που όλα φανερωθήκανε, αφού τα μάθανε όλοι όλα, μετά από τα συγκλονιστικά γεγονότα που έμαθε, τα παιχνίδια της ιστορίας και της ζωής, τα αλλόκοτα παιχνίδια της μοίρας, φεύγει και πάει να μείνει μόνος του στο δάσος, στην καλύβα του Μιχάλη, να ασκητέψει και αυτός σαν τον Μιχάλη στο βουνό. Κλείστηκε στον εαυτό του. Έγινε σαν τον Μιχάλη. Είχε μεγάλη αντάρα μέσα του. Τιμωρούσε τον εαυτό του και του στερούσε τη χαρά της ζωής. Και δεν ήθελε να ανέβει ποτέ κανείς για να τον δει. Με κλάματα στα μάτια η φίλη του Ελληνο-Γερμανίδα Κατρίν φεύγει για το Βερολίνο και με ένα μεγάλο γιατί στην καρδιά της…

Μια απίστευτη ιστορία, μια συγκλονιστική ιστορία, μια ανθρώπινη ιστορία, σε ένα μικρό χωριό της Χίου.

Οι ήρωες του βιβλίου είναι καθημερινοί άνθρωποι: ο Δημοσθένης, η Κατρίν, ο μαστρο-Δημητρός, ο Φώταρος, ο Μιχάλης που πέθανε με το πουλί έξω, ο μοναχός Νικηφόρος, η κυρά-Καλή, ο Θανάσης, η κυρά Στάσα, η Εμμανουέλα, ο Λουκάς, η Μαργαρίτα, ο Θωμάς, η Άλκηστη, ο Πέτρος, η Γιασεμή, ο παπα-Σίωρος, ο μικρός Σάββας.

Καλόγεροι, μοναχοί, η κουρά, οι ερημικοί άνθρωποι, οι σαλοί, ο ανισόρροπος, ο ξέπαπας, οι ευαίσθητοι άνθρωποι, η προσευχή, ο στοχασμός, οι πρόγονοι, η αιμομιξία, η μαία, οι σημερινοί Σύροι πρόσφυγες, οι κατατρεγμένοι, η ελληνική φιλοξενία και τα ελληνικά κοράκια των προσφύγων, οι εθελοντές, οι Έλληνες πρόσφυγες το ΄41 στη Μέση Ανατολή, ανδρικοί σπόροι τζούφιοι, τα αλλόκοτα παιχνίδια της μοίρας, η θητεία, η γέννηση, ο θάνατος, ο Ταξιάρχης, ο Αντίχριστος, τα αεροπλάνα, η λωλάδα, η εξιλέωση, οι λεπροί και το σπιτάλι, οι χανσενικοί και η Σπιναλόγκα, τα κρυφά δολάρια, η κατάθεση στην Αγία Τράπεζα, το κοινωνικό μαγειρειό και τα συσσίτια, το φακόρυζο, ένα μυστικό που το ήξεραν τρεις, ο πετεινός ο μισιριώτης που χίμηξε πάνω στον παπά, η Γιασμίν και η Γιασεμιώ που γεννήσανε και οι δυο τους μέσα σε ένα ίδρυμα που καλλιεργούσανε γιασεμιά, είναι μερικά θέματα αυτού του βιβλίου.

Το μόνο που αξίζει στη ζωή, λέει κάποιος ήρωας του βιβλίου, είναι να επικοινωνείς με τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ο Θεός…

Πικρό, ειρωνικό, θλιβερό, μελαγχολικό, βαθιά στοχαστικό, συγκλονιστικό μυθιστόρημα.

Ο Γιάννης Μακριδάκης ξεγυμνώνει τα σύμβολα, αναμειγνύει μύθο και ιστορία και αναψηλαφεί την αιώνια διαπάλη του φωτός και το σκοτάδι, του καλού με το κακό, της λογικής και της τρέλας.

Όλα έγιναν, στο μυθιστόρημα αυτό, για το καλό. Όλα για καλό είναι.

Ένα πολυπρισματικό, εκτενές παραμύθι, όπου η γοητεία της πλοκής συνυπάρχει με έναν στοχασμό για την προσφυγιά, την ανθρωπιά, την αγάπη, την μοναξιά, την εσωτερική έρημο, την απώλεια, την πίστη, την κρίση αυτοσυνειδησίας.

Ο Γιάννης Μακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Χίο και σπούδασε μαθηματικά. Το 1997 ίδρυσε το Κέντρο Χιακών Μελετών Πελινναίο. Άλλα έργα του είναι: «Η δεξιά τσέπη του ράσου», «Λαγού μαλλί», «Η άλωση της Κωνσταντίας», «Το ζουμί του πετεινού», «Αντί στεφάνου», «Η πρώτη φλέβα» και άλλα.

Κώστας Τραχανάς

Αναγνωστική απόκριση Ειρήνης Κ.

12.3.17

Πόσο μου αρέσει η γραφή και το θέμα και όλα στο καινούργιο σας βιβλίο..Δεν το έχω τελειώσει μα αδημονώ κι ενθουσιάστηκα κι ήθελα να σας συγχαρώ, έστω κι ηλεκτρονικά…

15.3.17

Και τώρα που το τελείωσα ο ενθουσιασμός παρέμεινε αμείωτος… Πολύ μου άρεσε!!! Άξιος!!!

Είναι πολύ συγκινητικό που ένας νέος άνθρωπος -της ηλικίας μου σχεδόν- γράφεις τόσο ωραία (τονίζω την ηλικίας μας γιατί, όπως μου έλεγε σήμερα ένα παιδί στο σχολείο… :”Κυρία, γιατί όλοι οι συγγραφείς είναι ηλικιωμένοι ή νεκροί;”) και θέτεις το θέμα των προσφύγων που όπως καταλαβαίνω έχεις ζήσει από πολύ κοντά άψογα μέσα, πραγματικά σκεφτόμουν πως όπως ο Μυριβήλης μιλά για τον πόλεμο, ε κι εσύ αποτυπώνεις την δική μας κρίση χωρίς συναισθηματισμούς ή θεωρίες…. και ταυτόχρονα έχεις αυτήν την αγαπητική ματιά στους ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας (παρότι φαντάζομαι από όταν πήγες στη Χίο πολλοί θα σε δυσκόλεψαν)… Μου άρεσε πολύ και το πώς αποτυπώνεται το συναίσθημα μετά το χωρισμό με τη Μαρία, το βρήκα πολύ ακριβές… Το ανατρεπτικό τέλος τίποτα λιγότερο από ό,τι προσδοκούσα… Αναρωτιέμαι αν όντως κάπου στην Ελλάδα ίσχυε παλιότερα αυτό για τον…. παρένθετο πατέρα, αν και ελάχιστη σημασία έχει. Και πώς έδεσες και το θέμα της απομόνωσης των λεπρών παλιότερα……… Πάρα πολύ και πάρα πολλά μου άρεσαν…. Σε ευχαριστώ!

Να είσαι πάντα καλά και να μας χαρίζεις τέτοια κείμενα!!!!!!!!!!!!!!!

 

Απάντηση δική μου:

Η παράδοση του “παρένθετου πατέρα” όπως λέτε, ίσχυε μέχρι πρότινος στην Ικαρία. Με ενημέρωσε για αυτήν η κυρία Έφη Καλοκαιρινού, που ζει στις Ράχες, σε κάποια επίσκεψή μου εκεί πριν ένα χρόνο και αμέσως με άγγιξε δημιουργικά. Την ευχαριστώ πολύ με την ευκαιρία αυτή.

Όλα για καλό: Αναγνωστική απόκριση Βιβής Π.

Το Γιάννη τον έμαθα εδώ, στο χωριό , πολλά χρόνια πριν. Τον θυμάμαι ξεμαλλιασμένο και ατημέλητο να προσπαθεί να ξελογιάσει το συγχωρεμένο τον παπά Γιάννη με σούμες για να μάθει ιστορίες και «ανέκδοτα» του χωριού. Μέχρι τον ψάλτη του έκανε μια φορά  για να τον καταφέρει. Έβγαζε το « Πελινναίο» τότε και έτρεχε πάνω κάτω τα χωριά μας, το διάβαζα και τον ζήλευα.  Γίναμε φίλοι , ήπιαμε και μαζί κάτι σούμες, έκλαψα και μια δυο φορές στον ώμο του, βριστήκαμε, ξαναφιλιώσαμε  και πάει λέγοντας… Κάποια στιγμή διάβασα και μια σπουδαία δουλειά του, αποδελτίωση εφημερίδων της Χίου.  Πολλές σελίδες και πολύς κόπος. Από τότε ότι βιβλίο του έχει πέσει στα χέρια μου το διαβάζω. Είναι περίεργο να διαβάζεις δουλειές ανθρώπων που γνωρίζεις.  Τους έχεις απομυθοποιήσει. Είναι ο Γιάννης  που ξέρεις την καθημερινότητά του, τις παραξενιές του, τα όνειρά του, τους κόπους του, τις καλές και κακές στιγμές του. Και είναι και ο Γιάννης ο αναγνωρισμένος συγγραφέας, που πας σε μια παρουσίαση βιβλίου του και καμαρώνεις. Σε εσένα φαίνεται Γιάννης και στους άλλους αλλιώς και σε ζηλεύουν κιόλας. Αστεία πράματα.

Χθες διάβασα το τελευταίο του βιβλίο « Όλα για καλό» από την Εστία.Μονορούφι. Διαφορετικό. Πηδάει σαν ακριδάκι στο χρόνο. Χθες, τώρα , χθες χωρίς να σε μπερδεύει. Ξεκάθαρα. Με πολλά πρόσωπα που στα συστήνει μέσα από τα λόγια τους και φτιάχνεις εύκολα τους χαρακτήρες ή νοιώθεις ότι τους αναγνωρίζεις, σε ένα τοπίο γνώριμο  και απλά σκηνοθετημένο, με μια πλοκή μυθιστορηματική στα όρια του ρεαλισμού, μια ιστορία που μπλέκει ζωές και ανθρώπους άσχετους μεταξύ τους . Όμως είναι αλλιώτικο.  Τα πάθη των ανθρώπων,  ο πόλεμος, η προσφυγιά και ο ΕΡΩΤΑΣ. Ω ναι! Ο Μακριδάκης περιγράφει  τον έρωτα και την απώλεια και τον πόνο και τον πόθο και την σωματική ανάγκη. Αδρά και ξεκάθαρα και ειλικρινά. Του έστειλα μήνυμα: « σχεδόν ερωτικός». Μου απάντησε : «ποιος;» . «Εσύ βρε Γιάννη! Επιτέλους! Περάσαμε την εφηβεία, ενηλικιώθηκες!»

Βιβή Ποταμούση

Μεταπτυχιακή φιλόλογος
Ιδρυτικό Μέλος και Μέλος του ΔΣ της Ελληνικής Φιλολογικής Εταιρείας Κλασικών Σπουδών