Το προσόν του αιρετού

Στη Χίο χιονίζει, ο παγωμένος βοριάς είναι θυελλώδης και οι πρόσφυγες του καταυλισμού της Σούδας ζουν εκτεθειμένοι στα καιρικά φαινόμενα.

Ο Τσίπρας και ο Μουζάλας, σφουγκοκωλάριοι της Μέρκελ, έχουν την αποκλειστική ευθύνη για το ότι αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται ακόμη στο νησί. Επειδή ερμηνεύουν τη συμφωνία Ευρώπης – Τουρκίας με τρόπο ώστε να θυσιάζουν τους πρόσφυγες αλλά και τις κοινωνίες των νησιών, που τα μετατρέπουν σε πλωτά στρατόπεδα συγκέντρωσης ανεπιθυμήτων.

Ο δήμαρχος, ο αντιπεριφερειάρχης και ο δεσπότης της Χίου έχουν την αποκλειστική ευθύνη για το ότι οι άνθρωποι αυτοί ζουν σε συνθήκες απάνθρωπες αυτές τις κρύες μέρες και νύχτες. Ο δήμαρχος επειδή έχει ευθυγραμμιστεί πλήρως με τους νεοναζί, τους χύμα και τους συγκαλυμμένους υπό τον τίτλο “παγχιακή επιτροπή αγώνα”, και λέει ότι δεν δίνει καμιά λύση διότι όποτε έδωσε, η λύση αυτή εκλήφθηκε από την ανίκανη κυβέρνηση ως μόνιμη. Ο αντιπεριφερειάρχης επειδή ξέρει μόνο να λέει να μεταφέρουν τους πρόσφυγες στην τοποθεσία “18″, σε ένα οροπέδιο στη μέση του πουθενά, με υψόμετρο πάνω από 500μ, όπου κυριαρχεί το χιόνι τον χειμώνα και η ζέστη που λιώνει τα βράχια το καλοκαίρι και ο δεσπότης επειδή υποστηρίζει, ανάμεσα στις λογής – λογής εθνικιστικές τσαρλατανιές του, πως έχει όλη την καλή διάθεση να ανοίξει τις ενοριακές αίθουσες της πόλης, για να προφυλαχτούν οι δύστυχοι αλλά δεν τον αφήνουν οι επίτροποι των ενοριών. Οι δυο βουλευτές του νησιού είναι εξίσου χυδαίοι και διακοσμητικοί, τελείως ανίκανοι.

Τελικά για να έχεις θέση αιρετή κάθε βαθμίδας σε αυτή τη χώρα, ένα προσόν αρκεί. Ορίστε το ο καθένας σας με την κατάλληλη λέξη που σας έρχεται στον νου. Περιγραφικά πάντως έχει ως εξής: Να μπορείς να κοιμάσαι, ακόμα και όταν άνθρωποι βασανίζονται, αρρωσταίνουν ή και πεθαίνουν εξαιτίας σου

Κλέφτης κι αστυνόμος

Προχθές είδα έναν τύπο άγνωστο να έχει καβαλήσει την περίφραξη μιας αυλής στο χωριό και να κόβει λεμόνια. Περνώντας από δίπλα του θορυβήθηκε. Γύρισε προς το μέρος μου με ύφος ένοχο. Πειράζει που κόβω λίγα λεμόνια, με ρώτησε σαν να ήμουνα εγώ ο ιδιοκτήτης του σφραγισμένου σπιτιού και της λεμονιάς ή ο αστυνόμος του χωριού.

Κόψε ρε φίλε, του είπα και συνέχισα το δρόμο μου.
Στάθηκα όμως δυο βήματα πιο κει, γιατί μου έκανε εντύπωση η εντελώς άγνωστη φυσιογνωμία του, χειμώνα καιρό, που κυκλοφορούνε μόνο γάτες, σκέφτηκα αν είναι κανένας καθηγητής του σχολείου ή κάποιος νέος μπάτσος στο χωριό και μου έκανε εντύπωση που είχε ανέβει ως εκεί ψηλά στο κάστρο, τον ρώτησα λοιπόν αν είναι περαστικός απ’ το χωριό ή κάνας νέος κάτοικος.
Μου λέει λοιπόν τα εξής καθώς ήτανε κρεμασμένος πάνω στο συρματόπλεγμα σαν σπούργητας: Αστυνομικός είμαι, από τη Θεσσαλονίκη, μας στείλανε εδώ στην υποδιεύθυνση για τους λαθρομετανάστες, νοίκιασα ένα αυτοκίνητο και κάνω βόλτες να δω το νησί.
Μάλιστα, είπα και γυρνώντας για να φύγω έπεσε το μάτι μου στις τσέπες του μπουφάν του, που ήτανε ήδη φίσκα στα λεμόνια, ενώ αυτός συνέχιζε να κόβει. Δεν του είπα όμως τίποτα. Απορροφήθηκα ξαφνικά να σκέφτομαι πώς νιώθει κλέφτης ένας αστυνόμος και πώς κοιτάζει ένοχα τον κάθε άγνωστο περαστικό και του απολογείται επειδή είναι ντόπιος, αλλά μετά από λίγο βάζει τη στολή και είναι εξουσία στους ξένους, στους αδύναμους, μα και στους άλλους κλέφτες, σκέφτηκα ύστερα και τη δική μου μετάλλαξη, που έγινα χωριάτης πια κανονικός και ρωτάω το ποιόν του καθενός που θα δω μπροστά μου άμα είναι φάτσα άγνωστη.

Ας εξαγριωθούμε

Στις 5 Δεκεμβρίου, εκτός όλων των άλλων, στην άλλη όχθη του ωκεανού εκπνέει το τελεσίγραφο που έστειλε ο καταναλωτικός καπιταλισμός προς τους ινδιάνους της φυλής των Σιου στην Β. Νεβάδα για να εκπατριστούν οικειοθελώς, αλλιώς θα εκδιωχθούν από τη γη τους με βίαιη στρατιωτική επέμβαση, ώστε να διέλθει απερίσπαστος από εκεί και να την καταστρέψει, μαζί και τα ιερά μνημεία τους, ένας αγωγός πετρελαίου, έργο αξίας αρκετών δις δολαρίων.

Παρόμοιες καταστάσεις εκδίωξης πληθυσμών από τη γη τους στο όνομα αυτής της “ανάπτυξης” συμβαίνουν κατά κόρον στον πλανήτη, από τη ζούγκλα του Αμαζονίου, όπου διώκονται και αποδεκατίζονται οι ιθαγενείς, μέχρι τους απανταχού ιθαγενείς πληθυσμούς των χαρακτηρισμένων ως υπανάπτυκτων, τριτοκοσμικών, αναπτυσσόμενων, ή εσχάτως, χρεοκοπημένων χωρών και τόπων της γης, οι πληθυσμοί των οποίων εξολοθρεύονται μεθοδικά, είτε με όπλα και βία φανερή, είτε με “μεταρρυθμίσεις” και βία “εκδημοκρατισμένη” και εκσυγχρονισμένη, με στόχο την αρπαγή των φυσικών πόρων των πατρίδων τους και την εκδίωξή τους από τις εστίες τους ή την μετατροπή τους σε φθηνούς σκλάβους των ολίγων της ανθρωπότητας, που αυτοχαρακτηρίζονται ανεπτυγμένοι, πολιτισμένοι, προοδευμένοι καταναλωτές, μέχρι να έρθει φυσικά και αυτών η σειρά μια μέρα να κανιβαλιστούν από κάποιους που βρίσκονται ακόμα πιο ψηλά στην πυραμίδα αυτή της χυδαιότητας και της ανοησίας.

Η ανθρωπότητα ίσως βρίσκεται στην τελική ιστορική φάση της αυτοεξόντωσής της, αφού από τη μια εξαφανίζει από τον πλανήτη γη κάθε άγριο είδος ζωής, μαζί και τον άγριο, φυσικό, εγκλιματισμένο και εναρμονισμένο με τη φύση άνθρωπο, για να εγκατασταθεί σε υδροκέφαλες μητροπόλεις ως αρρωστημένη μονοκαλλιέργεια ο επεξεργασμένος καταναλωτής, ο οποίος όμως, από την άλλη, καταναλώνει αντί να τρώει, αντί να πίνει, αντί να ερωτεύεται, αντί να ζει, και έτσι μετατρέπεται ο ίδιος σε ψυχικό και υλικό απόρριμμα και εκφυλίζεται γενιά με τη γενιά ως φυσικός οργανισμός, μέχρι να εξαφανιστεί κι αυτός μέσα στο χημικό του λίπος ή από μια απλή αλλεργία μία των ημερών πολύ σύντομα μες στον ιστορικό χρόνο, είτε να κανιβαλιστεί, αν κατορθώσει και προλάβει να απομείνει μόνος του επί της γης.

Αυτό λοιπόν το μαζοχιστικό σύστημα ευτελών αξιών του καταναλωτικού καπιταλισμού, που κανιβαλίζει την ανθρωπότητα, που εξαφανίζει τα έμβια είδη, που καταστρέφει πολιτισμούς και που μολύνει τη γη, το ενσαρκώνουμε και το γιγαντώνουμε εμείς, ο καθένας μας, όλοι μαζί, με τον τρόπο της καθημερινής μας διαβίωσης και θεώρησης της ζωής, είτε νιώθουμε ότι κατά βάθος είμαστε μαζί με τους ινδιάνους, είτε με τους καουμπόηδες, αφού ουσιαστικά παραμένουμε εγκλωβισμένοι εντός του και ζούμε σαν πράγματι να μην υπάρχει εναλλακτική, όπως είπε η Θάτσερ πολλά χρόνια πριν και όπως συμπεριφέρθηκε ο Τσίπρας εσχάτως.

Αυτήν ακριβώς την πάλη του φυσικού με το επεξεργασμένο, του άγριου με το εξημερωμένο, του αυθεντικού με το εκπολιτισμένο, αυτήν ακριβώς την βίαιη εκδίωξη του πρωτογενούς ανθρώπου και την επικράτηση του εκπαιδευμένου αναλώσιμου και με ημερομηνία λήξης καταναλωτή, την έχουμε υποστεί και υπομείνει καταρχήν ο καθένας μέσα μας και πάνω στον φυσικό εαυτό μας, έχουμε ισοπεδωθεί και ομογενοποιηθεί και αποτελούμε όλοι μαζί μια αδηφάγα ερπυστριοφόρα μηχανή που καταπίνει τα πάντα στο πέρασμά της, καταναλώνει δε εμάς τους ίδιους για καύσιμο και εκπέμπει καυσαέριο τη χημική μας ύλη.

Η εναλλακτική φυσικά υπάρχει, πάντα υπάρχει, αλλά δεν είναι εντός αυτού του συστήματος, είναι εντός της πολυσύνθετης ανθρώπινης φύσης μας. Αν θέλουμε να τη δούμε, δεν έχουμε παρά να πάρουμε όλοι μαζί το μέρος του ινδιάνικου εαυτού μας, της φυσικής μας δηλαδή υπόστασης, να δώσουμε ξανά αξία στις αξίες μας, να βγούμε από την πλάνη μας και να αντισταθούμε στον καταναλωτή εαυτό μας σθεναρά, να τον “εξαγριώσουμε” ξανά, γιατί παράγινε νιανιάς, πειθήνιο γρανάζι του χαμού του.

 Δημοσιεύτηκε στο ΤΡΡ στις 3/12/16

Βάρδια ξημερώματα

Προχθές ταξίδευα μ’ ένα βαπόρι της άγονης του Αιγαίου. Ήτανε ξημερώματα και είχε λίγο κόσμο. Έκατσα σε μια από τις καρέκλες μόλις ανέβηκα, εκεί μπροστά στη ρεσεψιόν και παρακολουθούσα τον αξιωματικό που είχε βάρδια στο γραφείο και τους δύο καμαρότους, να στέκουνε έξω από τον πάγκο, αλλά να είναι σκυμμένοι προς το μέρος του, να βλέπουνε όλοι μαζί στο κινητό του κάποια βίντεο και να γελάνε.

Σε λίγο πλησίασε και μια κοπελιά. Γύρω στα τριάντα την έκανα, κι αυτό επειδή από το στήσιμο φαινότανε μεγαλύτερη. Μάλλον ήτανε πιο μικρή. Πλήρωμα και αυτή. Με τη στολή της, με το βάψιμό της, με το χτένισμά της, με το κούνημά της και με τα όλα της. Τέλειο φιγουρίνι, που μόλις είχε ξυπνήσει, είχε σενιαριστεί και άρχιζε τη μέρα της στη δουλειά. Μπήκε μες στο γραφείο και κάθισε πλάι στον ρεσεψιονίστ αξιωματικό. Οι καμαρότοι δεν στέκανε πια μπροστά στον πάγκο, είχανε φύγει για να συνοδέψουν δυο επιβάτες στις καμπίνες τους. Τότε η κοπελιά άρχισε να παραπονιέται, πότε θα περάσει ο μήνας επιτέλους, για να μπει ο μισθός της. Ίσως επειδή ήτανε η μπλακ φράιντέι προχθές και αυτή την πέρασε μεσοπέλαγα και δεν μπορούσε να βγει να ψωνίσει, μάλλον της είχε μείνει κάποιο απωθημένο, έτσι σκέφτηκα όσο την άκουγα να μουρμουρίζει τα παράπονά της για τον μήνα που δεν λέει να βγει.

Ο αξιωματικός της ρεσεψιόν την κοίταξε πάνω από τα μικρά γυαλιά του με ύφος πολύ σοβαρό. Μην παραπονιέσαι, της είπε ήρεμα, και μη λες πότε θα περάσουνε οι μέρες, γιατί θα ανοίξεις μια μέρα τα μάτια σου και θα είσαι πενήντα-πενηνταπέντε χρονών και θα βλέπεις τη ζωή σου πια πίσω και όχι μπροστά, όπως τη βλέπεις τώρα. Και θα λες ήθελα να περάσουνε οι βδομάδες και οι μήνες, για να πληρωθώ, και πέρασε μαζί και η ζωή μου ολόκληρη. Κάθε μέρα που περνάει στη δουλειά, περνάει και στη ζωή, της είπε και ήτανε σαν πικραμένος. Μπορεί να έρχεται πιο κοντά το ρεπό ή ο μισθός, αλλά έρχονται πιο κοντά και τα γεράματα. Γι’ αυτό να μη θες να περνάνε οι μέρες.

Η κοπελιά κάτι έπαιζε στα δάχτυλά της και τον κοιτούσε με ύφος ανθρώπου που δεν τα καταλαβαίνει όλα αυτά διότι δεν είναι ακόμη η ώρα του να τα καταλάβει. Εγώ τους κοιτούσα με ένα χαμόγελο πικρό και τους δύο από απέναντι, τόσο πικρό που μάλλον την ενόχλησε και σηκώθηκε πάνω αμέσως, βγήκε από το γραφείο και ήρθε κοντά μου. Εδώ, μου είπε, είναι θέσεις για να κάθονται οι επιβάτες που περιμένουν τη σειρά τους στη ρεσεψιόν, σας παρακαλώ να πάτε μέσα στα καθίσματα ή στα άλλα σαλόνια.

Έριξα μια ματιά στον άλλον, που είχε γυρίσει και κοιτούσε πάλι με ενδιαφέρον κάτι στην την οθόνη του κινητού του, χωρίς να δίνει καμιά σημασία σε μένα και σε εκείνη, της είπα με κάποιο αχνό υπονοούμενο στη φωνή μου, εντάξει, κατάλαβα, πήρα τα πράγματά μου και έφυγα.

Δημοσιεύτηκε στο ΤΡΡ στις 28/11/16

Θλίψη και πόνος

Σήμερα πέθανε ο Μάρτης

Νοέμβριος 2003 – Νοέμβριος 2016

Μας δίδαξε αγάπη ατόφια και ανιδιοτελή το πλασματάκι αυτό

Η θλίψη μεγάλη, ο πόνος αβάσταχτος

Ελπίζω πως θα με περιμένει, να με υποδεχτεί κι εμένα μια μέρα εκεί που πήγε

Καλό του ταξίδι

 

Δυναμική αντιφασιστική πορεία στη Χίο

Η Χίος δεν έχει μόνο ένα μάτσο ακροδεξιούς που προβαίνουν σε δολοφονικές ενέργειες κατά προσφύγων. Δεν έχει μόνο μια κοινωνική σούπα ευυπόληπτων νεοναζί που αποτελούν τη λεγόμενη παγχιακή επιτροπή αγώνα. Δεν έχει μόνο λαϊκιστές πολιτικάντηδες που διαγκωνίζονται μαζί και με τον τσαρλατάνο δέσποτα ποιος θα αναλάβει αρχηγός των φασιστών.

Έχει και πολύ δυναμικό αντιφασιστικό κίνημα. Απόψε βρεθήκαμε σε πορεία – απάντηση στις ακρότητες των ναζιστών, φανερών και με φερετζέ νοικοκυραίου.

Δείτε βίντεο, φωτο εδώ και εδώ

Καλλιεργητές του ναζισμού ευυπόληπτοι πολίτες

Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε κοινωνίες να ξεσηκώνονται και να διαμαρτύρονται για τα προβλήματα, με τα οποία τους φόρτωσε η πολιτική επί του προσφυγικού ζητήματος που ασκούν η ευρωπαϊκή και η ελληνική κυβέρνηση. Οι άνθρωποι αυτοί που έχουν αναλάβει δράση, σχηματίζοντας διάφορες “επιτροπές αγώνα” και συγκαλώντας συγκεντρώσεις και παραστάσεις, διαμαρτύρονται για τα προβλήματα, επισημαίνουν την ανεπάρκεια των πολιτικών εκπροσώπων τους, συντάσσουν δικές τους προτάσεις και κατευθύνσεις πολιτικής, τις οποίες προτείνουν στους τοπικούς αιρετούς εκπροσώπους τους και απαιτούν συγκεκριμένες πολιτικές ανακούφισής τους. Διαχωρίζουν δε τους εαυτούς τους από τα ακροδεξιά στοιχεία, που προβαίνουν σε δολοφονικές επιθέσεις εναντίον προσφύγων και ντόπιων αλληλέγγυων, λόγω του ότι οι ίδιοι δεν προκαλούν έκτροπα, τουλάχιστον άλλα πέραν των φραστικών, και λόγω του ότι ανήκουν στην τάξη των ευυπόληπτων πολιτών, των νοικοκυραίων, όπως τους ονόμαζε ο Σαμαράς, και δεν είναι λούμπεν στοιχεία της κοινωνίας, όπως συνήθως οι άλλοι, τους οποίους όμως δεν απομονώνουν, αλλά τους δέχονται στις συναθροίσεις τους και στέκουν μαζί πλάι πλάι. Με τα ίδια επιχειρήματα προσπαθούν και οι συστημικοί διαμορφωτές της κοινής γνώμης, να εδραιώσουν την πεποίθηση ότι αυτό ακριβώς το κομμάτι της κοινωνίας είναι οι προοδευτικοί πολίτες που εκφράζουν τον παλμό της, οι αγανακτισμένοι από την ανεπάρκεια των πολιτικών πατριώτες, που νοιάζονται για το μέλλον του τόπου και των παιδιών τους.

Αυτό φυσικά δεν ισχύει, δεν είναι οι άνθρωποι αυτοί πολίτες που ριζοσπαστικοποιήθηκαν και ενεργοποιήθηκαν επιτέλους ύστερα από τόσα χρόνια “ανάπτυξης” και κατόπιν μνημονίων, δεν αποτελούν δηλαδή κεφάλαιο για μια άλλη, πιο ενεργή και συνειδητή κοινωνία πολιτών στο μέλλον, απεναντίας, αυτό το κομμάτι της κοινωνίας είναι που στρώνουν το χαλί στον ναζισμό και αυτό γίνεται κατανοητό πολύ εύκολα, με μια υποτυπώδη παρατήρηση της γενικότερης πρόσφατης πολιτικής τους στάσης.

Ας πάρουμε για παράδειγμα τις ακριτικές νησιωτικές κοινωνίες του Αιγαίου και ας συγκρίνουμε την παρούσα πολιτική στάση τους, με αυτήν που κρατούν απέναντι σε ένα άλλο από τα καταστροφικά σχέδια που τις αφορούν, το οποίο εκτυλίσσεται εδώ και λίγα χρόνια και εκπορεύεται κι αυτό από την ίδια ευρωπαϊκή και ελληνική πολιτική ελίτ, η οποία υπηρετεί τυφλά τον καταναλωτικό καπιταλισμό. Αυτό δεν είναι άλλο από την μετατροπή των νησιών σε μπαταρίες, με την εγκατάσταση γιγαντιαίων βιομηχανικών ανεμογεννητριών.

Οι εντός του καταναλωτικού καπιταλισμού λοιπόν εκπαιδευμένοι αυτοί πολίτες θεωρούν το σχέδιο αυτό ως “επένδυση” και δεν αντιδρούν, παρόλο που θα ισοπεδώσει όρη και βουνά, θα καταστρέψει οριστικά το ανάγλυφο, το οικοσύστημα και τη φυσιογνωμία των νησιών τους, για να λυμαίνεται μονοπωλιακά και αποικιοκρατικά μια πολυεθνική τον φυσικό πόρο άνεμο, θα τους στερήσει δια παντός κάθε άλλη ευκαιρία ισόρροπης ανάπτυξης, ιδίως τουριστικής, που τους ενδιαφέρει κιόλας, καταστρέφοντας τα νησιά τους στο διηνεκές και προσφέροντας ταυτόχρονα λιγοστές θέσεις εργασίας και ισχνά, σε σχέση με τα κέρδη τους, ανταποδοτικά τέλη στους δήμους.

Οι τοπικές κοινωνίες δηλαδή, οι οποίες μέχρι πρότινος κάθε επέλαση για λεηλασία και καταστροφή, αρκεί να έφερνε χρήμα, έργα και υποσχέσεις, την αποδέχτηκαν και την υποδέχτηκαν ως “επένδυση”, την επιζητούσαν κιόλας και δεν τους κάηκε καρφί για το τι θα απογίνει το ρημάδι το νησί τους, ή στην καλύτερη περίπτωση έμειναν στην πλειονότητά τους αδιάφορες και αμέτοχες στον δημόσιο διάλογο, τώρα με το ζήτημα του εγκλωβισμού των προσφύγων και μεταναστών μες στα πόδια τους, άρχισαν να ξεσηκώνονται και να ζητάνε, όπως λένε, το συμφέρον του τόπου τους, και να ενδιαφέρονται, όπως επίσης λένε, για την πατρίδα τους και άλλες τέτοιες όψιμες μεγαλοστομίες.

Την ίδια στιγμή φυσικά οι κοινωνίες αυτές καταμετρούν πάμπολλα μέλη τους, τα οποία βρήκαν δουλειά και εργάζονται με καλούς μισθούς σε ΜΚΟ, στην Ύπατη Αρμοστεία ή στον Δήμο, σε μιαν εποχή που η ανεργία είναι τρομακτική, άλλα που νοικιάζουν τα ξενοδοχεία ή τα ενοικιαζόμενα δωμάτιά τους σε μέλη των ΜΚΟ ή της Φρόντεξ και των λοιπών που έχουν κατακλύσει τα νησιά, άλλα που νοικιάζουν τα σπίτια τους σε ΜΚΟ που φροντίζουν για την στέγαση προσφύγων, και άλλα, τέλος, που δουλεύουν αλυσιδωτά λόγω του πακτωλού χρημάτων που πέφτουν στην αγορά των νησιών εξαιτίας του προσφυγικού ζητήματος. Παρόλα αυτά οι κοινωνίες αυτές δεν βλέπουν και το προσφυγικό ως “επένδυση”, που φέρνει τόσο χρήμα και τόσες θέσεις εργασίας, και μάλιστα εκατοντάδες περισσότερες από τις εγκαταστάσεις ΒΑΠΕ, ούτε θεωρούν αναπτυξιακά έργα τις πολυδάπανες ανεγέρσεις χοτ σποτ και καταυλισμών, αλλά το θεωρούν “καταστροφή”, λόγω της αλλαγής της φυσιογνωμίας της κοινωνίας και του τόπου τους.

Αυτό συμβαίνει επειδή νιώθουν να απειλούνται οι ίδιοι και όχι πια τα όρη και τα βουνά τους, και έτσι ζητούν μετ’ επιτάσεως την απομάκρυνση όλων των προσφύγων, όλων των ΜΚΟ, την μη κατασκευή άλλων “χοτ σποτ”, την μη ισλαμοποίηση του πληθυσμού και λοιπά τέτοια ωραία, που στρώνουν δάφνες στους νεοναζί να προβαίνουν κατόπιν σε δολοφονικές επιθέσεις εναντίον δυστυχισμένων άστεγων ανθρώπων αλλά και της κοινωνίας των αλληλέγγυων. Με λίγα λόγια οι τοπικές κοινωνίες που ξεσηκώνονται, διεκδικούν το δικαίωμα να μένουν στον τόπο τους οι ίδιοι και μόνοι τους, για να τον καταστρέψουν και να τον απομυζήσουν με πάσα άλλη ευκαιρία “επενδυτική”, και όχι να τον μοιραστούν με ξένους και να χάσουν όσα νομίζουν κεκτημένα, να αλλοιωθεί δε και η ράτσα, να μαγαριστεί και η θρησκεία τους.

Τόσα χρόνια δε, που η κυβέρνηση και η ευρωπαϊκή ένωση αποφάσιζαν για το μέλλον των τόπων τους, δίχως να ρωτούν τις τοπικές κοινωνίες και δίχως να τις ενημερώνουν για το παραμικρό, αλλά πάντοτε τους έφερναν έτοιμες τις καταστροφικές αποφάσεις τους, με χρυσωμένα τα χάπια και με καθρεφτάκια, σε αυτές τις κοινωνίες αντιδρούσαν μόνον κάποιοι λεγόμενοι “γραφικοί, μηδενιστές, ενάντιοι σε κάθε επένδυση, και αυτοί που θεωρούνταν τροχοπέδη στην ανάπτυξη του τόπου”. Κανέναν άλλον δεν ένοιαξε ποτέ, όχι μόνον η επερχόμενη καταστροφή, αυτή πες ότι την έβλεπαν ως αντίτιμο της “ανάπτυξης”, αλλά η εξοργιστική, τελείως αντιδημοκρατική διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Δεν τους ένοιαζε που κανένας δεν τους ρωτούσε την άποψή τους για τον τόπο τους και για το μέλλον τους, αλλά σχεδίαζαν όλοι για αυτούς χωρίς αυτούς. Ποτέ δεν ξεσηκώθηκε κανείς για αυτόν τον λόγο.

Τώρα ξαφνικά, με αφορμή το προσφυγικό, δείχνουν να τους νοιάζει και απαιτούν να εισακούγεται η άποψή τους για το μέλλον το δικό τους και του τόπου τους, αυτό όμως δυστυχώς είναι ολοφάνερο ότι οφείλεται αποκλειστικά σε ξενοφοβικά και ρατσιστικά κίνητρα και σε στενά ωφελιμιστική προσέγγιση, που επιτάσσει τον εξοβελισμό και την εξόντωση των πιο αδύναμων και των μη εχόντων θέση εντός της κοινωνίας, παρά σε ξαφνική πολιτικοποίησή τους ή σε υγιές ενδιαφέρον για τον τόπο τους.

Προχωράμε δηλαδή από το κακό στο χειρότερο όσον αφορά στην ευρεία ριζοσπαστικοποίηση των κοινωνιών. Προχωράμε προς κοινωνίες περιχαρακωμένες, απόλυτα ιδιοτελείς, που πλέον οδηγούνται ολοταχώς, για άλλη μια φορά στην ιστορία τους, στο να ανασύρουν από μέσα τους βαθιά τον ναζισμό, να τον φέρουν στην επιφάνεια σιγά σιγά ως κάτι φυσιολογικό, σύνηθες, αποδεκτό, αναγκαίο και ηθικό, να του δώσουν ανθρώπινο και καθημερινό πρόσωπο ευυπόληπτου πολίτη, να τον νομιμοποιήσουν και να τον εδραιώσουν γύρω τους ως ύστατη αντίδραση αυτοσυντήρησης, στήνοντας όμως στην ουσία μια τρομακτική παγίδα στον ίδιο τους τον εαυτό.

Δημοσιεύτηκε στο ΤΡΡ στις 26/11/16

Η πρώτη φλέβα: Ένας ναυτικός και μία πόρνη… θυμούνται

Ο Γιάννης Μακριδάκης επιστρέφει με δύο παράλληλους μονολόγους, τις ενδιαφέρουσες και καλογραμμένες αφηγήσεις ενός ναυτικού και μιας πόρνης.

Η πρώτη φλέβα: Ένας ναυτικός και μία πόρνη… θυμούνται

 

Πριν το διαβάσω:
Γιατί το διάλεξα; Επειδή είμαι φαν του Μακριδάκη, έχω διαβάσει τα πάντα, τον παρακολουθώ από τότε που ξεκίνησε, ασχέτως αν η ερεθιστική γραφή του με εμπνέει ή με απωθεί, με βρίσκει σύμφωνο ή με εξωθεί σε σφοδρές διαφωνίες.
Καθώς το διάβαζα:
Μικρό βιβλιαράκι που διαβάζεται γρήγορα, με εκείνη την αφηγηματική άνεση που σε παρασέρνει, αν και λείπει η υπόθεση που σε ωθεί προς το τέλος. Πρόκειται για τους μονόλογους ενός ναυτικού και μιας πόρνης, οι οποίοι εναλλάσσονται, καθώς μια διηγείται ο ένας και μια ο άλλος, σε ένα διαρκές πινγκ-πονγκ. Είναι δυο προφορικές μαρτυρίες, που έχουν δουλεμένη τη γλώσσα, αν και θα μπορούσε ο συγγραφέας τους να φτιάξει πιο ιδιαίτερο το ύφος του καθενός.
Κι αν επιλέξει ο συγγραφέας δύο τέτοιες παράλληλες ιστορίες, τότε τι να περιμένει ο αναγνώστης από τη συμπαράθεσή τους; Μπορεί να περιμένει μια σταδιακή σύγκλιση, όπου στο τέλος οι δυο ιστορίες φέρνουν κοντά τους πρωταγωνιστές τους, τις μοίρες τους ή τις ρότες τους. Μπορεί να περιμένει μια κατοπτρική αντανάκλαση, όταν η μία ιστορία αντικατοπτρίζεται στην άλλη, βρίσκει στην απέναντί της το δικό της πρόσωπο, αλλοιωμένο βέβαια μέσα από τις παραμορφώσεις του κρυστάλλου, διαστρεβλωμένο από τις ανάγκες και την προσωπικότητα του άλλου. Ή τέλος, μπορεί να περιμένει μια αντίθεση, τα μέρη της οποίας να τονίζονται κάθε τόσο ή στην οποία να φαίνεται η αντίστιξη δύο προσώπων.

Ο ναυτικός εδώ αφηγείται τα ταξίδια του, τις φουρτούνες και τα λιμάνια, αποσπασματικά στιγμιότυπα από τη ναυτική του σταδιοδρομία. Πιο πολύ όμως η αφήγηση εστιάζει στις περιπέτειες του αφηγητή με γυναίκες, κατά βάση πόρνες, που ψάρευε ή τον ψάρευαν στα μπαρ ανά την υφήλιο, από την Ιαπωνία έως τη Βραζιλία. Ελάχιστα δηλαδή εξιστορεί τα βάσανα του ναυτικού (ίσα ίσα μια άγρια θαλασσοταραχή στον Βισκαϊκό κόλπο) και σε συντριπτικό ποσοστό ο στόχος της αφήγησης είναι να δείξει πώς η ζωή του γέμισε με ερωτικές εμπειρίες της μιας νύχτας ή περισσότερων.

Η ιερόδουλη από την άλλη είναι φυσικό να μιλάει κατά βάση για την πορνική της πορεία, από τότε που ξεκίνησε και μπήκε στο επάγγελμα μέχρι τώρα που συνταξιοδοτήθηκε. Από τα πρώτα βήματα στον Πειραιά μέχρι το «σπίτι» που είχε στα Χανιά. Είναι μια ζωή για την οποία δεν παραπονιέται, ίσα ίσα που επιμένει ότι ήταν ευχαριστημένη από όσα έζησε, δεν μεμψιμοιρεί, δεν γκρινιάζει για την άδικη μοίρα… Οι πελάτες της που τη σέβονταν, η θέση της συχνά ως εξομολόγου, η ανεξαρτησία της, η ανάληψη του ρόλου της που δεν την έκανε φτηνό δοχείο σεξ, αλλά μια “τιμιότερη” παρουσία συνδρομής των ανδρών.

Τελικά, τι αποκομίζει ο αναγνώστης από αυτές τις δύο ιστορίες; Καταρχάς, απολαμβάνει τις αφηγήσεις, διαβάζει δυο μονολόγους που έχουν ενδιαφέρον, ελεγχόμενο ρυθμό, γρήγορο τέμπο, καίριες επικεντρώσεις σε σημεία που έχουν σημασία, συνδυασμός γεγονότων και σχολίων από τον αφηγητή… Είναι λοιπόν δύο καλογραμμένες αφηγήσεις που κρατούν, και λόγω της εναλλαγής τους και λόγω της έκτασής τους, το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

Από εκεί και πέρα ποιο μοτίβο συνδέει τις δύο ιστορίες; Δεν έχω πολλά να πω. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι υπάρχουν υπόγεια κανάλια που συνδέουν τα δύο συγκοινωνούντα δοχεία. Το χρονικό διάστημα ας πούμε σε πρώτη φάση των δεκαετιών ’60 μέχρι ’80 στο οποίο κινούνται και οι δύο δεν φτάνει. Είναι όμως ορατό πως η μία ιστορία θηλυκώνει μέσα στην άλλη, σαν γιν-γιαγκ, αφού η πόρνη μιλά για τους πελάτες της κι ένας πελάτης, όχι της ίδιας, ο ναυτικός μιλά για τις εκδιδόμενες με τις οποίες κοιμήθηκε. Σε άλλους τόπους και με άλλα συμφραζόμενα η ίδια ιστορία, σπασμένη και ξαναραμμένη από δύο διαφορετικούς ανθρώπους που όμως ο ένας γνώρισε σχηματικά τον άλλο.

Μια εμφανής ομοιότητα είναι η ανεξαρτησία και των δύο ηρώων, καθώς ζουν ελεύθεροι, χωρίς περιορισμούς, χωρίς γάμους και δεσμεύσεις (ο ναυτικός παντρεύτηκε και έκανε ένα παιδί, αλλά αυτό δεν ακούγεται παρά μόνο στο τέλος, σαν να μην έπαιξε κανέναν ρόλο στις λιμανίσιες περιπέτειές του). Και οι δύο λοιπόν προβάλλουν με τα λόγια και τις πράξεις τους την ελεύθερη ζωή τους, η μία που δεν είχε ποτέ πάτρωνα να την καταπιέζει και να την εκμεταλλεύεται, ο άλλος αναδεικνύει την ταξιδιάρικη υφή του επαγγέλματος που τον αποδεσμεύει από οποιαδήποτε σταθερή και άρα υποδουλωτική μονιμότητα.

Αφού το διάβασα:
Ωραία ανάγνωση, αλλά δεν μπορώ να επαναπαυτώ σ’ αυτήν τη διαπίστωση με έναν Μακριδάκη που συνεχώς τονίζει μια Ιδέα και προσπαθεί με τη λογοτεχνία του να της δώσει σάρκα και οστά. Εδώ τι; Την ελευθερία, την αντισυμβατικότητα, το σπάσιμο των ταμπού, την πορεία κόντρα στα ήθη και τις κοινωνικές σταθερές; Η πόρνη ναι, απόλυτα, αφού ζει ενάντια στα καθιερωμένα, αλλά ο ναυτικός έχει περάσει στο συλλογικό ασυνείδητο ως τέτοιο ον.

Ο blogger Πατριάρχης Φώτιος

Πηγή

 

Η πρώτη φλέβα – Γιάννης Μακριδάκης: Κριτική βιβλίου

Η πρώτη φλέβα - Γιάννης Μακριδάκης: Κριτική βιβλίου

Ποτέ ο χρόνος δεν είναι αρκετός για να ξετυλίξεις το κουβάρι μιας ζωής και ποτέ κανείς δεν βγαίνει αλώβητος και ατάραχος από την τριβή με το παρελθόν. Ειδικά μάλιστα όταν αυτό στριφογυρίζει και γλυκοκοιτάζει το παρόν σαν την μέλισσα γύρω από το λουλούδι που προσπαθεί να προσγειωθεί για να τραφεί. Εδώ περιγράφονται τα πρόσωπα μίας άλλης εποχής που όμως ακόμα και σήμερα συνεχίζει να υπάρχει γιατί οι άνθρωποι δεν σταμάτησαν να φωτογραφίζουν τις στιγμές τους και την μοναδικότητά τους. Μία γυναίκα και ένας άντρας, δύο κόσμοι παράλληλοι και διαφορετικοί μα τόσο όμοιοι.
Οι ήρωες του Μακριδάκη είναι φυσιογνωμίες οικείες, είναι μάρτυρες μίας άγριας ομορφιάς και ενός χρόνου που πληγώνει αλλά συνάμα χαροποιεί. Η νοσταλγική διάθεση και το άνοιγμα του χρονοντούλαπου της ιστορίας δεν άφησε ποτέ κανέναν ασυγκίνητο. Ο συγγραφέας, στον γνωστό ρόλο του ηθογράφου κινηματογραφεί με την πένα του και ακουμπάει στο χαρτί τις κατάλληλες λέξεις που θα φτιάξουν το παζλ των αναμνήσεων. Αφηγήσεις δύο ανθρώπων που ταξίδεψαν και κόπιασαν, που άλλοτε δίστασαν και άλλοτε τόλμησαν, που αναμετρήθηκαν με τις δυσκολίες και τις χαρές, με την ξενιτιά και την απόσταση, με την λογική αλλά και το ένστικτο αλλά ποτέ δεν μετάνιωσαν για την ζωή που διάλεξαν και πορεύτηκαν σε αυτήν γενναίοι και γελαστοί, πλην όμως μόνοι. Και τώρα με το βλέμμα στο παρελθόν καταθέτουν το βιος τους δίχως καμία επιφύλαξη. Αυτές είναι οι ζωές των ανθρώπων του Γιάννη Μακριδάκη που είναι γεμάτες συναίσθημα και αγωνία, ζωές που βάδισαν στην αβεβαιότητα και την ανασφάλεια αλλά η γεύση από το σεργιάνι σε θάλασσες ξένες και σε σώματα άγνωστα έχουν την γλύκα τους.
Ο Μακριδάκης έχει τον τρόπο να παρασέρνει το κοινό του σε μονοπάτια κάθε φορά διαφορετικά, με μία γλώσσα καθηλωτική και ζωντανή εξουσιάζει τον αναγνώστη και τον αγκαλιάζει στην ιστορία σαν ο ίδιος να είναι παρατηρητής και συνοδοιπόρος. Οι χαρακτήρες που μας αναλύει έχουν μία αρχαιοελληνική διάσταση, ποιος ξέχασε την περιπλάνηση του Οδυσσέα σε άγνωστες πλην φιλόξενες χώρες, ποιος δεν θυμάται το ταξίδι του Ιάσωνα στον δρόμο της αναζήτησης μαζί με τους αργοναύτες του σε τόπους μακρινούς και επικίνδυνους. Στον Μακριδάκη αναβιώνει εκείνη η Ελλάδα που παλεύει μέσα από αντίξοες συνθήκες και στέκεται στα πόδια της, απλοί άνθρωποι που δεν ζήτησαν πολλά αλλά έφτασαν μακριά πιστεύοντας στον εαυτό τους απολαμβάνοντας την κάθε στιγμή σαν αυτή να ήταν η τελευταία. Μία πόρνη και ένας ναυτικός είναι οι πρωταγωνιστές, δύο ξεχωριστές ιστορίες που ο συγγραφέας συνυφαίνει σαν αυτή να ήταν μία και μέσα από αυτήν ξεπηδούν χίλιες και δύο μέρες και νύχτες, ανοίγει έναν διάλογο ανάμεσα τους και με συνοχή τον συνεχίζει σαν αυτός να μην τελειώνει ποτέ. Ο συγγραφέας μπορεί και παντρεύει με μοναδικό τρόπο την γενναιότητα και την ανάγκη για επιβίωση δημιουργώντας μέσα από την αφήγηση του το αίσθημα της εκπλήρωσης των επιθυμιών του παρελθόντος μέσα από τα μάτια του παρόντος. Τόσο ο ναυτικός όσο και η πόρνη γεύτηκαν τους καρπούς ακολουθώντας τον δρόμο τους και χωρίς να φοβηθούν ή να πισωγυρίσουν.
Η ψυχοσύνθεση της γυναίκας είναι ποτισμένη με ανδρεία και σθένος, με πείσμα στους καιρούς και με απόλυτη πίστη στην καθημερινή εργασία της πόρνης που αντιμετωπίζεται σκωπτικά από το εκάστοτε περιβάλλον . Και όμως αντιστέκεται σε κάθε είδους πρόκληση που μπορεί να ανατρέψει μία ζωή κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της, χωρίς παρεκκλίσεις αλλά και χωρίς εκπτώσεις. Δεν θα υποκύψει σε κανέναν, δεν θα υποχρεωθεί πουθενά και θα βαδίζει στον δρόμο που η ίδια χάραξε αταλάντευτα χωρίς να γλυκοκοιτάξει καμία πρόσκληση που κάποια άλλη ίσως θα επέλεγε ως μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να αποδράσει από μία ζωή στην υπηρεσία του πελάτη. Περήφανη για τον ρόλο της, αγέρωχη μπροστά σε κάθε προσπάθεια προσβολής της, πιστή στα θέλω της, η δυναμική της κυριαρχεί. Η ομορφιά πολλές φορές κοστίζει, η γνώση όμως είναι αυτή που μπορεί και διατηρεί τα κεκτημένα σε τέτοιο βαθμό που οι αποστάσεις ορίζονται και ο εκάστοτε εισβολέας παίρνει τα μέτρα του και γνωρίζει πως το οχυρό είναι απόρθητο, άρα οπισθοχωρεί. Ο Μακριδάκης εισχωρεί στην γυναικεία ψυχοσύνθεση, αποκαλύπτοντας τρωτά σημεία και αδυναμίες, προβάλλοντας όμως παράλληλα μία γυναίκα αποφασισμένη να σταθεί στο ύψος της, να τιμήσει τον λόγο που έδωσε στον εαυτό της και να μην γίνει βορά στις αχόρταγες ανδρικές ορέξεις.
Τα γλωσσικά ιδιώματα που ο συγγραφέας επιστρατεύει αντικατοπτρίζουν τον ψυχισμό και την καταγωγή των ηρώων, φωτίζοντας την “λαϊκή” τους ταυτότητα. “Κάθε λιμάνι και καημός κάθε καημός και δάκρυ”. Αυτό είναι το σύνθημα σε κάθε χείλος ναυτικού, αυτού εδώ του ναυτικού που ακροβατεί ανάμεσα σε συντροφιές, διασκεδάζοντας τον χρόνο του, χαρίζοντας και κερδίζοντας συνάμα λίγο χρόνο απέναντι στην απεραντοσύνη της νοσταλγίας που κάθε μέρα του χτυπάει την πόρτα. Κάθε γυναίκα και ένας δεσμός, κάθε θηλυκή παρουσία και μία συνάντηση με το πεπρωμένο, κάθε εμπειρία και ένα κεφάλαιο από μόνο του. Ιαπωνία, Βραζιλία, Περού, επεισόδια μίας ιστορίας που ποτέ δεν τελειώνει και πάντα κρύβει εκπλήξεις, η μοναξιά σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αδυσώπητη, έτσι η γυναικεία επαφή είναι ένα φάρμακο και μία διαφυγή, όχι όμως δέσμευση. Ονόματα σαλεύουν, πρόσωπα εναλλάσσονται και όμως τι μένει τελικά από όλο αυτό το αλισβερίσι με τον χρόνο? Ο ναυτικός όπως και η πόρνη δεν συμβιβάστηκαν, αυτό που καταφέρνουν είναι να βρίσκονται ενώπιος ενωπίω με τον δικό τους καθρέφτη και τώρα στην αυλαία του έργου που έπαιξαν, έχουν το θάρρος και την τόλμη να ξεστομίσουν με κάθε λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα με καθαρότητα και χωρίς τύψεις για τα πεπραγμένα.
“Πέτρα που κυλάει δε μαλλιάζει”.
“Τίποτα δε μου λείπει, ούτε και με στεναχωρεί. Τα χρόνια που φύγανε, περάσανε. Η ζωή συνεχίζεται, δε μένει στάσιμη. Δεν πέρασα άσχημα, πέρασα ωραία ζωή”.


Το βιβλίο του  Γιάννη Μακριδάκη, Η Πρώτη Φλέβα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις της Εστίας.

Γιάννης Αντωνιάδης

Πηγή