Μπετόν μπιζέλ

Σε μια ρωγμή της τσιμεντόστρωσης στην αυλή, εκεί που βρίσκουν τόπο να φυτρώσουν κάθε χειμώνα οι ξινίθρες, πήρε το μάτι μου σήμερα ένα μπιζελάκι να προσπαθεί να σηκώσει κεφάλι ανάμεσα στα άγρια ζιζάνια.

Προφανώς μου έπεσε από το χέρι κάποιος σπόρος καθώς πήγαινα να σπείρω στο χωράφι, κύλησε μες στη ρωγμή και βρήκε χώμα και βλάστησε. Για να δούμε αν θα προοδεύσει τώρα και αν θα φάμε μπιζέλια του τσιμέντου φέτος.

 

Πήρε την αράδα του

“Είχε δεν είχε μια ώρα που τονε φυτέψανε τον Σίμο. Εκεί, στην άκρια τής από πάνω γειτονιάς, ήτανε το μεζάρι κι είχε μπροστά του το καμπαναριό τ’ Αγιού Λουκά σα φλάμπουρο των αποθαμένων. Όσο ήτανε εν ζωή οι ψαράδες, από μεσοπάλεγα μονάχα το θωρούσανε όλοι τους, απ’ αλάργα, κοντά δεν πλησιάζανε, το βάζανε σημάδι καθώς ξανοιγόντανε για να βρίσκουνε τις πιο καλές καλάδες, είχανε όμως συνέχεια στο νου τους πως μια μέρα θα πάνε μια και καλή να το ‘βρουνε. Ίσαμε κει, στο νεκροταφείο έφτανε η ζωή, τα δέντρα, οι κήποι, ακόμα και η βλάστηση της γης, τα κυπαρίσσια του ήτανε τα τελευταία δέντρα. Από κει κι απάνω ξεροβούνι, σιδερόπετρες που καίγανε στο λιοπύρι τα καλοκαίρια και κατεβάζανε ζωντανή τη λάβρα του βράχου κάθε απόγεμα, μαζί και τις θύμησες των φυτεμένων, που φτεροκοπούσανε σα γλαρόνια πάνω από τα καϊκια, όλοι τους ψαράδες, κοκκινόπετσοι, μια ζωή μες στη θάλασσα, πού να τους χωνέψει ο τάφος, την κατατρώγανε τη γης με την αρμύρα τους, σκουράζανε τις πέτρες, κι έδινε ο ένας σειρά στον άλλονε σαν ανυπόταχτος στρατός θαλασσινών, που το χε βάλει αμέτι μουχαμέτι να κυριέψει το βουνό, να το λιώσει. Έτσι κι ο Σίμος το Σφαντό πήρε κι αυτός την αράδα του, ανάλαβε στα δύσκολα, όπως και στη ζωή έτσι και στο θάνατο, να πέσει στη μάχη άνοιξη, που η γη έχει πιότερο φούντωμα, είναι θυμισμένη και αγριεύει”

Το Λαγού μαλλί το έγραψα πριν εφτά χρόνια και το αφιέρωσα τότε στον πατέρα μου, τον Λεωνίδα τον Ρομπεόλα. Ρομπεόλας ήτανε το όνομα της βάρκας του. Μ’ αυτό το βαρκάκι ξανοιγόμασταν όταν ήμουν μικρός για καφτερό, για καθετή, για σαλαγγιά και παραγάδια, και μου ‘χε μάθει να βάζω σημάδια με το καμπαναριό του Αγιού Λουκά για να βρίσκω τους τόπους μεσοπέλαγα. Ψαράς δεν τα κατάφερα να γίνω σαν κι εκείνον, τα έκανα όμως τουλάχιστον λέξεις όλα αυτά που ένιωσα εκείνον τον καιρό. Ίσως κάτι να ναι κι αυτό.

Σήμερα το ξημέρωμα, παραμονές της άνοιξης, ο Λεωνίδας ο Ρομπεόλας πήρε κι αυτός την αράδα του. Αύριο θα πέσει στη μάχη, στο μεζάρι του Αγιού Λουκά, στην προσφυγική συνοικία των αλιέων του Καστέλου. Ήτανε σκληρός άνθρωπος, θα τις σκουριάσει τις πέτρες.

Βιωματικό σεμινάριο «Αφήγηση Ζωής»

 

Το Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017, 6 – 9μμ, θα πραγματοποιηθεί εισαγωγικό μάθημα του σεμιναρίου “Αφήγηση Ζωής” με ελεύθερη είσοδο στο Εργαστήριο Σκέψης (Μιαούλη 23, Ψυρρή – 1ος όροφος). Δηλώσεις συμμετοχής (περιορισμένος αριθμός) – Επικοινωνία: cpatouli@yahoo.gr – 6944203863.

Περισσότερα εδώ

Τι είναι ο άνθρωπος!

Αυτοί οι δύο τύποι είναι Αλγερινοί μετανάστες στη Χίο. Από αυτούς που ζούνε στις δομές φιλοξενίας και περιμένουν την αίτησή τους να εξεταστεί και να πάρουν πόδι για πίσω, το πιθανότερο. Τους τράβηξα φωτογραφία σήμερα το πρωί διότι λίγο πριν το κλικ, καθώς περπατούσαμε στην κεντρική οδό της χιώτικης αγοράς, την Απλωταριά, κάμποσα μέτρα πιο πέρα σκόνταψε ή γλύστρισε μια κυρία και έπεσε κάτω, της έφυγαν οι σακούλες από τα χέρια και η τσάντα της και άνοιξαν κατάδρομα.

Τρέξανε τότε στο άψε σβήσε οι δυο αυτοί τύποι, οι μόνοι που τρέξανε δηλαδή, και σηκώσανε πάνω την κυρία, της μαζέψανε και τα πράγματα, της δώσανε και την τσάντα της στο χέρι, την ρωτούσανε με νοήματα αν χτύπησε κι εκείνη όταν συνήλθε από την ταραχή της τους ευχαρίστησε και συνέχισε τον δρόμο της, συνέχισαν κι αυτοί τον δικό τους, εγώ όμως δεν συνέχισα, αλλά στάθηκα και τους έβγαλα φωτογραφία. Τι είναι ο άνθρωπος όμως ε;

Μετά πήγαμε στον ξενώνα της Μετάδρασης, όπου φιλοξενούνται οι φίλοι μας ο Σ, ο Ρ. ο Αμπ., ανήλικοι πρόσφυγες ασυνόδευτοι. Τους πήραμε λιχουδιές, αλλά βρήκαμε εκεί μονάχα τον μικρούλη τον Αμπ. διότι όλοι οι υπόλοιποι είχαν πάει στο γήπεδο για παιχνίδι και προπόνηση. Ο Αμπ. χάρηκε πολύ και δεν ήθελε να φύγουμε, ήθελε να ρθει μαζί μας. Τι να κάνουμε, λάβαμε την άδεια της υπεύθυνης και συνοδεία μιας κοπελιάς της δομής, τον πήραμε βόλτα στην αγορά.

Πήγε μόνος του στο δωμάτιό του και φόρεσε το μπουφανάκι του και φύγαμε. Σε όλη τη διαδρομή περπατούσε πάνω στο πεζοδρόμιο δίχως να μας κρατάει και είχε τα χεράκια του μέσα στα μανίκια του μπουφάν λόγω του κρύου. Μόλις μπήκαμε στον πεζόδρομο της αγοράς, σταμάτησε μπροστά σε μια βιτρίνα καταστήματος με αθλητικά ρούχα και κόλλησε το μούτρο του στο τζάμι. Πλησίασα και μου έδειξε ένα ζευγάρι πορτοκαλί γαντάκια και μου είπε “αυτό”! Μιλάει καλά ελληνικά πια ο Αμπ. 3,5 ετών είναι μόνο και τα ρουφάει όλα σαν σφουγγάρι. Μπήκαμε στο κατάστημα και πήραμε τα γάντια.

 

Μετά πήγαμε και σε άλλα μαγαζιά. Τους κέρδισε όλους ο μικρούλης με τη γλύκα του. Είχανε πια να λένε οι μαγαζάτορες για τον τετραπέρατο μικρό απ’ τη Συρία. Άμα τον κάνω βόλτα καθημερινά επί μια βδομάδα στην πόλη, θα τον μάθουνε όλοι και δεν θα υπάρχει πια ούτε ένας να βρίζει τους πρόσφυγες. Αυτή νομίζω πως είναι μια πολύ καλή μέθοδος αντιρατσιστικών προσεγγίσεων της κοινωνίας.

Από ένα κατάστημα με παιχνίδια πήραμε ποδόσφαιρο, μπάσκετ και μια ομπρέλα με σφυρίχτρα. Ήθελε να πάρει και ένα όπλο ο Αμπ., έκανε μάλιστα φασαρία για να το αγοράσουμε, αλλά το χατίρι αυτό δεν του το κάναμε. Τι είναι ο άνθρωπος όμως ε;  

 

Άλλο εξέλιξη και άλλο πρόοδος

Όσοι παρακολουθήσαμε στο Ομήρειο, από το βήμα του Φιλοτεχνικού την εξαιρετική παρουσίαση της πολυετούς εργασίας του Βασίλη Αγιαννίδη για τα κτήματα της περιοχής Κονταρίου και Κάμπου, τα οποία θυσιάστηκαν για την κατασκευή και την επέκταση του αεροδρομίου της Χίου, νιώσαμε ότι εξέλιξη δεν σημαίνει απαραίτητα και πρόοδος.

“Η πρόοδος είναι αναπόφευκτη αλλά οι επιλογές ας γίνονται από ειδήμονες”, είπε η Πρόεδρος του Φιλοτεχνικού, κλείνοντας άρον – άρον την εκδήλωση, αγχωμένη εξαρχής μη τυχόν βρεθεί κάποιος εκ του κοινού και προσβάλει τον Δήμαρχο, ο οποίος ήρθε και κάθισε στη θέση του για να παρακολουθήσει το μνημόσυνο μιας περιοχής της πόλης μας, που έπεσε θύμα των πρόσφατων καταστροφικών έργων του.

Είμαστε όμως οι παριστάμενοι, άνθρωποι διακριτικοί και μορφωμένοι, καθώς φάνηκε, αφού κανείς δεν θέλησε να τον κάνει να νιώσει περισσότερη ντροπή και θλίψη από όση ίσως ένιωσε βλέποντας τις εικόνες της καταστροφής και ενθυμούμενος μοιραία εαυτόν να φωτογραφίζεται, ως ειδήμων που έλαβε αποφάσεις και ως νέος αναπτυξιολάγνος αιρετός, μπροστά στις μπουλντόζες και στα κατεδαφισμένα οικήματα.

Άλλο πρόοδος λοιπόν και άλλο εξέλιξη. Η εξέλιξη στην εποχή μας, δυστυχώς, όχι μόνο δεν είναι πρόοδος, αλλά είναι οπισθοδρόμηση και πορεία προς την παρακμή. Είναι σαν από αρχιτέκτονας να ξεπέφτεις σε δήμαρχος και να φωτογραφίζεσαι μπροστά στο έργο κατεδάφισης κτισμάτων, που όμοιά τους κάποτε μελετούσες για να λάβεις ανώτατους τίτλους σπουδών. Η εξέλιξη λοιπόν δεν είναι στις μέρες μας πρόοδος. Όπως και οι σπουδές δεν αποτελούν πλέον μόρφωση. Ο παρουσιαστής Βασίλης Αγιαννίδης πάντως και το κοινό απεδείχθησαν μορφωμένοι και άκρως διακριτικοί, με σεβασμό και κατανόηση απέναντι στον άνθρωπο, ανώτεροι σε κάθε περίπτωση από τον δήμαρχο που τους εκπροσωπεί.

 

Ανακοίνωση έκδοσης

Οι εκδόσεις της Εστίας ανακοίνωσαν σήμερα την έκδοση προσεχώς του νέου μου βιβλίου, του μυθιστορήματος με τίτλο “Όλα για καλό”:

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗΣ, ΟΛΑ ΓΙΑ ΚΑΛΟ (ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ) 

Όλα συμβαίνουν γύρω από δύο αλλόκοτες κηδείες, μια απρόσμενη γέννηση και τα τρία διαδοχικά δείπνα που επισφράγισαν τα γεγονότα αυτά. Παλιά κιτρινισμένα ψιλόχαρτα ξεθάβονται, ιστορίες ξεχασμένες  ξεβράζονται, τόποι έρημοι και στιγματισμένοι ζωντανεύουν ξανά, οικογενειακά και κοινωνικά μυστικά ξεσφαλίζονται, άνθρωποι ξένοι αλλά και τόσο όμοιοι ανταμώνουν στης ζωής τους το διάβα. Οι αποκαλύψεις όμως, που έρχονται στο φως, αποδεικνύονται δυσβάσταχτες για τον Δημοσθένη και τη μικρή του ομήγυρη. Τόσο για τους γέροντες που αναμασούν μοιραία την κοινή φύτρα των πάντων, όσο και για τους νεότερους που ζουν τα συμβάντα για πρώτη φορά.

Έμπα – έβγα

Σήμερα υποδέχτηκα ένα νεαρό ζευγάρι Σύριων προσφύγων, τον Χασάν και την Αμάνι, οι οποίοι, κατά τα λεγόμενα των ανθρώπων του καταυλισμού της Σούδας, έμεναν εκεί, σε συνθήκες κακές, σε σκηνή, δίπλα στον χώρο αποχέτευσης και ήθελαν να φύγουν και να μπουν σε κάποιο σπίτι. Τους ενημέρωσαν οι υπεύθυνοι για το σπίτι που προσφέρω στο χωριό και αποφάσισαν να έρθουν. Μόλις συστηθήκαμε εξεπλάγην και το θεώρησα πολύ σημαδιακό το όνομά της κοπέλας, αφού το βουνό μας εδώ το λένε Αμανή και η Βολισσός ανήκει στον πρώην Καποδιστριακό Δήμο Αμανής.

Παρόλα αυτά η Αμάνι, αφού σχολίασε την ομορφιά της θέας, σε λίγο άρχισε να μιλάει έντονα στον Χασάν. Κάτι κατάλαβα και πήρα τηλέφωνο τον διερμηνέα. Σε λίγο έμαθα ότι θέλουν να γυρίσουν στον καταυλισμό διότι δεν αισθάνονται καλά να μείνουν σε χωριό.

Μετά από την οικογένεια του Αχμέτ, που φύγανε λόγω προβλημάτων υγείας, και αυτή η δεύτερη απόπειρά μου να προσφέρω δωρεάν στέγη σε πρόσφυγες για να περάσουν τον βαρύ χειμώνα στέφτηκε με αποτυχία. Ίσως δεν καταλαβαίνω καλά τους ανθρώπους, ίσα που βρεθήκαμε και αποχαιρετιστήκαμε. Πάντως με όλα αυτά που βλέπω, σκέφτομαι τι θα απογίνουμε εμείς οι καλομαθημένοι νεοέλληνες όταν θα έρθει η σειρά μας να φύγουμε πρόσφυγες

 

Η άλωση της Κωσταντίας: Αναγνωστική απόκριση από anagnostria.blogspot.com

Γιάννης Μακριδάκης
Η άλωση της Κωσταντίας
Εστία, 2011

Διαβάζοντας τον τελευταίο καιρό έργα του Γιάννη Μακριδάκη, νόμιζα πως δεν θα βρω καλύτερο από το εξαιρετικό “Η δεξιά τσέπη του ράσου“. Να όμως που πέφτω πάνω σε ένα άλλο δικό του, εξίσου ενδιαφέρον, εξίσου πρωτότυπο, εξίσου έργο που, παρά τη συντομία του, μπορεί αφενός να σου χαρίσει  την αναγνωστική απόλαυση και αφετέρου να σε οδηγήσει σε γόνιμο προβληματισμό. Ένα έργο που θ’ άξιζε να διαβαστεί και να προβληματίσει εμάς ειδικά στην Κύπρο.
Χρόνος, το 2005. Τόπος, η Κωνσταντινούπολη. Μια γειτονιά, το Τζιχανγκίρι, που αντικρίζει τον Βόσπορο, όπου κατοικούν κυρίως Έλληνες, αναστατώνεται από την είδηση που σαν κεραυνός πέφτει ανάμεσά τους. Ο Γιάννης με τον οποίο η Άννα, κόρη της χήρας Κωσταντίας, είχε πρόσφατα παντρευτεί, δεν ήταν Έλληνας όπως εμφανιζόταν, αλλά Τούρκος, υιοθετημένος από βρέφος και μεγαλωμένος σαν Έλληνας και χριστιανός από μια χιώτικη οικογένεια. Οι δυο νέοι είχαν γνωριστεί στην Αθήνα όπου σπούδαζαν και τώρα ζούσαν στη Χίο, πατρίδα του γαμπρού. Η είδηση αποκαλύπτεται μέσα από μια πολυσέλιδη επιστολή που ο Γιάννης στέλλει στην πενθερά του, την Κωσταντία, για να μην το μάθει από άλλους, όπως της γράφει. Εμβρόντητη εκείνη, αγανακτισμένη, εξοργισμένη, μαθαίνει με κάθε λεπτομέρεια το πότε και πώς ο Γιάννης πληροφορήθηκε και ο ίδιος την καταγωγή του. Η είδηση της φέρνει σχεδόν λιποθυμία. Μια γειτόνισσα και φίλη, η Βαγγελία, τη συντρέχει και οι δυο γυναίκες, διαβάζοντας πότε η μια και πότε η άλλη, σχολιάζοντας ενδόμυχα ή μεγαλοφώνως διεξέρχονται σε ολονυκτία την ογκώδη επιστολή. Λεπτό προς λεπτό, μέσα από τα γραφόμενα του Γιάννη μαθαίνουν όχι μόνο τη δική του ιστορία, αλλά και ολόκληρο το γενεαλογικό του δέντρο, όπως εκείνος μέσα από τις έρευνές του το έμαθε όταν, μετά από ένα τυχαίο περιστατικό πληροφορήθηκε την οθωμανική του καταγωγή.
Το ενδιαφέρον του βιβλίου δεν έγκειται μόνο στο πώς βιώνει κάποιος την αποκάλυψη ότι είναι ένας άλλος απ’ αυτό που ως τώρα νόμιζε. Ούτε μόνο στις έντονες αντιδράσεις στη σκέψη του γάμου μ’ έναν αλλόθρησκο (“τα παιδιά μας πια γονιούς δε θα ξαναδούνε άμα Οθωμανό πάρουνε, πως πεντακόσια χρόνια το βαστούμε, από τους παππούδες μας το βρήκαμε να μην παίρνουμε απ’ αυτούνους”). Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τριγύρισμα στην Πόλη, οι γειτονιές της, οι δρόμοι της, ο πεζόδρομος Ιστικλάλ, το Μπαλουκλί, το Ταξίμ, το Κουρτουλούς (Ταταύλα), το νησί Αντιγόνη, το νεκροταφείο της Ζωοδόχου Πηγής, το ξενοδοχείο Μαρμαρά, οι εκκλησιές, ο Άγιος Δημήτριος, η Αγία Τριάδα. Κι ακόμα το γύρισμα της μνήμης στο πογκρόμ του ’55, στους διωγμούς του ’64.
Η ατμόσφαιρα της Πόλης δεν δίνεται μόνο τοπικά. Δημιουργείται και με τη γλώσσα, με το πολίτικο ιδίωμα, με την αιτιατική αντί της γενικής (π.χ. τον έδωσε, τον τηλεφωνούσε, να με πει κ.λπ.), με τοποθέτηση του ρήματος κατά κανόνα στο τέλος της πρότασης, με σκόρπιες τούρκικες εκφράσεις.
Εξόχως ενδιαφέρουσα και ελκυστική η τεχνική της αφήγησης, ο τρόπος εξέλιξης της ιστορίας. Η ανάγνωση της σε πρώτο πρόσωπο επιστολής διακόπτεται συχνά από τον πλάγιο λόγο των δυο φιλενάδων, κυρίως της Κωσταντίας που σχολιάζει, ειρωνεύεται, αγανακτεί ή αμφιβάλλει για την αλήθεια των γραφομένων. Η αφήγηση είναι ρέουσα, οι παρεμβολές εμφανίζονται χωρίς προειδοποίηση, συχνά χωρίς σημεία στίξης. Ο αναγνώστης του μυθιστορήματος νιώθει να βιάζεται μαζί με τις δυο φίλες να δει πού και πώς θα καταλήξει αυτή η μακροσκελής εξιστόρηση. Εντελώς απρόοπτα, έρχεται ένα ευχάριστο, σχεδόν χιουμοριστικό τέλος. Ο συγγραφέας όμως πρόλαβε να πει αυτά που ήθελε, που νομίζω μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: “Ύστερα της έγραφε κάτι άλλα περίεργα, πως η πατρίδα είναι η παιδική ηλικία και πως κανένας και για κανένα λόγο δεν μπορεί να τη λησμονήσει, της έλεγε πως τη συνείδηση και την ταυτότητά του ο κάθε άνθρωπος την αποκτά μέσα από την κοινωνία που μεγαλώνει, πως δεν την κουβαλάει μαζί του από τη γέννα, πως οι γεννήτορες δεν είναι κατ’ ανάγκη και γονείς, της έφερνε και παραδείγματα, με λίγα λόγια, Κωσταντία μου, της έγραφε, ένα παιδί από Τούρκους γονείς που έλαχε να υιοθετηθεί από  τη βρεφική του ηλικία σε ελληνική οικογένεια, σε ελληνικό περιβάλλον, δεν μπορεί παρά μεγαλώνοντας να αισθάνεται Έλληνας και να νιώθει για τους Τούρκους όλα όσα σου περιέγραψα πιο πάνω πως ένιωθα εγώ, διότι δεν υπάρχουν μέσα του εθνικιστικά γονίδια που κοιμούνται κληρονομημένα από τους φυσικούς γονιούς του για να επαναστατήσουν από μόνα τους και να τον αναγκάσουνε με το έτσι θέλω να δει τα πράγματα αλλιώς“.

Γενάρη μήνα κλάδευε

Γενάρη μήνα κλάδευε και λίγος μη γυρεύεις, λέει ο αγρότης λαός.

Λίγος (το): Του φεγγαριού η λίγωση. Συνήθως τα δέντρα τα κλαδεύουν με το φεγγάρι στη λίγωση, αλλά τον Γενάρη τα κλαδεύουν όλο το μήνα, δεν έχει σημασία αν είναι λίγος ή γέμιση.

Συνειρμός: Το φεγγάρι του Γενάρη παραλίγο μέρα κάνει.

Κλαδεύτηκα κι εγώ μες στο χωράφι σήμερα. Με την ψιλή, που λέγαμε μικροί. Μόνος μου το έκανα, μην ταραχτείτε, δεν με κουρέψανε οι χωριανοί που θέλουν τον εξοστρακισμό μου, για τιμωρία και διαπόμπευση, όπως κάνανε παλιά στους τέντυ μπόιδες!